Αρχική » ​Η αρ­χα­ϊ­κή Ελ­λά­δα – Ο παι­δα­γω­γός Ό­μη­ρος

​Η αρ­χα­ϊ­κή Ελ­λά­δα – Ο παι­δα­γω­γός Ό­μη­ρος

από Άρδην - Ρήξη

Απόσπασμα (σσ. 66-75) από το βιβλίο του Κώστα Παπαϊωάννου, Τέχνη και πολιτισμός στην Αρχαία Ελλάδα, Εναλλακτικές Εκδόσεις, μετάφραση-επιμέλεια: Χριστίνα Σταματοπούλου.

Η αρ­χα­ϊ­κή ε­πο­χή πα­ρου­σιά­ζει πολ­λά α­ξιο­ση­μεί­ω­τα πα­ρά­δο­ξα, α­κό­μα και α­ξε­διά­λυ­τα μυ­στή­ρια, που μπο­ρού­με να συ­νο­ψί­σου­με σε μια μό­νη λέ­ξη: Ό­μη­ρος. Πε­ρισ­σό­τε­ρο κι α­πό το πε­ρί­φη­μο​ «ο­μη­ρι­κό ζήτημα» (που δεν φαί­νε­ται να βρί­σκε­ται πλη­σιέ­στε­ρα στη λύ­ση του α­πό ό,τι το 1795, ό­ταν ο Βολ­φ δη­μο­σί­ευ­σε το έρ­γο του Prolegomena ad Homerum), πρέ­πει να α­να­ρω­τη­θού­με για την ε­πο­χή που εί­δε να γεν­νιού­νται αυ­τά τα ποι­ή­μα­τα που έ­μελ­λαν να με­τα­βλη­θούν στη βί­βλο της Ελ­λά­δας.

Κατ’ αρ­χάς –και αυ­τό συ­νι­στά το πρώ­το πα­ρά­δο­ξο– ό­λοι οι μέ­χρι σή­με­ρα γνω­στοί πο­λι­τι­σμοί ξε­κί­νη­σαν οι­κο­δο­μώ­ντας να­ούς, α­νά­κτο­ρα και τά­φους· η με­γά­λη λο­γο­τε­χνί­α ήρ­θε πο­λύ αρ­γό­τε­ρα και ο­ρι­σμέ­νες φο­ρές δεν εμ­φα­νί­στη­κε κα­θό­λου. Τί­πο­τε α­ντί­στοι­χο στην Ελ­λά­δα: η μνη­μεια­κή τέ­χνη εί­χε χα­θεί ε­δώ και αιώ­νες και η γε­ω­με­τρι­κή τέ­χνη θα σβή­σει σύ­ντο­μα δί­χως ν’ α­φή­σει ί­χνη, ε­νώ ο Ό­μη­ρος θα γί­νει ο «παι­δα­γω­γός της Ελ­λά­δας», σύμ­φω­να με τα λό­για του Πλά­τω­να(1). Πολ­λοί ε­πι­μέ­νουν, ε­δώ και αρ­κε­τόν και­ρό, στις πραγ­μα­τι­κές ή υ­πο­τι­θέ­με­νες συγ­γέ­νειες που πα­ρου­σιά­ζει η «ο­μό­κε­ντρη» α­φή­γη­ση της Ι­λιά­δας με τις συμ­με­τρι­κές συν­θέ­σεις της κε­ρα­μει­κής του Δι­πύ­λου. Στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, μια ά­βυσ­σος χω­ρί­ζει τον Ό­μη­ρο α­πό τη γε­ω­με­τρι­κή τέ­χνη. Ο κό­σμος του Δι­πύ­λου εί­ναι έ­νας κό­σμος πραγ­μα­τι­κά αρ­χα­ϊ­κός και δεν ε­πι­βί­ω­σε πα­ρά μό­νο χά­ρις στη σύγ­χρο­νη αρ­χαιο­λο­γί­α· ο Ό­μη­ρος, α­ντί­θε­τα, προ­ϋ­πο­θέ­τει μια κοι­νω­νί­α με υ­ψη­λό πο­λι­τι­σμό, ε­σω­τε­ρι­κά ο­λο­κλη­ρω­μέ­νη, ε­νώ το δαι­μό­νιό του και ο ά­ψο­γος χει­ρι­σμός της γλώσ­σας βρί­σκο­νται σε α­νε­ξή­γη­τη α­ντί­θε­ση με ο­τι­δή­πο­τε γνω­ρί­ζου­με για την τέ­χνη της ε­πο­χής του: μοιά­ζει α­πλά σαν ο Δά­ντης, ο Σαίξ­πηρ ή ο Ρα­κί­νας να εί­χαν ζή­σει δύ­ο αιώ­νες πριν α­πό τους χτί­στες και τους γλύ­πτες του Μουα­σάκ και της Σαρ­τρ…

Α­πό την άλ­λη πλευ­ρά –και πρό­κει­ται για έ­να α­κό­μα πα­ρά­δο­ξο– η ο­μη­ρι­κή ε­πο­ποι­ί­α εμ­φα­νί­ζει ό­λα τα ου­σια­στι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της η­ρω­ι­κής ποί­η­σης ό­πως τη συ­να­ντά­με πα­ντού. Α­πό την ε­πο­χή των Μίλ­μαν Πά­ρυ (Milman Parry) και Άλ­μπερ­τ Λορ­ντ (Albert Lord), ό­λοι γνω­ρί­ζουν ό­τι έ­να ση­μα­ντι­κό κομ­μά­τι των ο­μη­ρι­κών στί­χων συ­ντέ­θη­κε με τη βο­ή­θεια στε­ρε­ό­τυ­πων εκφράσε­ων α­κο­λου­θώ­ντας τον ί­διο τρό­πο η­ρω­ι­κής α­φή­γη­σης που συ­να­ντά­με α­κό­μα μέ­χρι σή­με­ρα, στη Γιου­γκο­σλα­βί­α ή στους βερ­βε­ρί­νους βάρ­δους. Δεν εί­ναι λι­γό­τε­ρο α­λή­θεια ωστόσο ό­τι η ο­μη­ρι­κή α­φή­γη­ση, με τις ε­ναλ­λα­γές έ­ντα­σης και ε­κτό­νω­σης, τη σο­φή και σύν­θε­τη ε­νό­τη­τά της και την τε­χνη­τή της γλώσ­σα, που θα σφρα­γί­σει ο­ρι­στι­κά τη μορ­φή της ε­πι­κής ποί­η­σης, α­πα­γο­ρεύ­ει κά­θε πα­ραλ­λη­λι­σμό με τη φολ­κλο­ρι­κή ποί­η­ση. Α­κό­μα, αν συ­γκρί­νου­με την Ι­λιά­δα και την Ο­δύσ­σεια με τα άλ­λα η­ρω­ι­κά ποι­ή­μα­τα, α­κό­μα και τα κα­λύ­τε­ρα –Μπέ­ο­γουλ­φ, Νι­μπε­λούν­γκεν, Το τρα­γού­δι του Ρο­λάν­δου ή τον Σι­ντ– η δια­φο­ρά εί­ναι ε­ντυ­πω­σια­κή. Ο Ό­μη­ρος –που, α­κο­λου­θώ­ντας τον Α­ρί­σταρ­χο, τον με­γα­λύ­τε­ρο φι­λό­λο­γο της Αρ­χαιό­τη­τας, θα θε­ω­ρή­σου­με ό­τι εί­ναι έ­να και μο­να­δι­κό πρό­σω­πο– υ­πήρ­ξε ο δη­μιουρ­γός των πρώ­των γρα­πτών μνη­μεί­ων της ελ­λη­νι­κής γλώσ­σας· η ι­διο­φυ­ί­α του τού ε­πέ­τρε­ψε να α­νυ­ψώ­σει την ελ­λη­νι­κή γλώσ­σα σε ε­πί­πε­δα που δεν τα εί­χαν καν πλη­σιά­σει στην Αγ­γλί­α πριν α­πό τον Σαίξ­πηρ και στη Γερ­μα­νί­α πριν α­πό τον Γκαί­τε. Πι­θα­νά, κα­μί­α λο­γο­τε­χνί­α δεν ει­σέ­βα­λε στην ι­στο­ρί­α με δύ­ο δη­μιουρ­γί­ες τέ­τοιας τε­λειό­τη­τας: εί­ναι σαν η γαλ­λι­κή λο­γο­τε­χνί­α να εί­χε ξε­κι­νή­σει με τον Ρα­κί­να… Αυ­τό το πα­ρά­δο­ξο ε­ξη­γεί­ται αν θε­ω­ρή­σου­με τον Ό­μη­ρο κλη­ρο­νό­μο μιας ε­πο­ποι­ί­ας που α­νά­γε­ται ί­σως στους μυ­κη­να­ϊ­κούς χρό­νους και με­τα­δί­δε­ται προ­φο­ρι­κά για αιώ­νες α­πό τους α­οι­δούς της Ιω­νί­ας, θε­μα­το­φύ­λα­κες κά­ποιων πο­λύ­τι­μων θραυ­σμά­των ε­νός πο­λι­τι­σμού που εί­χε ήδη συ­ντρι­βεί. Με το ση­με­ρι­νό ε­πί­πε­δο των γνώ­σε­ών μας, τί­πο­τε δεν ε­πι­τρέ­πει πα­ρό­μοια υ­πό­θε­ση. Έ­τσι, ας πε­ριο­ρι­στού­με στο να α­να­φέ­ρου­με τον Α­ρι­στο­τέ­λη: «Και δεν γνω­ρί­ζου­με κα­νέ­να πα­ρό­μοιο ποί­η­μα γραμ­μέ­νο α­πό τους προ­γε­νε­στέ­ρους του Ο­μή­ρου, φαί­νε­ται ό­μως ό­τι υ­πήρ­ξαν πολ­λοί (2)».

Το πραγ­μα­τι­κό αί­νιγ­μα που θέ­τει ο Ό­μη­ρος –το α­πό­λυ­το αί­νιγ­μα– δεν βρί­σκε­ται στο κεί­με­νο και στον συγ­γρα­φέ­α: εί­ναι το αί­νιγ­μα της κο­σμο­θε­ώ­ρη­σής του. Ε­κεί­νο που εκ­πλήσ­σει πε­ρισ­σό­τε­ρο κι α­πό τον ά­ψο­γο χει­ρι­σμό της γλώσ­σας και την πρω­ι­μό­τη­τα σε σχέ­ση με τον αρ­χα­ϊ­κό πε­ρί­γυ­ρο, εί­ναι η φα­ντα­στι­κή δια­νο­η­τι­κή α­πε­λευ­θέ­ρω­ση που προ­ϋ­πο­θέ­τει η ο­μη­ρι­κή α­ντί­λη­ψη για τους αν­θρώ­πους και τους θε­ούς. Σύμ­φω­να με τον Η­ρό­δο­το, ο Ό­μη­ρος και ο Η­σί­ο­δος –έ­νας άλ­λος, ε­ντε­λώς δια­φο­ρε­τι­κός, ποι­η­τής που έ­ζη­σε έ­ναν αιώ­να αρ­γό­τε­ρα– εί­ναι ε­κεί­νοι «που ε­δη­μιούρ­γη­σαν με τα ποι­ή­μα­τά τους θε­ο­γο­νί­αν δια τους Έλ­λη­νας, αυ­τοί έ­δω­καν εις τους θε­ούς την γνω­στήν ε­πω­νυ­μί­αν του κα­θε­νός, ε­μοί­ρα­σαν εις αυ­τούς τας τι­μάς και την αρ­μο­διό­τη­τα του κα­θε­νός, αυ­τοί διε­μόρ­φω­σαν την ε­ξω­τε­ρι­κήν τους μορ­φή» (Εκ­δ. Ι. και Π. Ζα­χα­ρό­που­λος, μετ. Ευάγ. Πα­νέ­τσου, Ι­Ι, 53). Στο ε­πό­με­νο κε­φά­λαιο θα δού­με α­πό πιο κο­ντά τι κρύ­βει αυ­τή η ση­μα­ντι­κή δή­λω­ση. Για την ώ­ρα, ας πού­με ό­τι ο Δί­ας δεν πε­ρί­με­νε τον Ό­μη­ρο για να βα­σι­λέ­ψει στον Ό­λυ­μπο· ο μι­κρός λα­ός –τη φω­νή του ο­ποί­ου δεν α­κού­με πο­τέ στα ο­μη­ρι­κά έ­πη (ε­κτός α­πό το ε­πει­σό­διο του Θερ­σί­τη, του ε­ξε­γερ­μέ­νου πλη­βεί­ου που ε­πα­να­φέρ­θη­κε με αυ­στη­ρό­τη­τα στην τά­ξη)– συ­νέ­χι­ζε και θα συ­νε­χί­σει για και­ρό να ε­πι­δί­δε­ται σε τε­λε­τουρ­γί­ες σκο­τει­νές και συ­χνά αι­μα­τη­ρές. Άν­θρω­ποι που ε­πο­νο­μά­ζο­νταν φαρ­μα­κοί* (ε­ξι­λα­στή­ρια θύ­μα­τα) φο­νεύ­ο­νταν στην Α­θή­να, στη διάρ­κεια των Θαρ­γη­λί­ων· α­κό­μα, στην κλα­σι­κή ε­πο­χή, μια Ίπ­πεια Δή­μη­τρα (με κε­φα­λή α­λό­γου) λα­τρευό­ταν στη σπη­λιά της Φι­γα­λεί­ας ε­νώ, στο Λύ­καιο ό­ρος (βου­νό των Λύ­κων), στην Αρ­κα­δί­α, ο Δί­ας ή­ταν ο αρ­χη­γός μιας α­δελ­φό­τη­τας λυ­καν­θρώ­πων… Αν ο Ό­μη­ρος συ­νέ­βα­λε πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό ο­ποιον­δή­πο­τε άλ­λον στο να «δια­μορ­φώ­σει τις μορ­φές (εἴδη*) των θε­ών», αυ­τό το έ­κα­νε πά­νω απ’ ό­λα αρ­νη­τι­κά: α­γνό­η­σε συ­νει­δη­τά τους ά­μορ­φους και ζω­ό­μορ­φους θε­ούς, τις τε­λε­τουρ­γί­ες γο­νι­μό­τη­τας, τις ορ­για­στι­κές λα­τρεί­ες και τις φρε­νι­τιώ­δεις δαι­μο­νο­λη­ψί­ες. Ό­πως λέει ο Νί­τσε, «χει­ρι­ζό­ταν το υ­λι­κό των λα­ϊ­κών δο­ξα­σιών με τό­σο α­πε­λευ­θε­ρω­μέ­νο τρό­πο ό­πως ο γλύ­πτης τον πη­λό του, με την ί­δια α­νε­ξαρ­τη­σί­α πνεύ­μα­τος που χα­ρα­κτή­ρι­ζε τον Αι­σχύ­λο και τον Α­ρι­στο­φά­νη, α­νε­ξαρ­τη­σί­α που διέ­κρι­νε, στους σύγ­χρο­νους και­ρούς, τους με­γά­λους καλ­λι­τέ­χνες της Α­να­γέν­νη­σης, κα­θώς και τον Σαίξ­πηρ και τον Γκαί­τε (3)». Υπ’ αυ­τή την έν­νοια, ο Ό­μη­ρος υ­πήρ­ξε πριν απ’ ό­λα έ­νας με­ταρ­ρυθ­μι­στής. Α­φού ε­ξε­δί­ω­ξε τα τέ­ρα­τα και τους δαί­μο­νες, γέ­μι­σε τον κό­σμο του με αν­θρώ­πους «θεί­ους» ό­πως ο Εύ­μαιος, ο «θεί­ος χοι­ρο­βο­σκός», ή ο Α­χιλ­λέ­ας και οι άλ­λοι ή­ρω­ες «ό­μοιοι με τους θε­ούς» (θεοείδης*), και μά­λι­στα «ί­σοι με τους θε­ούς» (θεοείκελος*), και με θε­ούς που έ­μοια­ζαν τό­σο στους αν­θρώ­πους που δύ­σκο­λα μπο­ρού­με να διανοηθούμε πώς μια τέ­τοια πνευ­μα­τι­κή και η­θι­κή με­ταρ­ρύθ­μι­ση μπό­ρε­σε να πραγ­μα­το­ποι­η­θεί σε χρό­νους που ε­ξα­κο­λου­θού­με να α­πο­κα­λού­με «αρ­χα­ϊ­κούς».

Έ­να εί­ναι βέ­βαιο: κα­νέ­να ποί­η­μα, κα­νέ­να έρ­γο, ε­κτός α­πό τη Βί­βλο, δεν εί­χε πο­τέ τέ­τοια ε­πί­δρα­ση, για τό­σους αιώ­νες, πά­νω σ’ έ­να λα­ό. Η «θε­ο­λο­γι­κή» συμ­βο­λή δεν αρ­κεί για να ε­ξη­γή­σει αυ­τό το υ­πέ­ρο­χο πε­πρω­μέ­νο. Αν ο Ό­μη­ρος με­τα­βλή­θη­κε στη βί­βλο της Ελ­λά­δας, εί­ναι για­τί εξέ­φρα­σε μια ι­διαί­τε­ρη, ί­σως μο­να­δι­κή, α­ντί­λη­ψη για την αν­θρώ­πι­νη μοί­ρα. Σε κα­νέ­να άλ­λο έρ­γο της πα­γκό­σμιας λο­γο­τε­χνί­ας, με ε­ξαί­ρε­ση ί­σως το Πό­λε­μος και Ει­ρή­νη, η «αρ­χή της η­δο­νής» και η «αρ­χή της πραγ­μα­τι­κό­τη­τας» δεν συγ­χέ­ο­νται και δεν με­τα­μορ­φώ­νο­νται τό­σο ο­λο­κλη­ρω­τι­κά. Που­θε­νά αλ­λού δεν αι­σθά­νε­ται κα­νείς μια χα­ρά τό­σο βα­θειά, τό­σο φλο­γε­ρή και τό­σο διαυ­γή. Ό­λα εί­ναι κα­λά σ’ αυ­τό τον κό­σμο που φω­τί­ζε­ται α­πό τις φλό­γες μιας α­δά­μα­στης και α­νε­ξά­ντλη­της ε­νέρ­γειας: οι ή­ρω­ες –Έλ­λη­νες και Τρώ­ες α­δια­κρί­τως– οι μά­χες, τα συ­μπό­σια, τα ά­λο­γα, οι ω­ραί­ες αιχ­μά­λω­τες, τα α­ντι­κεί­με­να τα «δου­λε­μέ­να α­πό τον Ή­φαι­στο». «Ο Ό­μη­ρος, έ­λε­γε ο Δί­ων της Πρού­σης, εκ­θειά­ζει τα πά­ντα, τα ζώ­α ή τα φυ­τά, τη γη ή το νε­ρό, τα ό­πλα ή τα ά­λο­γα. Δεν πα­ρα­με­λεί πο­τέ να τι­μή­σει ή να υ­μνή­σει. Α­κό­μα και τον μο­να­δι­κό άν­θρω­πο που κα­κο­με­τα­χει­ρί­ζε­ται, τον Θερ­σί­τη, τον α­πο­κα­λεί ρή­το­ρα με κα­θα­ρή φω­νή (4)».

Σύγκρουση Αχιλλέα και Έκτορα. Αριστερά η Αθηνά προστατεύει τον Αχιλλέα, ενώ δεξιά ο Απόλλωνας τον Έκτορα.
Ερυθρόμορφη υδρία του Ζωγράφου του Ευχαρίδη, γύρω στο 490 π.Χ. Ρώμη, Μουσείο Βατικανού

Και εί­ναι στον α­γώ­να* (ταυ­τό­χρο­να μά­χη και ά­μιλ­λα) που θε­με­λιώ­νε­ται αυ­τή η α­πό­λυ­τη ευ­λο­γί­α της ύ­παρ­ξης. Και ο α­γών* ό­που προ­σμε­τρά­ται η «ἀρετή»*, δη­λα­δή το σφρί­γος και η θέ­λη­ση να εί­ναι κα­νείς «πά­ντα πρώ­τος και να ξε­περ­νά τους άλ­λους» –ἀριστεύειν καὶ ὑπείροχον ἔμμεναι ἄλλων* (5)– εί­ναι πά­νω απ’ ό­λα ο πό­λε­μος. Ο Ό­μη­ρος μι­λά­ει γι’ αυ­τόν με μια τρο­μα­κτι­κή νη­φα­λιό­τη­τα, α­πάν­θρω­πα ή­ρε­μη:

«Ό­μως πέ­θα­νε και συ, φί­λε· τι θρη­νο­λο­γείς έ­τσι; Ε­δώ πέ­θα­νε ο Πά­τρο­κλος που ή­ταν πο­λύ κα­λύ­τε­ρός σου! Δε βλέ­πεις πό­σο κι ε­γώ εί­μαι ω­ραί­ος και με­γα­λό­σω­μος; Και εί­μαι α­πό γεν­ναί­ο πα­τέ­ρα, και με γέν­νη­σε θε­ά μη­τέ­ρα· ό­μως και μέ­να με πε­ρι­μέ­νει ο θά­να­τος και η δυ­να­τή μοί­ρα. Θα εί­ναι ή πρω­ί ή δει­λι­νό ή με­ση­μέ­ρι, ό­ταν κά­ποιος θα πά­ρει και τη δι­κή μου ζω­ή χτυ­πώ­ντας με ή με κο­ντά­ρι ή με σα­ΐ­τα α­πό τη χορ­δή του τό­ξου του».

«Έ­τσι μί­λη­σε και ε­κεί­νου [του Λυκάονα] του λύ­θη­καν τα γό­να­τα, και η καρ­διά πα­ρά­λυ­σε. Ά­φη­σε τό­τε το κο­ντά­ρι και κά­θι­σε α­πλώ­νο­ντας τα δυο του χέ­ρια. Ο Α­χιλ­λέ­ας τρά­βη­ξε το κο­φτε­ρό σπα­θί και τον χτύ­πη­σε πά­νω στο κλει­δί κο­ντά στο σβέρ­κο, και το σπα­θί το δί­κο­πο χώ­θη­κε ο­λό­κλη­ρο μέ­σα. Ε­κεί­νος τε­ντώ­θη­κε και κει­τό­ταν μπρού­μυ­τα πά­νω στη γη, και το μαύ­ρο του αί­μα έ­τρε­χε και μού­σκευε τη γη» (6).

Ο Πό­λε­μος εί­ναι πραγ­μα­τι­κά ο γέ­ρο-Πό­λε­μος*, ο «πα­τήρ πά­ντων», ό­πως θα πει ο Η­ρά­κλει­τος λί­γους αιώ­νες αρ­γό­τε­ρα. Και πριν απ’ ό­λα, των βα­σι­λέ­ων και των προ­νο­μί­ων τους ως «ποι­μέ­νων των λα­ών». Και εί­ναι ο Σαρ­πη­δών, γιος του Δί­α και αρ­χη­γός των στρα­τευ­μά­των της Λυ­κί­ας, που α­να­λαμ­βά­νει, στον Ό­μη­ρο, να εκ­θέ­σει τη θε­ω­ρί­α της νο­μι­μο­ποί­η­σης του αρ­χα­ϊ­κού βα­σι­λι­κού α­ξιώ­μα­τος:

«Γλαύ­κο, για­τί ε­μάς τους δυο μας τι­μούν πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό κά­θε άλ­λον στη Λυ­κί­α, με τη θέ­ση που μας δί­νουν και τα κρέ­α­τα και τα γε­μά­τα πο­τή­ρια, και ό­λοι μας βλέ­πουν σα θε­ούς; και έ­χο­με κι α­πό έ­να ξε­χω­ρι­στό κομ­μά­τι γης (τέ­με­νος*), ω­ραί­ο, α­πό α­μπέ­λι και χω­ρά­φι, δί­πλα στις ό­χθες του Ξάν­θου, για να παίρ­νου­με τον καρ­πό του; Γι’ αυ­τό τώ­ρα πρέ­πει ε­μείς οι δυο να στα­θού­με α­νά­με­σα στους πρώ­τους Λύ­κιους και να α­ντι­κρί­ζου­με τη φω­τιά της μά­χης, για να πει έ­τσι κά­ποιος α­πό τους Λυ­κί­ους που εί­ναι γε­ρά ο­πλι­σμέ­νοι:

“Δεν εί­ναι δί­χως δό­ξα οι βα­σι­λιά­δες μας, που κυ­βερ­νούν μέ­σα στη Λυ­κί­α και τρων πα­χιά αρ­νιά και πί­νουν ξε­χω­ρι­στό κρα­σί γλυ­κό σα μέ­λι. Έ­χουν πα­λι­κα­ριά με­γά­λη, για­τί πο­λε­μούν μέ­σα στους πρώ­τους Λύ­κιους” (7)».

Πα­λι­κα­ριά και δό­ξα: ιδού η κα­θα­ρό­τε­ρη έκ­φρα­ση του η­θι­κού κώ­δι­κα του Ο­μή­ρου και του πο­λε­μι­κού και α­ρι­στο­κρα­τι­κού πο­λι­τι­σμού που εκ­προ­σω­πεί. Η πα­λι­κα­ριά εί­ναι η ου­σια­στι­κή α­ρε­τή του ή­ρω­α· η δό­ξα, ο ου­σια­στι­κός του στό­χος. Τα δύ­ο κύ­ρια πρό­σω­πα της Ι­λιά­δος, ο Α­χιλ­λέ­ας και ο Έ­κτο­ρας, εί­ναι και οι δύ­ο προ­ο­ρι­σμέ­νοι να έ­χουν σύ­ντο­μη ζω­ή· και οι δύ­ο το γνω­ρί­ζουν και ε­ξε­γεί­ρο­νται α­πέ­να­ντι στη μοί­ρα τους. Α­κό­μα και τα ά­λο­γα του Α­χιλ­λέ­α θρη­νούν τον ε­πι­κεί­με­νο θά­να­τό του, ω­στό­σο, στο κά­λε­σμα αυ­τής της θα­λε­ρής ζω­ής που οι­στρη­λα­τεί ο α­γών*, πο­ρεύ­ο­νται στον δρό­μο του πε­πρω­μέ­νου τους, σπρωγ­μέ­νοι α­πό κά­ποιο α­κα­τα­νί­κη­το ρεύ­μα.

Ό­ταν στα­μα­τά η σφα­γή, ο α­γών* εκ­δη­λώ­νε­ται με τη μορ­φή παι­χνι­διών και ά­μιλ­λας. Για να θρη­νή­σει το νε­κρό σύ­ντρο­φό του, ο Α­χιλ­λέ­ας δεν μπο­ρεί να κά­νει τί­πο­τα κα­λύ­τε­ρο α­πό το να ορ­γα­νώ­σει α­γώ­νες ό­που, γύ­ρω α­πό τις στά­χτες του Πα­τρό­κλου, οι ευ­γε­νείς Α­χαιοί θα πα­λέ­ψουν, θα τρέ­ξουν και θα πε­τά­ξουν το α­κό­ντιο πα­νη­γυ­ρί­ζο­ντας για τη δύ­να­μη και τη ζω­τι­κό­τη­τά τους.

 «…ο Α­χιλ­λέ­ας ό­μως κρά­τη­σε τον στρα­τό ε­κεί, και τους έ­βα­ζε να κα­θί­σουν α­φή­νο­ντας α­νοι­χτό πο­λύ μέ­ρος για α­γώ­νες, κι έ­πει­τα έ­βγα­ζε α­πό τα κα­ρά­βια του βρα­βεί­α, λέ­βη­τες και τρί­πο­δες και ά­λο­γα και μου­λά­ρια και δυ­να­τά βό­δια και ο­μορ­φο­ζω­σμέ­νες σκλά­βες και στα­χτί σί­δε­ρο. Πρώ­τα πρώ­τα για τους γρή­γο­ρους αρ­μα­το­δρό­μους έ­βα­ζε πε­ρί­φη­μα βρα­βεί­α, να πά­ρουν μια σκλά­βα που ή­ξε­ρε α­ψε­γά­δια­στες δου­λειές και έ­ναν τρί­πο­δα των ει­κο­σι­δύ­ο λι­τρών με α­φτιά για τον πρώ­το· για το δεύ­τε­ρο έ­βα­λε μια φο­ρά­δα έ­ξι χρο­νών, ά­ζευ­τη α­κό­μα, που εί­χε στην κοι­λιά έ­να μου­λα­ρά­κι. Για τον τρί­το πά­λι έ­βα­λε κά­τω έ­να λε­βέ­τι, που δεν εί­χε μπει α­κό­μα στη φω­τιά, ω­ραί­ο, που χω­ρού­σε τέσ­σε­ρις λί­τρες, γυα­λι­στε­ρό. Για τον τέ­ταρ­το έ­βα­λε δυο τά­λα­ντα χρυ­σά­φι, και για τον πέ­μπτο έ­βα­λε μια δίγου­βη κού­πα α­με­τα­χεί­ρι­στη (8)»… «Τό­τε έ­βα­λε τα βρα­βεί­α της σκλη­ρής πυγ­μα­χί­ας· έ­φε­ρε και έ­δε­σε μέ­σα στη σύ­να­ξη έ­να μου­λά­ρι που βα­στού­σε στη δου­λειά, ε­ξά­χρο­νο, και που δεν εί­χε ζευ­τή, κι ή­ταν πά­ρα πο­λύ δύ­σκο­λο να το ζέ­ψουν. Γι’ αυ­τόν πά­λι που θα νι­κιό­ταν έ­βα­λε μια κού­πα δί­γου­βη (9)» …

«Α­μέ­σως ο γιος του Πη­λέ­α έ­βα­ζε άλ­λα βρα­βεί­α για το τρέ­ξι­μο, έ­ναν α­ση­μέ­νιο κρα­τή­ρα κα­λο­φτιαγ­μέ­νο· χω­ρού­σε έ­ξι λί­τρες, στην ο­μορ­φιά ό­μως ή­ταν μο­να­δι­κός σ’ ό­λη τη γη, για­τί τον εί­χαν δου­λέ­ψει ό­μορ­φα Σι­δό­νες ε­πι­τή­δειοι στα κομ­ψο­τε­χνή­μα­τα και τον κου­βά­λη­σαν Φοί­νι­κες πά­νω α­πό τη σκο­τει­νια­σμέ­νη θά­λασ­σα (10)»…

Σύ­ντο­μα, οι Α­γώ­νες των αρ­χό­ντων θα γί­νουν το κοι­νό α­γα­θό της Ελ­λά­δας και στους Ο­λυ­μπια­κούς Α­γώ­νες (α­πό το 776, σύμ­φω­να με την πα­ρα­δο­σια­κή χρο­νο­λό­γη­ση), οι Έλ­λη­νες θα α­να­γνω­ρί­σουν την υ­ψη­λό­τε­ρη έκ­φρα­ση της ε­νό­τη­τάς τους. Αρ­γό­τε­ρα, οι Α­θη­ναί­οι θα ε­πε­κτεί­νουν τον α­γώ­να* της σω­μα­τι­κής ρώ­μης στο πε­δί­ο του πνεύ­μα­τος και με τον ό­ρο α­γώ­να* θα χα­ρα­κτη­ρί­σουν τους δια­γω­νι­σμούς ποί­η­σης στους ο­ποί­ους χρω­στά­με τις πιο με­γα­λειώ­δεις δη­μιουρ­γί­ες του 5ου αιώ­να. Α­ντί για τους τρί­πο­δες, τους κρα­τή­ρες (που δεν θα χρειά­ζε­ται πια να φέρ­νουν α­πό τη Σι­δώ­να) και τις ό­μορ­φες αιχ­μά­λω­τες, οι νι­κη­τές αυ­τών των α­θλη­τι­κών, μου­σι­κών και ποι­η­τι­κών α­γώ­νων* θα κερ­δί­ζουν α­πλά δάφ­νι­να στε­φά­νια, αλ­λά το πνεύ­μα θα εί­ναι πά­ντα ε­κεί­νο των ο­μη­ρι­κών α­ρι­στεί­ων* (ε­πι­θυ­μί­α υ­πε­ρο­χής)…

Σ’ αυ­τόν τον κό­σμο, που κα­θα­γιά­ζε­ται α­πό τον α­γώ­να*, που δι­καιώ­νε­ται α­πό το ξε­δί­πλω­μα μιας α­ψε­γά­δια­στης ε­νερ­γη­τι­κό­τη­τας, ό,τι υ­πάρ­χει εί­ναι κα­λό, κα­τέ­χει την α­ρε­τή*, την α­ρε­τή που ε­ξευ­γε­νί­ζει. Η Ι­λιά­δα (Ψ, 276 και 374) ε­ξυ­μνεί την α­ρε­τή* των α­λό­γων· ό­μοια, ο Πλά­τω­νας θα μι­λή­σει αρ­γό­τε­ρα για την α­ρε­τή* των σκύ­λων και των α­λό­γων, για την α­ρε­τή* του ο­φθαλ­μού, α­κό­μα και την α­ρε­τή* των σκευών (11): μια δε­ξιό­τη­τα που υ­λο­ποιεί­ται στην ε­ντέ­λεια εί­ναι α­ρε­τή*, η α­ρε­τή που ε­νυ­πάρ­χει σε κά­θε ον και που του ε­πι­τρέ­πει να εί­ναι αυ­τό που εί­ναι και να δια­τη­ρεί­ται «σε κα­λή κα­τά­στα­ση». Τί­πο­τε δεν α­πει­κο­νί­ζει κα­λύ­τε­ρα αυ­τή την τυ­πι­κά ελ­λη­νι­κή α­ντί­λη­ψη για την «α­ρε­τή» α­πό τον τρό­πο με τον ο­ποί­ο ο Ό­μη­ρος μι­λά­ει για τον Αυ­τό­λυ­κο, τον παπ­πού του Ο­δυσ­σέ­α α­πό την πλευ­ρά της μη­τέ­ρας του: «…που δεν τον έ­φτα­νε άλ­λος στους όρ­κους και στις πο­νη­ριές, ό­σα χα­ρί­σμα­τα εί­χε α­πό τον Ερ­μή, για­τί μη­ριά τού­και­γε αρ­νιών και τρά­γων και τον συ­νώ­δευε πα­ντού, βο­η­θός του και προ­στά­της (12)». Ξα­να­βρί­σκου­με αυ­τή την ευ­θυ­μί­α στους α­στε­ϊ­σμούς που α­πευ­θύ­νει με α­γά­πη η Α­θη­νά στον προ­στα­τευό­με­νό της, τον Ο­δυσ­σέ­α:

«Σο­φός και τε­τρα­πέ­ρα­τος θά­ναι ό­ποιος σε πε­ρά­σει στα χί­λια σου τε­χνά­σμα­τα, θε­ός κι αν εί­ναι α­κό­μα. Κα­η­μέ­νε πο­λυ­μή­χα­νε και μά­στο­ρη στους δό­λους, μή­τε μέσ’ στην πα­τρί­δα σου τις πο­νη­ριές δεν παύ­εις κι ό­σα ψευ­τό­λο­γα α­γα­πάς α­πό γεν­νη­σι­μιό σου. Μόν’ έ­λα, αυ­τά ας τ’ α­φή­σου­με, το ξέ­ρου­με κι οι δυο μας ποιο μας συμ­φέρ­νει, α­φού και συ απ’ ό­λους τους αν­θρώ­πους ο πρώ­τος εί­σαι στη βου­λή και στη ρη­το­ρο­σύ­νη, κι ε­γώ για τη σο­φί­α μου και την πολ­λή μου γνώ­ση στον ου­ρα­νό φη­μί­ζο­μαι στους α­θα­νά­τους ό­λους (13)».

Ε­δώ, βλέ­που­με τον κό­σμο με τα με­γά­λα, ά­πλη­στα και έκ­θαμ­βα μά­τια που θ’ α­νοί­ξουν σύ­ντο­μα στις μορφές των με­λα­νό­μορ­φων αγ­γεί­ων. Θε­οί και άν­θρω­ποι γο­η­τεύ­ο­νται με την ύ­παρ­ξη και την τε­λειό­τη­τά τους, τό­σο στην τέ­χνη του πο­λέ­μου ό­σο και σ’ ε­κεί­νη του «συμ­φέ­ρο­ντος». Ο πό­λε­μος και ο θά­να­τος μαί­νο­νται, αλ­λά το θε­με­λιώ­δες, η ί­δια η ζω­ή στην κα­θη­με­ρι­νό­τη­τά της, συνεχίζει ατάραχη. Έ­να εκ­πλη­κτι­κό πα­ρά­δειγ­μα μας δί­νε­ται στο πιο έ­ξο­χο α­πό­σπα­σμα της Ι­λιά­δος: στη νυ­χτε­ρι­νή συ­νά­ντη­ση α­νά­με­σα στον Πρί­α­μο και τον Α­χιλ­λέ­α. Ο Πρί­α­μος έρ­χε­ται να ζη­τή­σει το λεί­ψα­νο του Έ­κτο­ρα και ο­δύ­ρε­ται. Ο «α­ντρο­φό­νος» ξέ­ρει κι ο ί­διος πως εί­ναι κα­τα­δι­κα­σμέ­νος και πως η ζω­ή των θνη­τών μα­ραί­νε­ται «ό­πως τα φύλ­λα». Και ό­μως, α­φού εκ­φρά­σα­νε τον πό­νο τους για πολ­λή ώ­ρα, συ­νει­δη­το­ποιούν ό­τι πει­νούν και κά­θο­νται στο τρα­πέ­ζι μπρο­στά σ’ έ­να τε­ρά­στιο γεύ­μα. «Για­τί κι η Νιό­βη, λέει ο Α­χιλ­λέ­ας, α­φού α­πό­κα­με να χύ­νει δά­κρυα για τον χα­μό των παι­διών της, θυ­μή­θη­κε να φάει».

Αγ­γί­ζου­με ε­δώ την καρ­διά της ο­μη­ρι­κής θε­ο­δι­κί­ας. Πέ­ρα α­πό τις πυρ­πο­λη­μέ­νες πό­λεις και τον α­χό της μά­χης, η ζω­ή πα­ρα­μέ­νει σαν τη θά­λασ­σα «στο χρώ­μα του κρα­σιού». Οι άν­θρω­ποι πρέ­πει να ξέ­ρουν ό­τι η ζω­ή τους ε­κτυ­λίσ­σε­ται ε­δώ κά­τω και που­θε­νά αλ­λού. Ο Α­χιλ­λέ­ας βα­σι­λεύ­ει χω­ρίς αμ­φι­σβή­τη­ση στους νε­κρούς, αλ­λά θα προ­τι­μού­σε να ή­ταν «χω­ρι­κός και ν​α ξε­νο­δου­λεύ­ει σε α­φέ­ντη δί­χως κτή­μα­τα»… «πα­ρά να βα­σι­λεύ­ει ε­δώ στους πε­θα­μέ­νο​υς ό­λους (14)».

 Δεν υ­πάρ­χει πα­ρη­γο­ριά στον θά­να­το και οι ή­ρω­ες δεν σκο­τώ­νο­νται για την Ε­λέ­νη αλ­λά για τη δό­ξα που θα τους χα­ρί­σει η εκ­πλή­ρω­ση του πε­πρω­μέ­νου τους, γνω­ρί­ζο­ντας ό­τι η φή­μη θα βα­ρύ­νει πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό τον ε­φή­με­ρο τρό­μο του θα­νά­του. «Ψυ­χή μου, μην πο­θείς α­θά­να­τη ζω­ή· ό,τι περ­νά απ’ το χέ­ρι σου ε­ξά­ντλη­σέ το», λέει ο Πίν­δα­ρος λί­γους αιώ­νες αρ­γό­τε­ρα (15). Πριν δού­με πώς η Ελ­λά­δα ε­ξε­ρεύ­νη­σε το «τι περ­νά α­πό το χέ­ρι της», την ἔμπρακτον μαχανάν* που α­πο­κα­λύ­πτει ο Ό­μη­ρος, χρειά­ζε­ται να α­να­κα­λέ­σου­με στη μνή­μη μας τις θε­ό­τη­τες των ο­ποί­ων ο Ό­μη­ρος και ο Η­σί­ο­δος «σχε­δί­α­σαν τις μορ­φές».

  1. Πλά­των, Η Πο­λι­τεί­α, 606e.
  2. Α­ρι­στο­τέ­λης, Ποι­η­τι­κή, 1448b.
  3. Αν­θρώ­πι­νο πο­λύ αν­θρώ­πι­νο, παρ. 125.
  4. Δί­ων της Πρού­σης, Λό­γοι, ΧΧΧΙ­Ι­Ι, Ι­Ι.
  5. Ι­λιά­δα, Ζ, 208 (Εκ­δ. Ι. Ζα­χα­ρό­που­λου, Μετ. Κο­μνη­νού-Κα­κρι­δή).
  6. Ι­λιά­δα, Φ, 106-119.
  7. Ι­λιά­δα, Μ, 310-321.
  8. Ι­λιά­δα, Ψ, 257-270.
  9. Ι­λιά­δα, Ψ, 653-656.
  10. Ι­λιά­δα, Ψ, 740-744.
  11. Πλά­των, Η Πο­λι­τεί­α, 335b και 353b (Εκ­δ. Ι. Ζα­χα­ρό­που­λος, μετ. Ιω­άν­νη Γρυ­πά­ρη).
  12. Ο­δύσ­σεια, Τ, 395-398 (Εκ­δ. Ι. Π. Ζα­χα­ρό­που­λος, μετ. Ζή­σι­μου Σι­δέ­ρη).
  13. Ο­δύσ­σεια, Ν, 291-299.
  14. Ο­δύσ­σεια, Λ, 489-491.
  15. Πίν­δα­ρος, 3ος Πυ­θιό­νι­κος, στ. 61 (Έκ­δο­ση Βι­κε­λαί­ας Δη­μο­τι­κής Βι­βλιο­θή­κης, μετ. Γιάν­νης Οι­κο­νο­μί­δης, Η­ρά­κλειο 1994).

Το σύνολο του έργου του Κώστα Παπαϊωάννου κυκλοφορεί από τις Εναλλακτικές Εκδόσεις.

ΣΧΕΤΙΚΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ