Απόσπασμα από το υπό έκδοση βιβλίο του Γιώργου Καραμπελιά Καποδίστριας – Μαυροκορδάτος: Η σύγκρουση. (Δύο ανταγωνιστικές εκδοχές του εκσυγχρονισμού)
Ο Μαυροκορδάτος γνωστοποίησε στον Καραϊσκάκη ότι θα τον παρέπεμπε σε δίκη[1], όμως στην «προκήρυξιν τῶν ἐγκλημάτων τοῦ Καραϊσκάκη» που δημοσιεύθηκε στα Ελληνικά Χρονικά στις 12 Απριλίου 1824 οι κατηγορίες γίνονται πολύ βαρύτερες: «Ὅτι ὁ Καραϊσκάκης εἶχεν κρυφὴν ἀνταπόκρισιν μὲ τοὺς ἐχθροὺς τῆς πίστεως καὶ τῆς Πατρίδος· ὅτι ἀπὸ τὸν Ὀμέρπασάν ἐζήτησε μπουγιουρτὶ διὰ νὰ γένη καπιτάνος τῶν Ἀγράφων· ὅτι ὑπέσχετο εἰς τὸν ἐχθρὸν νὰ πιάσῃ την Τατάραιναν μὲ χιλίους στρατιώτας, καὶ ἐσυμβούλευε νὰ εὔγῃ ὁ ἀποστάτης Βαρνακιώτης μὲ χιλίους εἰς τὸ Ξηρόμερον· ὅτι ὑπέσχετο εἰς τὸν ἐχθρὸν νὰ τραβίξῃ πρὸς ἑαυτὸν στρατηγούς, καὶ χιλιάρχους Ἕλληνας ἐναντίον τῆς Πατρίδος, κ.λπ».[2] Θα συλληφθεί μάλιστα και ο Κ. Βουλπιώτης που μόλις είχε επιστρέψει από τα Γιάννενα[3] και διέμενε στο σπίτι όπου κατοικούσε και ο Λόρδος Μπάϊρον[4].
Η δίκη διεξήχθη σε εκκλησία με τον μητροπολίτη Πορφύριο Άρτης σε θέση οιονεί εισαγγελέα και προέδρου ταυτόχρονα, και ανώτερους αξιωματικούς ως δικαστές και κατηγόρους, ενώ ο Καραϊσκάκης, κατέφθασε ένοπλος με τη φρουρά του. Οι σημαντικότερες κατηγορίες ήταν ότι είχε στείλει κρυφά τον Βουλπιώτη στα Γιάννενα για να ειδοποιήσει τον Ομέρ πασά· ότι στρατιώτες του μετέφεραν δέσμιους στο Αιτωλικό προκρίτους του Μεσολογγίου· ότι παρουσιάστηκαν εχθρικά πλοία ενώ κινήθηκαν και οι Τούρκοι της Ναυπάκτου.[5]
Ο Καραϊσκάκης ζήτησε συγχώρεση για τη σύλληψη των προκρίτων και αρνήθηκε ότι απέστειλε αυτός τον Βουλπιώτη στα Γιάννενα. Ο δε Βουλπιώτης ενώ στην πρώτη και τη δεύτερη ανάκρισή του από την Αστυνομία δεν ανέφερε τίποτε σχετικό, στην τρίτη ανάκρισή του από τον Κ. Μπότσαρη «ομολόγησε» πως ο Καραϊσκάκης όχι μόνο είχε έλθει σε συνεννόηση με τον Ομέρ πασά αλλά είχε σκοπό να συλλάβει τον Μαυροκορδάτο και τον Μπάϊρον. Η απόφαση δεν εκδόθηκε από το δικαστήριο, αλλά από τον ίδιο τον Μαυροκορδάτο με διακήρυξή που δημοσιεύτηκε στα Ελληνικά Χρονικά του Μάγερ[6]: ο Καραϊσκάκης καταδικάστηκε ως προδότης με στέρηση όλων των βαθμών του και διατάχθηκε να αποχωρήσει, μια και η σύλληψή του ήταν μάλλον ανέφικτη, εξαιτίας του μεγάλου αριθμού των ενόπλων που τον συνόδευαν. Όπως έγραφε ο Μαυροκορδάτος σε έκθεσή του στην κεντρική διοίκηση:
Μὲ ὅλον ὅτι ἔγινε φανερὰ ἡ προδοσία του καὶ κατεδικάσθη δὲν ἐκρίθη ὅμως εὔλογο νὰ συλληφθῇ, διότι οἱ ἄνθρωποι του [ ] δὲν τὸν παρέδιδαν· ἔπρεπε λοιπὸν νὰ καταντήσῃ τὸ πρᾶγμα εἰς τὰ ἅρματα καὶ τότε τὸ Ἀνατολικὸν ἐκινδύνευε καὶ τὸ ἀποβησόμενον ἦτο ἀβέβαιον[7].
Αποχωρώντας από το Μεσολόγγι ο Καραϊσκάκης εξεστόμισε μία από τις παροιμιώδεις φράσεις του «—Ἔ, ὠρὲ Μαυροκορδάτε, ἐσὺ τὴν προδοσίαν μου μὲ τὴν ἔγραψες εἰς τὸ χαρτί, καὶ ἐγὼ ὀγλήγορα ἐλπίζω νὰ σοῦ τὴν γράψω εἰς τὸ μέτωπόν σου, <διὰ> νὰ φανῇ ποῖος εἶσαι». Και καθώς συνάντησε τον Μαυροκορδάτο να συντρώγει προκλητικά με τον «μάρτυρα» Βουλπιώτη, συνέχισε: «Φάγε, Βουλπιώτη, καὶ σύ, φάγε μαζὶ μὲ τὸν Πρίντζιπα καὶ τοὺς Στρατηγούς, διὰ νὰ θανατώσῃς τὸν Καραϊσκάκη»· και στρεφόμενος στον Διοικητή: ‘‘Δὲν ἐντρέπεσαι, ἐσὺ κἂν νὰ ἔχῃς εἰς τὸ τραπέζι σου ἕναν ψεύστην καὶ προδότην;’’»[8]. Και παρότι η εύνοια του Μαυροκορδάτου προς τον Βουλπιώτη, στενό συγγενή του Ράγκου, είχε ήδη προκαλέσει υποψίες για την αξιοπιστία του, τον Οκτώβριο του 1824 ο Βουλπιώτης παρέδωσε επιστολές του Μαυροκορδάτου στον Γ. Κουντουριώτη[9].
Στο αρχείο Μαυροκορδάτου υπάρχει και ένα αντίγραφο μιας υποτιθέμενης υποκλαπείσας επιστολής του Καραϊσκάκη προς τον Κολοκοτρώνη, στις 24 Φεβρουαρίου 1824, – μάλλον ακατανόητης, καθώς οι σχέσεις του στρατηγού με τον ποστέλνικο παρέμεναν ομαλές: «Ἡμεῖς μὲ ἕναν κοντζὰ Σουλτᾶνον νὰ πολεμοῦμε τέσσαρους χρόνους καὶ τώρα ἀπὸ τέσσαρους βρακᾶδες νὰ πέσωμε κάτω; Αὐτό, ἂν εἶσαι αὐτὸς Κολοκοτρώνης [ ] στεῖλε ἕναν ἐδικόν σου ἄνθρωπον νάρθη ἐδῶ μὲ 300 ἢ 500 συντρόφους νὰ τοὺς δώσωμεν νόμον τουτουνών»[10]. Και καθώς δεν πρόκειται για πρωτότυπο επιστολής και είναι ανυπόγραφη, ο Γιάννης Βλαχογιάννης πιστεύει πως πρόκειται για πλαστογραφημένο επιγενέστερο έγγραφο[11], με προφανή στόχο να χρησιμοποιηθεί εναντίον του Καραϊσκάκη, ως δήθεν συμμάχου των αντιπάλων του Κουντουριώτη και της Διοίκησης στον εμφύλιο πόλεμο.
Ο «Διευθυντής» ήλπιζε άλλωστε ότι το πρόβλημα που αποτελούσε ο έκπτωτος στρατηγός θα λυνόταν από την φθίση που τον κατέτρωγε «… ἐλπίζεται ὅτι ἡ ζωή του θέλει εἶσθαι βραχυτάτη, ἐπειδὴ αὐτὸς εἶναι φθισικὸς καὶ [ ] οὔτε νὰ περιπατήσῃ δὲν ἠμπορεῖ οὔτε νὰ καβαλλικεύση, ἀλλὰ τὸν σηκώνουν εἰς φορεῖον»[12]. Και ὀμως, ό γιός της καλογριάς όχι μόνο κατόρθωσε να αναλάβει αλλά και θα βρεθεί σύντομα στα Άγραφα, αντιμέτωπος τόσο με τους Τούρκους των Τρικάλων, όσο και με τους Έλληνες που τον κατεδίωκαν.
Ο «Διευθυντής», πνέων μένεα εναντίον του, όχι μόνο αρνήθηκε πρόταση του στρατηγού Ίσκου να κτυπήσουν τους Τούρκους από κοινού με τον Καραϊσκάκη, αλλά αντίθετα υποστήριζε πως η ήττα του αποτελεί προτεραιότητα, ακόμα και αν χρειαστεί να συμπράξουν με τους Οθωμανούς: «… ἂν καὶ ὁ Στουρνάρης καὶ ὁ Ράγκος ἑνώθησαν μὲ τοὺς Τούρκους διὰ νὰ κτυπήσουν τον Καραϊσκάκην, ἔκαμαν καλά» [13], αναφέρει στο Εκτελεστικό. Ο φωτισμένος ποστέλνικος που θεωρούσε έγκλημα καθοσιώσεως τα καπάκια των οπλαρχηγών, όχι μόνο έχει ως δεξί του χέρι τον πρωταθλητή του είδους Γιαννάκη Ράγκο, αλλά δεν διστάζει να συνηγορήσει ακόμα και σε πολεμική συμπαράταξη με τους Τούρκους, εάν το τρόπαιο θα ήταν η εξόντωση του «γιου της καλογριάς».
Ωστόσο, ο Καραϊσκάκης, αποκλεισμένος από Τουρκαλβανούς και Έλληνες στο μοναστήρι της Βράχας, θα καταφέρει μετά από σκληρή μάχη και πάλι να διαφύγει[14], προς μεγάλη απογοήτευση του «διευθυντή» – θα γράψει μάλιστα στον Ράγκο: «Μοῦ κακοφαίνεται πολλὰ ὁποὺ ἠδυνήθη νὰ φύγῃ [ ]· ἤθελα λάβη μεγάλην εὐχαρίστησιν ἂν τὸν ἐπιάνατε. ἐλπίζω ὅμως αἱ κατάραι τοῦ ἔθνους…, νὰ φθάσουν ἐν τάχει καὶ νὰ λάβῃ ἐκεῖνο ποὺ ζητεῖ.».[15] Επιπλέον, όπως τονίζει ο Χρήστος Λούκος, «για να αυξηθεί ο ζήλος του Ράγκου, τονιζόταν (στην επιστολή) ότι ήταν καθ’ οδόν άλλες διακόσιες χιλιάδες τάλιρα του δανείου»[16]. Ο Κασομούλης, γραμματέας του Στορνάρη που συμμετείχε στην καταδίωξη αφηγείται:
« Ὁ Στορνάρης ἦτον ἐνωχλημένος [ ] νὰ πηγαινοέρχωνται Τοῦρκοι εἰς τὸν στρατόν μας» και αρνήθηκε να τον ακολουθήσει: «–Μὲ Τούρκους μαζὶ δὲν πηγαίνω νὰ πολεμήσω.[ ]. –Ἔ, Καπετὰν Νικολό, τὸν λέγει, καὶ μὲ Ἑβραίους θέλει ἑνωθῶ νὰ τὸν διώξω, τὸν κερατᾶ.΄– Κάμε ὅπως θέλεις, τὸν λέγει ὁ Στορνάρης»[17].
Ο Καραϊσκάκης, έχοντας συνειδητοποιήσει πως ο δρόμος του μοναχικού λύκου ήταν αδιέξοδος και κινδύνευε να τον οδηγήσει στ’ αχνάρια του Βαρνακιώτη, όπως επεδίωκε ο Μαυροκορδάτος, έκαμε την ανάγκη φιλοτιμία και ζήτησε συγχώρεση. Του γράφει σε επιστολή του, στις 25 Μαΐου 1824: «Ἐμένα ἡ κακὴ τύχη μου καὶ ἀρρώστησα ὀπίσω· δὲν ἠξεύρω κιόλα ἀπὸ τὰ κρύα τὰ πολλὰ ἦταν, ἢ ἀπὸ τόσους ἀφορισμοὺς ὅπου μοῦ ἐκάμετε, καὶ σὲ παρακαλῶ νὰ μὲ συγχωρέσῃ ἡ Διοίκησις, καὶ ὅλοι οἱ χριστιανοί, καὶ νὰ μοῦ σταλθῇ καὶ μία εὐχὴ συγχωρητικὴ παρὰ τοῦ ἀρχιερέως»[18].
Ο Μαυροκορδάτος όχι μόνο δεν του απάντησε αλλά σημείωσε περιπαικτικά σε επιστολή του στον Γ. Ράγκο: «μὲ συγχώρεσιν εἶναι χεσμένος»[19]. Η Διοίκηση, όμως τον αμνήστευσε και του απέδωσε πάλι τον στρατιωτικό του βαθμό[20].
Ο Χρήστος Λούκος που έχει αφιερώσει μία εκτενή μελέτη στη σύγκρουση Καραϊσκάκη-ποστέλνικου, συνοψίζει: «…ο Μαυροκορδάτος θέλησε να εκμεταλλευτεί τη βίαιη ενέργεια του Καραϊσκάκη στο Μεσολόγγι και το Βασιλάδι, για να απαλλαγεί οριστικά από έναν απείθαρχο οπλαρχηγό που… δεν δίσταζε να καταφέρεται εναντίον του, … θεώρησε στην αρχή τις ενέργειες του Καραϊσκάκη ως στάση αντικυβερνητική και αργότερα, όταν διαπιστώθηκε ότι δεν ήταν, επινοήθηκε η προδοσία.»[21] Παρόλα ταύτα επειδή φοβόταν πως η Διοίκηση δεν θα έδειχνε την απαιτούμενη αυστηρότητα, τονίζει και πάλι στο Εκτελεστικό, πως ήταν αναγκαίο να ληφθούν μέτρα, που θα τον καθιστούσαν «ἀνίκανον νὰ βλάψῃ εἰς τὸ ἑξῆς τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους καὶ νὰ διακινδυνεύσῃ τῆς πατρίδος τὴν ὕπαρξιν»[22]. Ωστόσο το Εκτελεστικό, ίσως με την επίνευση του Ι. Κωλέττη, θα συγχωρήσει τον Καραϊσκάκη και θα του επιτρέψει να εκστρατεύει με 300 άνδρες.
[1] «Μαυροκορδάτος προς Καραϊσκάκη, 23.3.1824» (ΙΑΜ, τχ. 4, σ. 272273)
[2] Ελληνικά Χρονικά, αρ. 27 (2.4.1824). Ελληνικά Χρονικά, αρ. 30 (12.4.1824).
[3] 37. Ν. Κασομούλης, Ενθυμήματα, ό.π., τ. Α΄, σ. 375377· Χρ. Λούκος, «Η δίκη του Καραϊσκάκη,…», ό.π. σ.
[4] Ρόντρικ Μπήτον, Ο πόλεμος Του Μπάιρον // Ρομαντική Εξέγερση, Ελληνική Επανάσταση, Πατάκης Αθήνα 2015.
[5] Ν. Κασομούλης, Ενθυμήματα, ό.π., τ. Α΄, σ. 381382.
[6] . «Προκήρυξις των εγκλημάτων του Καραϊσκάκη», 2.4.1824: Ελληνικά Χρο-
νικά, 12.4.1824. Υπογράφεται από τον Μαυροκορδάτο, 7 στρατηγούς, 3 χιλίαρχους
και 2 καπιτάνους. Χρ. Λούκος, «Η δίκη του Καραϊσκάκη,…», ό.π. σ. 20.
[7] ΙΑΜ τχ 4 σ. 318 και εντεύθεν, αρθμ. 1362.
[8] 45. Σε μεταγενέστερη σημείωση του Κασομούλη σ. 390, σημ. 1. Βλ. και Δ. Τζάκης, Καραϊσκάκης, ό.π., σ. 62.
[9] «Κ. Βουλπιώτης (Κάλαμος) προς Μαυροκορδάτο (Λιγκοβίτζι), 21.8.1824» , ΙΑΜ, τχ. 4, σσ. 795796: «Καὶ τοῦτο ὁποὺ ἔκαμες εἰς ἐμένα ἕως τώρα, πολὺ εἶναι. Τὸ γνωρίζω, σοῦ εἶμαι ντουατζής [=υπόχρεος] διὰ πάντα ». Βλ. Λούκος, «Η δίκη,…», ό.π. σ. 22
[10] «Καραϊσκάκης (Αιτωλικό) προς Κολοκοτρώνη, 28.2.1824, αντίγραφο», ΙΑΜ, τχ. 4, σ. 212213. Για τις επαφές του Καραϊσκάκη και άλλων με τον Κολοκοτρώνη βλ. και Δ. Τζάκης, Η μεταστροφή…, ό.π., σσ. 175176.
[11] Γ. Βλαχογιάννης (ΙΑΜ,τχ. 4, σ. 213, σημ 2. )
[12] «Μαυροκορδάτος προς Διοίκηση, 7.4.1824», ΙΑΜ, τχ. 4, σ. 319.
[13] « Μαυροκορδάτος προς Εκτελεστικό, 21.5.1824», IAΜ, τχ. 4, σ. 433· Λούκος, «Η δίκη,…», ό.π., σ. 23.
[14] 57. Δ. Τζάκης, Γεώργιος Καραϊσκάκης, ό.π., σσ. 6365.
[15] « Μαυροκορδάτος προς Ιω. Ράγκο, 23.5.1824»: Το αρχείο Γιαννάκη Ράγκου. Συμβολή στην ιστο ρική έρευνα του αρματολισμού της Δυτικής Στερεάς και στα στρατιωτικά ζητήματα της καποδιστριακής περιόδου, επιμ. Στέφανος Π. Παπαγεωργίου, ΙΕΕΕ, Αθήνα 1982,, σ. 78.
[16] Χρ. Λούκος, ό.π. σ. 24
[17] Κασομούλης Στο ίδιο, σ. 407.
[18] «Επιστολή Α. Μαυροκορδάτου προς Γ. Ράγκο, 31.5.1824»: Αρχείο Ράγκου, ό.π., σ. 89, και Τζάκης, Γεώργιος Καραϊσκάκης, σσ. 6465. ό.π.
[19] «Επιστολή Α. Μαυροκορδάτου προς Γ. Ράγκο», ό.π.· Λούκος σσ. 25- 26.
[20] Για τον ρουμελιώτικο αρματολισμό, βλ. Δημήτρης Θ.Τσιάμαλος, Οι Αρματολοί της Ρούμελης, Παπαζήσης, Αθήνα 2009· . Βουρνάς, Αρματολοί και κλέφτες, Εταιρεία Λογοτεχνικών Εκδόσεων, Αθήνα 1958· Περικλής Ροδάκης, Κλέφτες και Αρματολοί…, Ελληνικά Γράμματα, τ. Α΄-Β΄, Αθήνα 1999· Δημήτρης Φωτιάδης, Καραϊσκάκης, Αθήνα 1956.
[21] Λούκος, «Η δίκη,…», ό.π. 27- 28· Τζάκης, Η μεταστροφή…., ό.π., σ. 171
[22] «Μαυροκορδάτος προς Εκτελεστικό, 14.6.1824», ΙΑΜ, τχ. 4, σσ. 519521.
