Αρχική » Ορθοδοξοι και Λατινοι στα Επτανησα: Άγιος Γεράσιμος (Α΄ μέρος)

Ορθοδοξοι και Λατινοι στα Επτανησα: Άγιος Γεράσιμος (Α΄ μέρος)

από Γιώργος Καραμπελιάς

Απόσπασμα από το βιβλίο του Γιώργου Καραμπελιά, «Εκκλησία και Γένος εν αιχμαλωσία», Εναλλακτικές  Εκδόσεις, Αθήνα 2018.

Ιδιαίτερη ήταν η σχέση ορθοδοξίας και καθολικισμού στις φραγκοκρατούμενες και κατ’ εξοχήν στις ενετοκρατούμενες περιοχές. Ισχυρή υπήρξε η αντίδραση των Κρητικών στη δράση των ουνιτών και του Μιχαήλ Αποστόλη. Μάταια θα προσπαθούν οι καθολικοί, με τον ίδιο τον Βησσαρίωνα, να διευρύνουν τον κύκλο των ενωτικών. Με τον έξαρχο του Πατριαρχείου, τον μοναχό Μάρκο Ξυλοκαράβη, τον μετέπειτα Πατριάρχη, ο οποίος θα ξεσηκώσει τους «τσαγκαρομαραγγογουναροαυτοχρυσοχοοβοντικλαροχάλκας», σύμφωνα με την έκφραση του Αποστόλη, όχι μόνο θα περιοριστούν οι φιλοδοξίες των ουνιτών αλλά, με έγγραφο του δόγη της Βενετίας το 1463, θα γίνεται έκκληση στις τοπικές αρχές να προστατεύσουν τους ουνίτες ιερείς και κοσμικούς[1]!

Στην Κρήτη, η τάση ήταν μάλλον αντίστροφη· δηλαδή, οι καθολικοί, συχνότατα ενετικής καταγωγής, κάτω από την πίεση του περιβάλλοντος, γίνονται ορθόδοξοι ή στην καλύτερη περίπτωση ακολουθούν το ορθόδοξο τυπικό, ενώ κάτι ανάλογο θα συμβεί και στα Επτάνησα. Γι’ αυτό και οι Ενετοί θα απαγορεύουν τον διορισμό επισκόπου στην Κρήτη, την Κέρκυρα και τη Ζάκυνθο· επίσκοπος θα εδρεύει αποκλειστικά στην Κεφαλονιά, ενώ στα υπόλοιπα Επτάνησα και την Κρήτη θα ορίζονται μόνο πρωτοπαπάδες.

Πάντως, στην Κύπρο, την Κρήτη, τα Ιόνια, η σύγκρουση δεν περιορίζεται μόνο στις θρησκευτικές και στις, εμμέσως, εθνικές διαστάσεις της. Παράλληλα με την εθνική, εκφράζει και μια κοινωνική αντιπαλότητα, δεδομένου ότι οι «Λατίνοι» κατείχαν το μεγαλύτερο μέρος της γης. Τωόντι δε, σε πολλά νησιά του Αιγαίου, ακόμα και μετά την κατάληψή τους από τους Τούρκους, οι Φράγκοι φεουδάρχες συνέχισαν να κατέχουν το μεγαλύτερο μέρος της γης· το 1641, πραγματοποιείται εξέγερση των αγροτών της Νάξου που δεν ήθελαν να καταβάλουν τη δεκάτη στους φεουδάρχες, με υποκινητές της τον οικονόμο της εκκλησίας, Δρυμαλιά, και τον πρωτοπαπά της νήσου, Πολίτη[2].

Εξάλλου, στις φραγκοκρατούμενες περιοχές, κατά τον 16ο αι., κατ’ εξοχήν στην Κρήτη και εν συνεχεία στα Επτάνησα, θα αναδειχθούν και οι κυριότεροι αντίπαλοι του καθολικισμού. Σε αυτή την εν πολλοίς άγνωστη «τιτανομαχία», θα θεμελιωθεί και το μεγάλο αναγεννητικό και παιδευτικό έργο της Εκκλησίας, που θα επανορίσει τις διαφορές ορθοδοξίας και «παπισμού», ελληνισμού και Δύσεως, ως συστατικού της ελληνικής ιδιοπροσωπίας. Ένας μεγάλος αριθμός από τα θρησκευτικά κείμενα, τις ομιλίες και τα κηρύγματα των μεγάλων ιεροκηρύκων της περιόδου, του Ηλία Μηνιάτη και του Μελέτιου Πηγά, έχουν ως επίκεντρο και στόχο τις «παπικές κακοδοξίες». […]

Άγιος Γεράσιμος, Άγιος Διονύσιος [4]

Στα Επτάνησα, ήδη μετά την πρώτη φραγκική κατάκτηση των νησιών, τον 12ο αι., καταργήθηκε η ορθόδοξη Επισκοπή και επιβλήθηκε η καθολική. Οι Ανδεγαυοί θα καταργήσουν, το 1267, τη Μητρόπολη Κερκύρας, οι Ορσίνι εκείνη της Κεφαλονιάς, ο Λεονάρδος A΄ Τόκκος (1357–1376 περ.) αυτή της Λευκάδας, και μόνο απέναντι στην αυξανόμενη απειλή των Τούρκων, θα υποχρεωθούν να επανιδρύσουν τους επισκοπικούς θρόνους της Κεφαλονιάς και της Λευκάδας. Στα νησιά όπου είχε καταργηθεί η παρουσία επισκόπου, ο πρωτοπαπάς εκλεγόταν μεταξύ των ευγενών (στην Κέρκυρα, από 30 κληρικούς και 30 ευγενείς και, στη Ζάκυνθο, από 30 ευγενείς, το λεγόμενο «Ἱερὸν Τάγμα»).

Εν τέλει, επειδή μετά από αιώνες προσπαθειών, η καθολική Εκκλησία έχασε το παιγνίδι της θρησκευτικής επικράτησης, η Βενετία, παρότι καθολική, πιστή στην αρχή «prima Veneziani e poi Cristiani», προσπαθούσε να μετριάσει τη σύγκρουση και να εξευμενίσει τους ορθόδοξους υπηκόους της[5]. Χαρακτηριστική υπήρξε η αδυναμία επιβολής του γρηγοριανού ημερολογίου το 1582, μετά από τη σθεναρή αντίδραση του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως· ακόμα και ο καθολικός αρχιεπίσκοπος Κερκύρας υποχρεώθηκε, το 1588, να επιβάλει και στους Λατίνους τη χρήση του ελληνικού ημερολογίου στον εορτασμό του Πάσχα και των κινητών εορτών[6]. Ο προβλεπτής Ζακύνθου, Βενιέρ (Antonio Venier), αναρωτιέται μάλιστα για το νόημα της εισαγωγής του νέου ημερολογίου, δεδομένου «του ελά­χιστου αριθμού Ιταλών, ή μάλλον εκείνων που, καίτοι Ιταλοί, θα επιθυμού­σαν εν τούτοις να ακολουθήσουν αυτό τον ημερολογιακό ρυθμό», με κίνδυνο να προκαλέσουν έτσι «ατελείωτες αναστατώσεις»[7]. Σοβαρότερο ήταν το πρόβλημα των μικτών γάμων που οι Λατίνοι επίσκοποι ήθελαν να απαγορευτούν, ως μία από τις πρωταρ­χικές αιτίες της συρρίκνωσης του αριθμού των καθολικών· ωστόσο, η ενετική Γερουσία, το 1599, τους επέτρεψε επισήμως[8].

Σε τόσο οικτρή θέση βρισκόταν η καθολική Εκκλησία ώστε ο προβλεπτής της Ζακύνθου, Ντα Λέτσε (Donato Da Lezze), σε αναφορά του, στις 25 Μαΐου 1506, έγραφε πως «δεν υπήρχε παρά ένα παρεκκλήσι όπου τελούνταν τα ιερά μυστήρια… και επειδή δεν υπήρχε άλλη εκκλησία, όλοι οι Λατίνοι έμοιαζαν να είχαν προσχωρήσει στο ελληνικό δόγμα»[9]. Στη δε Κεφαλονιά, σημειώνει ο Τζιρόλαμο Τιέπολο (Tiepolo), στα 1584, κανείς «δεν ακολουθεί το ιταλικό τυπικό», οι «ναοί έχουν ολοσχερώς καταστραφεί, ερημωθεί και σχεδόν μετατραπεί σε στάβλους ζώων»,ενώ ανενεργά παραμένουν τα διατάγματα που απειλούν με αυστηρές ποινές όσους καθολικούς της Κεφαλονιάς ασπάζονταν την ορθόδοξη πίστη[10].

Οι Ενετοί, λοιπόν, υποχρεωμένοι να προσαρμοστούν στην επικράτηση της ορθόδοξης Εκκλησίας, επικεντρώνονται στον όσο το δυνατόν μεγαλύτερο έλεγχό της. Έτσι, αφαίρεσαν από το Οικουμενικό Πατριαρχείο την αποκλειστική δικαιοδοσία διορισμού των επισκόπων· τόσο ο αρχιεπίσκοπος Φιλαδελφείας (Βενετίας) όσο και εκείνοι της Κεφαλληνίας, των Κυθήρων και της Λευκάδας εκλέγονταν από την αυτοδιοίκηση, δηλαδή τους ευγενείς, μετά από πρόταση του Πατριάρχη, ενώ απαιτούνταν επικύρωση της εκλογής από τις ενετικές αρχές. Παράλληλα, σε ολόκληρη την Κρήτη αλλά και στην Κέρκυρα και τη Ζάκυνθο, συνέχιζαν να εμμένουν στον διορισμό «πρωτοπαπάδων», το δε 1605, σε συμμαχία με το ζακυνθινό αρχοντολόι, αφαίρεσαν από τον επίσκοπο της Κεφαλονιάς το δικαίωμα να επιλέγει τον πρωτοπαπά της Ζακύνθου και το μεταβίβασαν στις αρμοδιότη­τες του Συμβουλίου των ευγενών[11].

Ως απάντηση των ορθόδοξων Ελλήνων ήλθε η αγιοποίηση στην Κεφαλονιά και τη Ζάκυνθο δύο εκκλησιαστικών προσωπικοτήτων που έδρασαν κατά τον 16ο αιώνα και τις αρχές του 17ου στα ίδια τα νησιά, και τιμήθηκαν ως πολιούχοι τους· μια πανηγυρική επιβεβαίωση της πλήρους επικράτησης της ορθόδοξης Εκκλησίας, στην πάλη με τον καθολικισμό, της ελληνικότητας απέναντι στους Λατίνους.

Μονή Αγίου Γερασίμου, Κεφαλονιά

Ο Άγιος Γεράσιμος

Ο πολιούχος της Κεφαλονιάς, Γεράσιμος Νοταράς (1509-1579), του οποίου ο πολυκύμαντος βίος ταιριάζει απόλυτα στην κεφαλονίτικη ιδιοπροσωπία, γεννήθηκε στα Τρίκαλα της ορεινής Κορινθίας, γόνος της αρχοντικής οικογένειας των Νοταράδων, που εγκαταστάθηκαν εκεί μετά την Άλωση της Πόλης, στις αρχές του 16ου αιώνα[12]. Νέος, ταξίδεψε στη Ζάκυνθο όπου, όπως πιστεύει ο Χρυσόστομος Παπαδόπουλος, συνδέθηκε με έναν επιφανή και σφόδρα αντικαθολικό θεολόγο, τον Ζακύνθιο μοναχό, Παχώμιο Ρουσάνο (1508-1553). Ο Ρουσάνος εξάλλου περιόδευσε και σε όλες τις περιοχές όπου περιπλανήθηκε και ο Νοταράς, ίσως και μαζί του[13].

Πράγματι, μετά την ολιγόχρονη παραμονή του στη Ζάκυνθο, ο Γεώργιος, ακόμα, Νοταράς περιπλανήθηκε σε όλη την Ελλάδα, από το Μέγα Σπήλαιο και τον Όσιο Λουκά μέχρι τα Μετέωρα και την Πόλη, για να καταλήξει στο Άγιον Όρος, όπου έμεινε τρία χρόνια. Εκάρη μοναχός, παίρνοντας το όνομα Γεράσιμος και, το 1538, έφυγε για τα Ιεροσόλυμα όπου χρημάτισε καντηλανάφτης του Πανάγιου Τάφου, ως συνεργάτης του πατριάρχη Γερμανού. Κατά τη δωδεκαετή παραμονή του εκεί, επισκέφθηκε τη Συρία, την Αντιόχεια, την Αλεξάνδρεια, την έρημο της Θηβαΐδος και το Όρος Σινά. Εν συνεχεία, μετέβη στην Κύπρο και την Κρήτη, όπου ασκήτευσε σε σπηλιές και δυσπρόσιτες τοποθεσίες της περιοχής των Χανίων, η δε Εκκλησία της Κρήτης τον συναριθμεί στη χορεία των τοπικών της αγίων.

Μετά είκοσι έτη, γύρω στο 1553, επέστρεψε στη Ζάκυνθο και αποσύρθηκε σε απόκρημνη ερημική τοποθεσία, σε σπήλαιο, το οποίο μέχρι σήμερα φέρει το όνομά του. Πέντε χρόνια αργότερα, το 1558, αποβιβάστηκε για  πρώτη φορά στην Κεφαλονιά, αρχικώς σε σπήλαιο, νοτιοδυτικά του Αργοστολίου, στη θέση Σπήλια, έως ότου εγκατασταθεί στην κοιλάδα των Ομαλών, στους πρόποδες του Αίνου. Εκεί, ανακαίνισε το παλαιό ορθόδοξο εκκλησάκι, υπόλειμμα παλαιότερου καθολικού ναού, της «Αγίας Ιερουσαλήμ», που είχε κτιστεί κατά τον 13ο αιώνα[14], και ίδρυσε ένα γυναικείο μοναστήρι, το οποίο ονόμασε «Νέα Ιερουσαλήμ» και ανακηρύχθηκε σταυροπηγιακό, δηλαδή άμεσα συνδεδεμένο με το Πατριαρχείο. Απεβίωσε μετά από δεκαεννιά χρόνια ασκητικής ζωής, το 1579, έχοντας αποκτήσει μεγάλη επιρροή και φήμη, θεωρούμενος άγιος και θαυματοποιός από τον πληθυσμό της Κεφαλονιάς.

Όπως γράφουν οι δεκατέσσερις μάρτυρες των θαυμάτων του –μεταξύ τους ο μητροπολίτης Κεφαλληνίας και Ζακύνθου, Παχώμιος–, σε έγγραφο που συνοδεύει το αίτημα της αγιοποίησής του, «πολ­λοὺς ἀ­σθε­νεῖς καὶ δαι­μο­νών­τας ἰ­ά­σα­το» ενώ «πι­στεύ­ε­ται βε­βαί­ως πα­ρὰ πᾶ­σι τοῖς ἐν­ταῦ­θα χρι­στια­νοῖς δι­α­φυ­λα­χθῆ­ναι τὴν νῆ­σον ταύ­την ἀ­ναιχ­μα­λώ­τι­στον ἐν τῷ και­ρῷ τῆς τῶν Ἀ­γα­ρη­νῶν μά­χης δι­ὰ προ­σευ­χῆς τοῦ αὐ­τοῦ πα­τρός»[15]. Οι μάρτυρες και μαθητές του Αγίου αναφέρονται στις λεηλασίες και τις επιδρομές του τουρκικού στόλου πριν από τη ναυμαχία της Ναυπάκτου, στη Ζάκυνθο και την Κεφαλονιά, το 1571, όπου αιχμαλώτισε 6.000 ψυχές. Τότε ο Άγιος Γεράσιμος πρωτοστάτησε πνευματικά στον αγώνα για την απόκρουσή τους[16] – όπως εξάλλου συνέβη και στην Κέρκυρα, με τη θαυματουργή συμβολή της κάρας του Άγιου Σπυρίδωνα, το 1716.

«Ἐ­πει­δὴ δὲ ἦν ἀ­δύ­να­τον κρύ­πτε­σθαι ἡ τοῦ Ἁ­γί­ου ἀ­ρε­τὴ» γι’ αυτό και, μετά από άδεια του Ιερεμία Β΄ Τρανού και παρουσία πατριαρχικού Έξαρχου, έγινε η ανακομιδή του σκηνώματός του, στις 20 Οκτωβρίου 1581, και αυτό βρέθηκε «ακέραιο, άφθαρτο και ευωδιάζον», μαζί με τα άμφιά του. Οι Λατίνοι ιερωμένοι, που θεωρούσαν τον ιερομόναχο σοβαρότατο αντίπαλο και φοβούνταν την εδραίωση της πίστης στην αγιοσύνη του, ζήτησαν από τον πατριαρχικό Έξαρχο, Μητροπολίτη Φιλαδελφείας και λόγιο, Γαβριήλ Σεβήρο (1577-1616), την εκ νέου ταφή του σκηνώματος, ώστε να συμπληρωθούν τρία χρόνια από την πρώτη ταφή, όπως και έγινε. «Καὶ πά­λιν δευ­τέ­ραν ποι­ή­σαν­τες ἀ­να­κο­μι­δὴν εὕ­ρο­μεν τὸ αὐ­τὸ Λεί­ψα­νον ἀ­κέ­ραι­ον, πᾶ­σαν εὐ­ω­δί­αν ἐκ­πέμ­πον καὶ ἰ­ά­μα­τα»[17]. Έτσι, τον Ιούλιο του 1622, το Πατριαρχείο τον ανακήρυξε Άγιο, κατόπιν αιτήματος που υπέβαλε προς τον Πατριάρχη Κύριλλο Λούκαρι ο Κεφαλλήνας επίσκοπος πρώην Μαΐνης, Ιερεμίας Κατσαΐτης, ο οποίος επί μία τεσσαρακονταετία (1603-1645) διετέλεσε ηγούμενος της Μονής της Νέας Ιερουσαλήμ, το δε κείμενο της αγιοποίησης είχε συντάξει ο Θεόφιλος Κορυδαλέας, που ζούσε στη Ζάκυνθο[18].

Τέσσερα ή πέντε χρόνια μετά την αγιοποίηση του Γερασίμου, τυπώθηκε κρυφά, στη μονή της Νέας Ιερουσαλήμ, όπου εγκαταβίωνε επί είκοσι έτη ως μοναχή η αδελφή του Νικόδημου Β΄ Μεταξά, Αγάθη, στο παράνομο τυπογραφείο του τελευταίου, με την άμεση συνέργεια του Ιερεμία Κατσαΐτη, το Βιβλίον τοῦ Ὀρθοῦ Λόγου, βεβαίωσις καλούμενον, το οποίο αναφέρει παραπλανητικά ως τόπο έκδοσης το… Λονδίνο. Σε αυτό περιλαμβάνονται όλα τα σχετικά με την αγιοποίηση του αγίου Γερασίμου, μία επιστολή του Παϊσίου Μεταξά στον Θεόφιλο Κορυδαλέα, καθώς και η Ἔκθεσις σύντομος τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, του Λούκαρι. Δηλαδή, η αγιοποίηση του Γεράσιμου Νοταρά συνδέθηκε άμεσα με τον αντικαθολικό αγώνα του Κυρίλλου Λουκάρεως, των Μεταξάδων και του Κορυδαλέα και έμμεσα με το ίδιο το «ρεμπελιό των ποπολάρων», δεδομένου ότι οι εχθροί τους, «καλικάτζαροι», μαρτυρούν εναντίον των εκδοτικών δραστηριοτήτων του Κατσαΐτη στις ενετικές αρχές[19]. Η Ακολουθία του, που πρώτη φορά περιελήφθη στην Ἔκθεσιν, πραγματοποίησε δέκα εκδόσεις μέχρι το 1830[20], αναδεικνύοντας τον άγιο Γεράσιμο σε έναν από τους σημαντικότερους νεώτερους Αγίους.

Ακόμα και αν το σύνολο των περιπλανήσεών του δεν είναι γνωστό στις λεπτομέρειές του, ωστόσο η, ούτως ή άλλως, περιπετειώδης ζωή του ενέχει ισχυρό συμβολικό χαρακτήρα. Καταγόμενος από αρχοντική οικογένεια της Πόλης, συνδεόταν άμεσα με τη βυζαντινή παράδοση, ενώ οι μετακινήσεις του στις εσχατιές του ελληνισμού και της ανατολικής ορθοδοξίας περιέγραφαν τα όρια αυτού του ελληνισμού, διαπερνώντας τον τουρκοκρατούμενο και φραγκοκρατούμενο ελληνικό κόσμο – από το Άγιον Όρος και την Πόλη στα Ιεροσόλυμα, την Κύπρο, την Κρήτη, για να καταλήξει στα Επτάνησα. Ο άγιος Γεράσιμος δεν είναι Κεφαλλήνιος αλλά ένα σύμβολο του οικουμενικού ελληνισμού· κατέληξε στην Κεφαλονιά, διατηρώντας ισχυρές σχέσεις με τη Ζάκυνθο, μαρτυρώντας τον ενιαίο χαρακτήρα των Επτανήσων. Πρόμαχος της ορθοδοξίας έναντι των Λατίνων, γνωρίζει ταυτόχρονα, σε επιμαχία με τους Ενετούς, να υπερασπίζεται την Κεφαλονιά από τους Τούρκους. Υπ’ αυτή την έννοια, αποτελεί ένα σύμβολο της ιδιοπροσωπίας των Κεφαλλήνων και του ελληνισμού γενικότερα, ως «γέφυρας» Ανατολής-Δύσης. Και επειδή ανταποκρίνεται σε αυτά τα βαθύτερα χαρακτηριστικά, ως ένας «Οδυσσέας» της ορθοδοξίας, παραμένει τόσο αγαπητός στους Κεφαλονίτες αλλά και τους Ζακυνθινούς.

Για να στηρίξετε το Άρδην μπορείτε να κάνετε μια προσφορά ΕΔΩ.


[1] Βακαλόπουλος, ό.π., τόμ. Γ΄, σσ. 176-177.

[2] Απ. Βακαλόπουλος, ΙΝΕ, τ. Γ΄, ό.π.,σσ. 296.

[4] Letterio Augliera, Βιβλία, πολιτική…, ό.π.

[5] Letterio Augliera, Βιβλία, πολιτική…, ό.π., σ. 139.

[6] Ermanno Lunzi,Della condizione politica delle Ιsole Jonie sotto il dominio veneto preceduta da un compendio della storia delle isole stesse dalla divisione dell‘impero Bizantino,Βενετία 1858, σσ. 371-372· Π. Χιώτης, Ιστορικά Απομνημονεύματα Επτανήσου, 6 τόμοι, Ζάκυνθος 1887,τ. ΣΤ΄, σ. 66.

[7] Δημήτρης Αρβανιτάκης, Οι αναφορές των Βενετών Προβλεπτών της Ζακύνθου (16ος-18ος αι.),ΕΙΒΜΣΒ, Βενετία 2000, σ. 109.

[8]  Ε. Lunzi, Della condizione…, 369· Ηλίας Α. Τσιτσέλης, Κεφαλληνιακά Σύμμικτα: συμβολαί εις την ιστορίαν και λαογραφίαν της νήσου Κεφαλληνίας, τ. 1, Αθήνα 1904, τ. Β΄,  σ. 47.

[9] L. Augliera, Βιβλία, πολιτική…, ό.π., σ. 140.

[10] Τσιτσέλης, Κεφαλληνιακά…, ό.π., τ. Β΄, σσ. 46-47.

[11] Δημήτρης Αρβανιτάκης, «Ο Νικόδημος Β΄ Μεταξάς μεταξύ εκκλησιαστικών και κοινωνικών αντιθέσεων (1628-1639)», Θησαυρίσματα 29 (1999), σσ. 287-296· Ηλίας Α. Τσιτσέλης, Κεφαλληνιακά Σύμμικτα…, ό.π., τ. Β΄, σσ. 496-503.

[12] Χρυσόστομος Παπαδόπουλος, «Ο Άγιος Γεράσιμος “Ο Νέος” Ασκητής Κεφαλληνίας (1509-15 Αυγούστου 1579)», Θεολογία, τ. 18 (1940), σσ. 7-28· Γεράσιμος Γαλανός – Κωνσταντίνος Στάβερης, Ιστορώντας τον Άγιο Γεράσιμο τον νέο ασκητή και θαυματουργό τον εν Κεφαλληνίᾳ, Έκδ. Ιεράς Μητροπόλεως Κεφαλληνίας, Αργοστόλι 2009· Αριστ. Γ. Θεοδωρόπουλος, Ο Άγιος Γεράσιμος (1509-1579) 21/10//2013, http://www.zoiforos.gr/ index. php?option=com_k2&view=item&id=10113:o-agios-gerasimos-1509-1579&Itemid=170

[13] Χρ. Παπαδόπουλος, «Ο Άγιος Γεράσιμος “Ο Νέος”…», ό.π., σ. 8. 

[14] L. Augliera, Βιβλία, πολιτική…, ό.π., σ. 196.

[15] Ακολουθία του οσίου και θεοφόρου Πατρός ημών Γερασίμου του νέου ασκητού του εν τη νήσω Κεφαλληνίας καί τινων Ανεκδότων εις τον βίον αυτού και μερικών θαυμάτων, επιμ. Δ. Λυκούδη, Πάτρα 1870, σ. 8.

[16] Απόστολος Βακαλόπουλος, ΙΝΕ, ό.π., τ. Γ΄, σσ. 252-253.

[17] Ακολουθία του οσίου και θεοφόρου Πατρός, ό.π., σσ. 8-9.

[18] Χρ. Παπαδόπουλος, «Ο Άγιος Γεράσιμος “Ο Νέος”, ό.π., σσ. 18-19.

[19] Letterio Augliera, Βιβλία…, ό.π., σσ. 196, 200-203, 207, 236, 237, 259, 266, 267.

[20] Louis Petit, Bibliographie des acolouthies grecques, Société des Bollandistes, Βρυξέλλες 1926, σσ. 92-98.

ΣΧΕΤΙΚΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ