Βάσος Φτωχόπουλος – Γιώργος Καραμπελιάς, 1984. Φωτογραφία: Παναγιώτης Κόρπας
του Γιώργου Καραμπελιά
Έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 76 ετών ο Βάσος Φτωχόπουλος, σύντροφος και αγαπημένος φίλος, αγωνιστής τους κυπριακού ελληνισμού, ακτιβιστής, συγγραφέας, σκηνοθέτης και εκδότης που έχει διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στην κυπριακή πολιτική και πνευματική ζωή των τελευταίων πενήντα χρόνων…
Εδώ, προτού τον αποχαιρετήσω μαζί με τους άλλους Ελλαδίτες και Κύπριους συντρόφους και φίλους του στην τελευταία του κατοικία στην αγαπημένη του Λευκωσία, την Παρασκευή 11 Σεπτεμβρίου του 2026, θα πω ελάχιστα λόγια, και υπόσχομαι αν ο Θεός μου δώσει κι’ άλλες μέρες να επανέλθω.
Γεννημένος το 1950 στην κατεχόμενη σήμερα Αιγιαλούσα της Καρπασίας, έζησε τα πρώτα χρόνια της ζωής του στην Κύπρο, προτού η οικογένειά του μετακινηθεί στο Λονδίνο. Αμέσως μετά τη Μεταπολίτευση εγκαταστάθηκε για ένα διάστημα στη Θεσσαλονίκη, όπου ανέπτυξε πολιτική και κοινωνική δράση, επικεφαλής μιας ομάδας Κυπρίων φοιτητών και φοιτητριών και συνδεθήκαμε στενά από τότε, καθώς μοιραζόμαστε κοινές φιλοσοφικές και ιδεολογικές αντιλήψεις. Άλλωστε η ομάδα των νεαρών Κυπρίων αγωνιστών δεν παρέμενε αποκλειστικά προσηλωμένη στο Κυπριακό, αλλά συμμετείχε στους ευρύτερους προβληματισμούς για τη μοίρα του ελληνισμού στο σύνολό του.
Η έκδοση του περιοδικού Αυτοδιάθεση, στην οποία είχαμε συμμετάσχει και πολλοί άλλοι, κατεξοχήν Κύπριοι αλλά και Ελλαδίτες, στις αρχές στης δεκαετίας του 1980, αποτέλεσε μια βαθύτατη τομή στην πολιτική και πνευματική ζωή του Κυπριακού ελληνισμού. Για πρώτη φορά μετά την τουρκική εισβολή το αίτημα της Αυτοδιάθεσης μπαίνει ως πρόταγμα μιας πολιτικής και ιδεολογικής συσσωμάτωσης που δεν συνδέεται με παραδοσιακεντρικές αντιλήψεις αλλά αντίθετα συνδέεται με τα σύγχρονα διεθνή και ελληνικά πρωτοποριακά ρεύματα. Το περιοδικό, ψυχή του οποίου ήταν ο Βάσος, επιμένει στην επανατοποθέτηση του Κυπριακού σε μια κατεύθυνση απόρριψης της λογικής της ομοσπονδίας και των συνομιλιών με τους εντολοδόχους του τουρκικού στρατού· της πρόταξης μιας αγωνιστικής λογικής, συμπαράταξης με την Ελλάδα· άλλωστε αυτός θα επανεκδώσει το κείμενο με τις υπογραφές του ενωτικού δημοψηφίσματος του 1950 (που το 2017, επιτέλους, θα αρχίσει να διδάσκεται στα σχολεία της Κύπρου). Και ενώ στην επίσημη πολιτική ζωή της Κύπρου κυριαρχούσαν οι χλιαροί και οι «συναινετικοί», που ομνύουν στο όνομα της ομοσπονδίας, η πραγματικότητα της ριζικής αντίθεσης ανάμεσα στον ελληνισμό και τον τουρκισμό, στο πολύπαθο νησί, θα οδηγήσει μέσα από την πανουργία της Ιστορίας το χαμένο αίτημα της Αυτοδιάθεσης να επανενεργοποιηθεί και στις νέες συνθήκες. Το 2004 θα απορριφθεί το σχέδιο Ανάν και τα δυο ελληνικά κράτη της Ελλάδας και της Κύπρου συμπορεύονται πλέον στην ΕΕ και συγκροτούν ένα κοινό πολιτικό και αμυντικό μπλοκ, συνάπτοντας κοινές συμμαχίες. Το ιστορικό περιοδικό αποτέλεσε το φυτώριο της ανάδειξης πολλών δημοσιογραφικών, πολιτικών και λογοτεχνικών στελεχών που πρωτοστάτησαν και πρωτοστατούν ακόμα στο κυπριακό δημόσιο στερέωμα.
Αλλά ο Βάσος δεν μπορούσε να αρκεστεί στην έκδοση ενός ρηξικέλευθου περιοδικού, το οποίο θα ακολουθήσουν και άλλα έντυπα στη συνέχεια, προπαντός η ιστορική Ένωσις. Θα προχωρήσει στην έκδοση ενός μεγάλου αριθμού βιβλίων από τις εκδόσεις «Αιγαίον», και όχι αποκλειστικά από Κύπριους συγγραφείς, εκδόσεις που ανέδειξαν μια ολόκληρη γενιά νέων συγγραφέων. Πρόκειται στην πραγματικότητα για την σημαντικότερη εκδοτική δουλειά της Μεγαλονήσου.
Όμως το «Αιγαίον» δεν ήταν μόνο εκδοτικός οίκος ήταν ταυτόχρονα βιβλιοπωλείο και ταβέρνα – την υψηλή ποιότητα της γαστριμαργικής παραγωγής της οποίας διασφάλιζε η παρουσία των τριών αδελφών, της Κλαίρης, του Γιώργου και του Βάσου. Συγκροτούσε δηλαδή έναν ενιαίο χώρο υψηλής ποιότητας σε όλα τα επίπεδα, τον οποίο τίμησαν με την παρουσία τους δεκάδες χιλιάδες Ελλαδίτές και Κύπριοι, καλλιτέχνες, λογοτέχνες και καθημερινοί άνθρωποι, από τον Σαββόπουλο έως τον παλιό αγωνιστή της ΕΟΚΑ, στην εγκαταλελειμμένη γειτονιά.
Άλλωστε ο Βάσος υπήρξε ο πρώτος που τόλμησε να μεταβάλει στις αρχές της δεκαετίας του 1980, έναν παλιό και ερειπωμένο χώρο της παλιάς Λευκωσίας, ο οποίος είχε εγκαταλειφθεί μετά την εισβολή και τη διχοτόμηση, σε μια ζωντανή εστία, γύρω από την οποία συγκεντρώνονταν και μαθήτευσαν μαζί του εκατοντάδες νέοι και νέες. Ήταν ο πρώτος που τόλμησε να αναρτήσει την ελληνική σημαία ως σύμβολο μνήμης μέσα στην καθημαγμένη παλιά Λευκωσία, αναδεικνύοντάς την, σε έμβλημα αυτού του μοναδικού πολυχώρου του ελληνικού κόσμου.
Στην πραγματικότητα αποτέλεσε την παλλόμενη εστία του ελληνισμού, σε συνθήκες δύσκολες και ταυτόχρονα ιδανικές για τη σύνθεση του κοινωνικού με το εθνικό στοιχείο. Την Κύπρο «δεν την μισούνε οι εμπόροι» μόνο, αλλά και όλοι οι καθωσπρέπει ηγέτες του ελληνικού κόσμου, που διατηρούν μεν την πολιτική και κοινωνική ηγεμονία αλλά τα υπόγεια ρεύματα της ταυτότητας, ανατρέπουν διαρκώς τα ντροπιασμένα όνειρα μιας παράδοσης που την αποκαλούν ειρήνευση. Τόσα χρόνια που ζω την Κύπρο από κοντά, από το 1975 και μετά, πάντοτε η ίδια εικόνα. Οι «από πάνω», εκτός από ελάχιστες φωτεινές εξαιρέσεις, να αναζητούν διαρκώς, μαζί με ΟΗΕδες, Βρετανούς, Αμερικάνους και άλλους Γερμανοευρωπαίους, τον τρόπο της παράδοσης και «από κάτω» το λαϊκό φρόνημα να ανατρέπει στα σχέδιά τους. Έτσι έγινε και με το σχέδιο Ανάν, όταν άρκεσε ένας πολιτικός με το στομάχι και τα κότσια ενός Τάσσου Παπαδόπουλου για να εκφραστεί το λαϊκό αίσθημα, ενάντια στο κατεστημένο του πλανήτη ολόκληρου και να ανατρέψει τα σχέδιά τους.
Όλοι γνωρίζουμε τον Τάσσο Παπαδόπουλο. Όμως δίπλα του, αφανής, για μένα σε ανάλογο ύψος, στέκεται ένας άλλος Έλληνας της Κύπρου, ο Βάσος Φτωχόπουλος, που για εικοσιπέντε ή τριάντα χρόνια καλλιεργούσε, προετοίμαζε το έδαφος, από την πλευρά του λαϊκού αισθήματος γι’ αυτό το μεγάλο ΟΧΙ. Άλλωστε ο Τάσσος τον εκτιμούσε απεριόριστα, όπως μου το είχε τονίσει ο ίδιος, όταν σε ανύποπτο χρόνο, στα τέλη της δεκαετίας του 1990, ο Βάσος με έφερε σε επαφή μαζί του· τότε ο Τάσσος ήταν ακόμα πρόεδρος ενός μικρού κυπριακού κόμματος. Και το ίδιο συνέβαινε και με τον ύστερο Λυσσαρίδη, που ο Βάσος εξέδιδε τα ποιήματά του.
Ο Βάσος δεν είχε απλώς προετοιμάσει το έδαφος γι’ αυτό το ΟΧΙ, αλλά πρωτοστάτησε στις κινητοποιήσεις για την απόρριψή του, με όλα τα μέσα που διέθετε στην τεράστια φαρέτρα του, όχι μόνο με πολιτικές διακηρύξεις αλλά με τα υπέροχα θεατρικά του έργα, τις ιστορικές σατιρικές εκπομπές του στον Αντέννα Κύπρου, τον ασταμάτητο ακτιβισμό του. Γιατί ο φίλος μου ήταν ταυτόχρονα ένας σπουδαίος συγγραφέας, ένας λαμπρός σκηνοθέτης, ένας σατιρικός που δεν είχε τον όμοιό του ίσως στη σύγχρονη Ελλάδα. Ένας άνθρωπος που ξανάφερε στην Κύπρο το ρεμπέτικο και τον Καζαντζίδη δίπλα στον Ντύλαν και το αγγλικό ροκ της νιότης του. Και φρόντισε να αφήσει πίσω του μια μεγάλη σπορά από τους ξέφρενους νέους που συγκεντρώθηκαν γύρω του και συνεχίζουν το έργο του. Ο Άριστος, ο Αλέκος, ο Χρήστος, η Ιόλη, η Δήμητρα, η Ελενίτσα, η Αυγή, τόσοι και τόσοι σε όλη την Κύπρο και την Ελλάδα.
Ήταν ένας άνθρωπος ρηξικέλευθος, πρωτεϊκός, ερωτικός, άπιαστος, μια μεγάλη φυσιογνωμία του σύγχρονου ελληνισμού που έμεινε μέχρι το τέλος άκαμπτος, πιστός στο όραμα της Ένωσης με την μάνα πατρίδα-μητριά.
Πολλοί, έχοντας γνωρίσει έστω μερικές από τις όψεις του αστείρευτου ταλέντου του, της ιδιοφυΐας του πίστευαν πως η Κύπρος ήταν πολύ μικρή με τον μικροαστικό της καθωσπρεπισμό για να τον χωρέσει. Ωστόσο απέρριπτε ακόμα και τη σκέψη της όποιας εγκατάλειψης, και πίστευε πως μέσα από το ελληνικό αυτό νησί μπορεί να ανθίσει η μεγάλη ιδέα της αντίστασης του ελληνισμού. Άλλωστε, μέχρι σήμερα, ήδη από τη δεκαετία του 1950, η βουκέντρα της αγωνιζόμενης Κύπρου αφυπνίζει αδιάκοπα τον κάποτε υπνώττοντα τον ελληνισμό, το 1958, το 1965, το 1974, το 2004. Και σήμερα η Κύπρος είναι το μεγάλο καρφί στο μάτι του εισβολέα. Ο Βάσος είχε συλλάβει αυτή τη βαθύτερη διαλεκτική και ταυτίστηκε τόσο πολύ με τη μεγαλόνησο, που σήμερα καθώς πορεύεται για να συναντήσει τον φίλο του Τάσσο Παπαδόπουλο, μπορούμε να ακούσουμε και πάλι την κραυγή του, «Την Ελλάδα θέλομεν και ας τρώγωμεν πέτρες».
Ας είναι ελαφρύ το ελληνικό χώμα που θα τον σκεπάσει.
