Αρχική » Ορθοδοξοι και Λατινοι στα Επτανησα: Άγιος Διονύσιος & Νικόδημος Μεταξάς (Β΄ μέρος)

Ορθοδοξοι και Λατινοι στα Επτανησα: Άγιος Διονύσιος & Νικόδημος Μεταξάς (Β΄ μέρος)

από Γιώργος Καραμπελιάς

Απόσπασμα από το βιβλίο του Γιώργου Καραμπελιά, «Εκκλησία και Γένος εν αιχμαλωσία», Εναλλακτικές  Εκδόσεις, Αθήνα 2018.

Ο Άγιος Διονύσιος

Αλλά και ο πολιούχος της Ζακύνθου, ο άγιος Διονύσιος, αποτελεί μια ακόμα ιδεοτυπική έκφραση της επτανησιακής ταυτότητας. Ο Διονύσιος Γραδενίγος Σιγούρος (1547-1622) ήταν Ζακυνθινός, γιός του Μωκίου Σιγούρου –από οικογένεια νορμανδικής καταγωγής, που είχε προσχωρήσει στην ορθοδοξία και είχε εγγραφεί στο Libro d’ oro– και της Παυλίνας Βάλβη, από την επίσης ενετικής καταγωγής οικογένεια Βάλβη[1]. Σύμφωνα δε με τον Χρυσόστομο Παπαδόπουλο, πνευματικός πατέρας του νεαρού Διονύσιου υπήρξε πιθανότατα ο Γεράσιμος Νοταράς[2]. Ως προς τις σπουδές του, σύμφωνα με συμβόλαιο της 27ης Οκτωβρίου 1557, κάποιος «Καιροφύλας» ανελάμβανε την υποχρέωση να διδάξει τον δεκάχρονο μαθητή του «τὰ γράμματα τῆς Ἐκκλησίας, ἤ­γουν προοιμιακόν, ὀκτώηχον, ψαλτήριον, Ἀπό­στο­λον καὶ γράψιμον» ενώ για τη συνέχειά τους δεν γνωρίζουμε τίποτε άλλο· πάντως, γνώριζε αρχαία ελληνικά, λατινικά και ιταλικά και, όπως συνάγεται από επιστολή του, έγραφε σχόλια στα έργα του Γρηγορίου Θεολόγου. Σύντομα έγινε ηγούμενος της μονής της Παναγίας της Αναφωνήτριας, που είχε παραχωρηθεί στην οικογένεια Σιγούρου από τους Ενετούς ιδιοκτήτες της.

Το 1577, ενώ κατευθυνόταν στους Αγίους Τόπους, βρέθηκε στην Αθήνα όπου ο Νικάνωρ, με τη σύμφωνη γνώμη του Πατριάρχη Ιερεμία Β΄, τον προήγαγε σε αρχιεπίσκοπο Αιγίνης όπου και έμεινε για έναν περίπου χρόνο πριν επιστρέψει ως χωρεπίσκοπος (πρωτοπαπάς) Ζακύνθου. Αφού απέτυχε να εκλεγεί μητροπολίτης Κεφαλληνίας και Ζακύνθου, μετά από αντίδραση των Κεφαλλήνων, το 1582[3], αποσύρθηκε και πάλι στη μονή της Αναφωνήτριας μέχρι τον θάνατό του· το 1703, αγιοποιήθηκε, ενώ ήδη λατρευόταν ως άγιος από τους Ζακυνθινούς.

Ιερά Μονή Αναφωνήτριας, Ζάκυνθος

Παρότι δεν φαίνεται να έχουν διερευνηθεί αρκούντως οι σχέσεις του με τους Ενετούς και τους «καλικατζάρους» της Ζακύνθου, ο Διονύσιος αντιπροσωπεύει μια διαφορετική περίπτωση από τον Γεράσιμο, μια και κατάγεται από Ζακυνθίους ευγενείς και η οικογένειά του διαχειριζόταν τη μονή στην οποία ησύχαζε. Ωστόσο, συνιστά μια επιβεβαίωση της κατίσχυσης της ορθοδοξίας και της ελληνικότητας –ως καταγόμενος από Νορμανδούς και Ενετούς καθολικούς που είχαν γίνει ορθόδοξοι– ενώ η άνοδός του στην αρχιεπισκοπή της Αίγινας τον είχε ήδη συνδέσει με τον τουρκοκρατούμενο ελληνισμό. Πάντως, όπως και στην περίπτωση του αγίου Γερασίμου, η ανακήρυξή του σε πολιούχο σηματοδοτεί την εμμονή στη συγκαιρινή ταυτότητα των Ελλήνων και τη διασύνδεση με την τρέχουσα ιστορική συγκυρία.

Ένα από τα μαρτυρούμενα μεταθανάτια θαύματά του συνδέεται άμεσα με τα αντιαποικιακά αισθήματα των Ζακυνθινών: Λίγο πριν την Επανάσταση, στις 17 Δεκεμβρίου 1820, την εποχή που η Φιλική Εταιρεία κατεδιώκετο απηνώς από τον αρμοστή Μαίτλαντ, κατά την περιφορά του λειψάνου του στην πόλη, η λιτανεία θα έπρεπε να περάσει από την πλατεία των Αγίων Πάντων, όπου θα γινόταν προσευχή και δέηση για τα αποκαλυπτήρια του αγάλματος του… Μαίτλαντ. Σύμφωνα με την παράδοση, ο θυμός του Αγίου υπήρξε μεγάλος και τη νύχτα έγινε ισχυρός σεισμός, το δε πρωί έπεσε χαλάζι και φοβερή βροχή, που εμπόδισαν την πραγματοποίηση της τελετής, το δε ιερό λείψανο μεταφέρθηκε στην εκκλησία της Φανερωμένης, που βρίσκεται στην άκρη της πόλης[4].

Ο Νικόδημος Μεταξάς συνεχιστής του Λουκάρεως

Ο Νικόδημος Β΄ Μεταξάς (1585-1646), γόνος της γνωστής κεφαλονίτικης οικογένειας, υπήρξε μαθητής και διαπρύσιος οπαδός του Λούκαρι και χρημάτισε μητροπολίτης Κεφαλληνίας και Ζακύνθου. Ο Νικόδημος είχε σπουδάσει δύο χρόνια στην Αθήνα με τον Θεόφιλο Κορυδαλέα[5], ενώ έμεινε τέσσερα χρόνια στο Λονδίνο[6] όπου σπούδασε και πραγματοποίησε την έκδοση τριών τόμων: ενός βιβλίου του Κορυδαλέα[7], ενός δεύτερου που περιείχε τους Λόγους ἀποδεικτικοὺς δύο, του Γρηγορίου Παλαμά, το Σύνταγμα του Γεωργίου Σχολάριου και τον Διάλογο μεταξύ ενός ορθοδόξου και ενός Λατίνου, του Μάξιμου Μαργούνιου, ενώ σε έναν τρίτο τόμο[8] περιλαμβάνονταν κείμενα του Μελέτιου Πηγά, του Γεωργίου Κορεσίου, του Νείλου Καβάσιλα, του Βαρλαάμ Καλαβρού και του μητροπολίτου Φιλαδελφείας, Γαβριήλ Σεβήρου. Όλες οι εκδόσεις εντάσσονταν στη λουκάρεια στρατηγική της αντιμετώπισης του επιθετικού καθολικισμού της Ρώμης και των Ιησουϊτών.

Ο Μεταξάς, επιστρέφοντας, πέρασε για λίγους μήνες από την Κεφαλονιά όπου[9] τύπωσε κρυφά, στη μονή των Ομαλών, το Βιβλίον τοῦ Ὀρθοῦ Λόγου βεβαίωσις καλούμενον –όπου περιλαμβάνονταιτα σχετικά με την αγιοποίηση του Αγίου Γερασίμου και η Ἔκθεσις σύντομος τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, του Κύριλλου Λούκαρι– καθώς και τις επτά Ὁμιλίας του Μάξιμου Μαργούνιου·τον Ιούνιο του 1627, μετέφερε το τυπογραφείο στην Κωνσταντινούπολη, όπου κυκλοφόρησε το πρώτο ελληνικό βιβλίο που τυπώθηκε στην τουρκοκρατούμενη Ελλάδα, η Σύντομος Πραγματεία περί Ἰουδαίων, του Λούκαρι, μαζί με τας Ομιλίας του Μαργούνιου[10].

Οι Τούρκοι, συχνά πιεζόμενοι από τους Δυτικούς, είχαν εμποδίσει έως τότε τους Έλληνες να κατέχουν τυπογραφείο, που ήδη διέθεταν οι Σέρβοι, από τον 15ο αι., οι Αρμένιοι από τον 16ο, και οι Εβραίοι[11]. Αλλά και η απόπειρα του Μεταξά δεν μακροημέρευσε, διότι οι ιησουίτες έπεισαν τον καϊμακάμη της Κωνσταντινούπολης ότι επρόκειτο στην πραγματικότητα για χυτήριο όπλων ή κίβδηλων νομισμάτων και, στις 22 Ιουνίου 1628, οι γενίτσαροι εισέβαλαν στο τυπογραφείο και κατάσχεσαν το πιεστήριο και τα βιβλία, ενώ απαγορεύτηκε η επαναλειτουργία του.

Ο Μεταξάς διεσώθη εξ αιτίας της ενετικής υπηκοότητάς του και της παρέμβασης του Άγγλου, του Ολλανδού και του Ενετού πρέσβη, ο δε Λούκαρις, για να τον φυγαδεύσει, τον χειροτόνησε αρχιεπίσκοπο Κεφαλληνίας και Ζακύνθου και έτσι, τον Αύγουστο του 1628, έφθασε στην Κεφαλονιά. Η καθολική Εκκλησία και οι Βενετσιάνοι αξιωματούχοι τον παρουσίασαν αμέσως «ως έναν επικίνδυνο φορέα αιρετικών ιδεών», ο Λατίνος επίσκοπος Ζακύνθου ζήτησε την παρέμβαση του πάπα, για να εμποδιστεί η άνοδός του στον αρχιεπισκοπικό θρόνο, ενώ το ζακυνθινό αρχοντολόι χρησιμοποίησε «όλα τα μέσα για να εξολοθρεύσει τον επικίνδυνο αντίπαλο»[12]. Ο οπαδός των καλικάτζαρων Σουμάκης[13], ο συγγραφέας του Ρεμπελιού των Ποπολάρων, σημειώνει σε κείμενό του: «Αφ’ ότου ήρθε στην πόλη μας ο επίσκοπος Μεταξάς έσπειρε στο λαό χίλιες ιδέες σκάνδαλα και ζιζάνια».

Ο νέος αρχιεπίσκοπος, σε συνεννόηση με τους επιτρόπους του λαού, επισκέφθηκε τη Ζάκυνθο, τον Μάρτιο του 1629, όπου στράφηκε εναντίον του ευγενή πρωτοπαπά, Μάρκου Δελάζαρη[14], διόρισε ως βικάριο τον ποπολάρικης καταγωγής διδάκτορα φιλολογίας και θεολογίας ιερέα, Νικόλαο Κούρτσολα, έπαυσε κληρικούς, γόνους των ευγενών και υποστηρικτές των Ενετών και τοποθέτησε νέους ποπολάρικης καταγωγής[15]. Το δε καλοκαίρι του 1631, υποστηρίζοντας πως «εμείς οι Ρωμαίοι άλλο βασίλειο δεν έχουμε παρά τούτο το επισκοπάτο που έχω εγώ», καυχήθηκε ότι, μαζί με τον λαό, μπορεί να κάνει κομμάτια τους ευγενείς («Tagliar a pezzi tutta la cittadinanza»)[16], τασσόμενος «ανοιχτά με το μέρος του λαού»[17], ενώ, τον Φεβρουάριο του 1632, πέτυχε τον αφορισμό των ευγενών από τον Πα­τριάρχη.

Ο Μεταξάς στηρίχτηκε προνομιακά στους Κεφαλονίτες, που τον εξέλεξαν σχεδόν παμψηφεί. Και αυτό όχι μόνο διότι καταγόταν από επιφανή κεφαλονίτικη γενιά αλλά και διότι η Κεφαλληνία αποκλίνει έντονα από την κοινωνική δομή της Ζακύνθου: ήταν μεγαλύτερο το ποσοστό των μικροϊδιοκτητών[18] ενώ η έλλειψη μεγάλων πόλεων δεν επέτρεψε τη διαμόρφωση ενός συγκεντρωμένου αρχοντολογιού. Οι Βενετοί προβλεπτές μιλούν με περιφρόνηση για το «Μεγάλο Συμβούλιο» της Κεφαλονιάς, «γεμάτο από χωρικούς», το οποίο «όταν συνέρχεται στην πλατεία του κάστρου, εξαιτίας του πλήθους των μελών του, που ανέρχονται σε πάνω από χίλια άτομα, [ ] η διανομή των αξιωμάτων πραγματοποιείται με τέτοια ακαταστασία, και δεν υπακούουν σε άλλο γνώμονα παρά μόνο στην ίδια την αναταραχή»[19]. Αυτό το σώμα εξέλεγε και τον επίσκοπο ενώ, στη Ζάκυνθο, το «ἱερὸν τάγμα» των τριάντα ευγενών εξέλεγε έναν πρωτοπαπά σχεδόν αυτόνομο από τον μητροπολίτη.

Παράλληλα, ο Μεταξάς, χωρίς την άδεια των βενετικών αρχών, εγκατέστησε και πάλι το τυπογραφείο στη Μονή των Ομαλών. Όμως η παράνομη δραστηριότητά του γνωστοποιήθηκε στον προβλεπτή των Ενετών Πιζάνι με ανώνυμη επιστολή, ενώ ένας ιερέας κατέθεσε ότι, τη νύχτα του Μεγάλου Σαββάτου 1631, εξερχόμενος από τον Άγιο Νικόλαο με συνοδεία πλήθους ποπολάρων, ανεφώνησε:«Ιδού ο λαός μου ο αγαπημένος» (Questo è il mio popolo prediletto). Στις 16 Σεπτεμβρίου 1631, ο Πιζάνι αναφέρει ότι ο Νικόδημος, «κύριος υποκινητής και σύμβουλος των ποπολάρων», επισκέφτηκε στη γαλέρα τους συλληφθέντες ποπολάρους, Θ. Τζίμη και Α. Μονοβασιώτη[20]:

Η Βενετική Κυβέρνησις ευθύς διέταξεν ανακριτήν, τον Αντώνιον Πιζάνην να μεταβή εις την οικίαν του Επισκόπου Μετα­ξά, και ερευνήση τα πάντα. Ο Ανακριτής παρέλαβε 25 Σκλαβούνους και γαλεώτας, και ήλθεν εις Μεταξάτα, όπου ήτον η Επισκοπή [ ] έθραυσαν το Επισκοπικόν οίκη­μα, έλαβον τα εργαλεία του τυπογραφείου, βιβλία και χειρόγραφα. [ ] Την Ανακριτικήν έκθεσιν ο Πιζάνης έπεμψεν εις Βενετίαν, και καθυπέβαλεν υπό δίκην τον Επίσκοπον Μεταξάν [ ]. Προσκληθείς υπό του Συμβουλίου των Δέκα ο Αρχιεπίσκοπος να δικασθή μετέβη εις Βενετίαν[21].

Τα αρμόδια δικαστικά όργανα, στις 20 Δεκεμβρίου 1633, τον αθώωσαν – ίσως γιατί είχε ήδη εκλεγεί Μητροπολίτης Φιλαδελφείας, από το σύνολο σχεδόν των Ελλήνων της Βενετίας (362 ψήφοι από ένα σύνολο 365 ψηφοφόρων)[22].

Η συμμετοχή του Νικοδήμου στα γεγονότα υπήρξε καθοριστική, διότι συνέδεσε μια τοπική κοινωνική σύγκρουση με το ευρύτερο εθνικό πλαίσιο, τόσο διότι αντιπροσώπευε έναν θεσμό ανεξάρτητο από τους Ενετούς όσο και εξ αιτίας της εμπλοκής του στη διαμάχη με τον καθολικισμό. Σημειώνει ο Πιζάνι[23], στις 16 Σεπτεμβρίου 1631: «δεν παραχωρήθηκε ποτέ μεγάλη εξουσία και επιρροή στους Έλληνες ιερωμένους διότι η κοινή γνώμη υπολογίζει περισσότερο τον αρχιεπίσκοπο από τους βενετούς Διοικητές», γι’ αυτό και «απερρίφθη πολλές φορές το αίτημα των Ζακυνθινών για χωριστό επίσκοπο, ακριβώς για να μην υπάρχει μεγάλος αριθμός ιερωμένων που αμέσως γίνονται φιλόδοξοι και εχθρικοί». Πλήρη συνείδηση αυτού του ρόλου είχε και ο Νικόδημος, όπως καταδεικνύεται από τη φράση πως οι Ρωμαίοι δεν διαθέτουν άλλο «βασίλειο» παρά το επισκοπάτο. Εξ άλλου, οι διώξεις εναντίον του Νικόδημου πραγματοποιούνται πάντα με τη σύμφωνη γνώμη των Οθωμανών.

Η φεουδαλική κοινωνική οργάνωση και η γειτνίαση με την Ιταλία, όπου οι γόνοι των εύπορων οικογενειών παρακολουθούσαν τις εκεί ελληνικές σχολές – Φλαγγινιανό Φροντιστήριο, Κολέγιο του Αγίου Αθανασίου, στη Ρώμη– και σπούδαζαν στην Πάδοβα, καθώς και η συνειδητή πολιτική των Ενετών, και ίσως των ιδίων των Ελλήνων ευγενών, αποτέλεσαν ανασταλτικό παράγοντα στην ίδρυση σχολείων. Στα Επτάνησα, όπως και στην Κρήτη παλαιότερα, η ενετική εξουσία απαγόρευε ρητά τη δημιουργία σχολείων καθώς και τυπογραφείων. Διαβάζουμε σε έγγραφο της ενετικής Γερουσίας προς τον βάιλο της Πόλης, στις 19 Οκτωβρίου 1627:

…Η συνομιλία σας με τον προρρηθέντα Μεταξά ήταν δόκιμη και, όποτε παραστεί ανάγκη, όταν τεθεί το θέμα εισαγωγής ελληνικών κολεγίων και σεμιναρίων στην Κεφαλονιά ή σε άλλο δικό μας μέρος, θα πρέπει να τον αποτρέψετε με έντονο τρόπο, έτσι ώστε να συνειδητοποιήσει ότι ουδέποτε θα συναινούσαμε σε κάτι τέτοιο· μάλιστα η Γαληνοτάτη Δημοκρατία … αποφάσισε να ιδρύσει στην Πάδοβα ένα Ελληνικό Κολέγιο, έτσι ώστε σ’ εκείνη την πόλη, ωσάν μια νέα Αθήνα, λόγω της υπεροχής των διδασκόντων… μπορούν να είναι βέβαιοι ότι θα αποκομίσουν πολλά… Εσείς θα πρέπει να διαδώσετε αυτές τις ειδήσεις που μπορούν να συντελέσουν, όπως πιστεύουμε, στο να σταματήσει το ρεύμα εισαγωγής νέων τυπογραφείων και άλλες επιζήμιες ενέργειες, όπως υποπτεύεστε και σχολιάζετε[24]. Εντούτοις, οι Επτανήσιοι κατόρθωσαν να θέσουν σε λειτουργία κάποιες άτυπες σχολές ή και μικρά εκπαιδευτικά ιδρύματα, συχνά υψηλού πνευματικού επιπέδου –χαρακτηριστική η μακρόχρονη εκπαιδευτική/φιλοσοφική διδασκαλία του Θεόφιλου Κορυδαλέα στη Ζάκυνθο–, ενώ η σημαντικότερη σχολή παραμένει εκείνη του Βικέντιου Δαμωδού, στα Χαβριάτα της Κεφαλονιάς, την οποία πιθανώς παρακολούθησε και ο Ευγένιος Βούλγαρις.


[1] Βλ. Ντίνος Κονόμος, Άγιος Διονύσιος ο πολιούχος Ζακύνθου, Αθήνα, 1969· Χαραλάμπος Δ. Βασιλόπουλος (Αρχιμ.), Ο Άγιος Διονύσιος Αιγίνης ο εν Ζακύνθω,ttp://users. uoa. gr/~nektar /orthodoxy/agiologion/agios_dionysios_aiginhs_en_zakyn8w.htm· Ορθόδοξος Συ­ναξαριστής, Άγιος Διονύ­­σιος ο Νέος, ο Ζακυνθινός Αρχιεπίσκοπος Αιγίνης, http:// www.saint.gr/3287/saint.aspx

[2] Χρ. Παπαδόπουλος, «Ο  Άγιος Γεράσιμος “Ο Νέος”…», ό.π., σσ. 10-11. 

[3] Ντίνος Κονόμος, Άγιος Διονύσιος ο πολιούχος Ζακύνθου, ό.π.

[4] Χαράλαμπος Βασιλόπουλος, Ο Άγιος Διονύσιος Αιγίνης,ό.π.

[5] Θωμάς Παπαδόπουλος, «Δράση Θεοφίλου Κορυδαλέως στη Ζάκυνθο – Σχέσεις του με Νικόδημο Μεταξά», Μνημοσύνη 14 (1948-2000), Αθήνα 2002, σσ. 33-82.

[6] Let. Augliera, Βιβλία, πολιτική…, ό.π.,σσ. 47-48.

[7] Evro Layton, «Nikodemos Metaxas, the first Greek Printer in the Eastern World», Harvard Library Bulletin, 15/2 (1967) σ. 144.

[8] Émile Legrand, Bibliographie hellénique ou Description raisonnée des ouvrages publiés par des grecs au dix-septième siècle, Παρίσι 1894, σσ. 237-243, αρ. κατ. 167 και 168.

[9] L. Augliera , Βιβλία πολιτική…, ό.π.,σσ. 194-210.

[10] Βλ. É. Legrand. Bibliographie…, ό.π., σσ. 234-236, αρ. κατ. 166.

[11] L. Augliera , Βιβλία πολιτική…, ό.π.,σσ. 26-27.

[12] L. Augliera, Βιβλία…, ό.π., σ. 128,148·http://mykefalonia.com/index.php?option=com_k2&view=itemlist&task=user&id=58:kefalos&Itemid=370&limitstart=3018#ixzz1zkDbFeF

[13] Δ. Αρβανιτάκης, «Ο Νικόδημος Β΄ Μεταξάς..», ό.π., σ. 288.

[14] Δ. Αρβανιτάκης, «Ο Νικόδημος Β΄ Μεταξάς…», ό.π., σ. 313.

[15] Δ. Αρβανιτάκης, «Ο Νικόδημος Β΄ Μεταξάς…», ό.π., σ. 290.

[16] Δ. Αρβανιτάκης, Κοινωνικές αντιθέσεις στην πόλη της Ζακύνθου, το ρεμπελιό των ποπολάρων (1628), Εκδ. ΜΜ και ΕΛΙΑ, Αθήνα 2001, σ. 275, και Δ. Αρβανιτάκης, «Ο Νικόδημος Β΄ Μεταξάς…», ό.π., σσ. 287-326.

[17] Δ. Αρβανιτάκης, «Ο Νικόδημος Β΄ Μεταξάς…», ό.π., σ. 318.

[18] Σταματούλα Ζαπάντη, Κεφαλονιά 1500-1571…, ό.π., σσ. 140-144.

[19] Απόσπασμα από αναφορά του προβλεπτή Angelo Giustinian, στις 18/6/1624, που παρατίθεται στο, Lunzi, Della condizione politica, ό.π., σ. 321.

[20] Δ. Αρβανιτάκης, «Ο Νικόδημος Β΄…», ό.π., σ. 317.

[21] Π. Χιώτης, Ιστορικά Απομνημονεύματα,τ. 6ος, ό.π., σσ. 137-139.

[22] Δ. Αρβανιτάκης, «Ο Νικόδημος Β΄…», ό.π., σ. 321. Ο Νικόδημος επέστρεψε στην έδρα του το 1635, όπου και παρέμεινε μέχρι τον θάνατό του, το 1647.

[23] Δ. Αρβανιτάκης, «Ο Νικόδημος Β΄ …», ό.π., σ. 317.

[24] L. Augliera , Βιβλία πολιτική…, ό.π., σσ. 83-84.

ΣΧΕΤΙΚΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ