Απόσπασμα (σσ. 66-75) από το βιβλίο του Κώστα Παπαϊωάννου, Τέχνη και πολιτισμός στην Αρχαία Ελλάδα, Εναλλακτικές Εκδόσεις.
Η αρχαϊκή εποχή παρουσιάζει πολλά αξιοσημείωτα παράδοξα, ακόμα και αξεδιάλυτα μυστήρια, που μπορούμε να συνοψίσουμε σε μια μόνη λέξη: Όμηρος. Περισσότερο κι από το περίφημο «ομηρικό ζήτημα» (που δεν φαίνεται να βρίσκεται πλησιέστερα στη λύση του από ό,τι το 1795, όταν ο Βολφ δημοσίευσε το έργο του Prolegomena ad Homerum), πρέπει να αναρωτηθούμε για την εποχή που είδε να γεννιούνται αυτά τα ποιήματα που έμελλαν να μεταβληθούν στη βίβλο της Ελλάδας.
Κατ’ αρχάς –και αυτό συνιστά το πρώτο παράδοξο– όλοι οι μέχρι σήμερα γνωστοί πολιτισμοί ξεκίνησαν οικοδομώντας ναούς, ανάκτορα και τάφους· η μεγάλη λογοτεχνία ήρθε πολύ αργότερα και ορισμένες φορές δεν εμφανίστηκε καθόλου. Τίποτε αντίστοιχο στην Ελλάδα: η μνημειακή τέχνη είχε χαθεί εδώ και αιώνες και η γεωμετρική τέχνη θα σβήσει σύντομα δίχως ν’ αφήσει ίχνη, ενώ ο Όμηρος θα γίνει ο «παιδαγωγός της Ελλάδας», σύμφωνα με τα λόγια του Πλάτωνα(1). Πολλοί επιμένουν, εδώ και αρκετόν καιρό, στις πραγματικές ή υποτιθέμενες συγγένειες που παρουσιάζει η «ομόκεντρη» αφήγηση της Ιλιάδας με τις συμμετρικές συνθέσεις της κεραμεικής του Διπύλου. Στην πραγματικότητα, μια άβυσσος χωρίζει τον Όμηρο από τη γεωμετρική τέχνη. Ο κόσμος του Διπύλου είναι ένας κόσμος πραγματικά αρχαϊκός και δεν επιβίωσε παρά μόνο χάρις στη σύγχρονη αρχαιολογία· ο Όμηρος, αντίθετα, προϋποθέτει μια κοινωνία με υψηλό πολιτισμό, εσωτερικά ολοκληρωμένη, ενώ το δαιμόνιό του και ο άψογος χειρισμός της γλώσσας βρίσκονται σε ανεξήγητη αντίθεση με οτιδήποτε γνωρίζουμε για την τέχνη της εποχής του: μοιάζει απλά σαν ο Δάντης, ο Σαίξπηρ ή ο Ρακίνας να είχαν ζήσει δύο αιώνες πριν από τους χτίστες και τους γλύπτες του Μουασάκ και της Σαρτρ…
Από την άλλη πλευρά –και πρόκειται για ένα ακόμα παράδοξο– η ομηρική εποποιία εμφανίζει όλα τα ουσιαστικά χαρακτηριστικά της ηρωικής ποίησης όπως τη συναντάμε παντού. Από την εποχή των Μίλμαν Πάρυ (Milman Parry) και Άλμπερτ Λορντ (Albert Lord), όλοι γνωρίζουν ότι ένα σημαντικό κομμάτι των ομηρικών στίχων συντέθηκε με τη βοήθεια στερεότυπων εκφράσεων ακολουθώντας τον ίδιο τρόπο ηρωικής αφήγησης που συναντάμε ακόμα μέχρι σήμερα, στη Γιουγκοσλαβία ή στους βερβερίνους βάρδους. Δεν είναι λιγότερο αλήθεια ωστόσο ότι η ομηρική αφήγηση, με τις εναλλαγές έντασης και εκτόνωσης, τη σοφή και σύνθετη ενότητά της και την τεχνητή της γλώσσα, που θα σφραγίσει οριστικά τη μορφή της επικής ποίησης, απαγορεύει κάθε παραλληλισμό με τη φολκλορική ποίηση. Ακόμα, αν συγκρίνουμε την Ιλιάδα και την Οδύσσεια με τα άλλα ηρωικά ποιήματα, ακόμα και τα καλύτερα –Μπέογουλφ, Νιμπελούνγκεν, Το τραγούδι του Ρολάνδου ή τον Σιντ– η διαφορά είναι εντυπωσιακή. Ο Όμηρος –που, ακολουθώντας τον Αρίσταρχο, τον μεγαλύτερο φιλόλογο της Αρχαιότητας, θα θεωρήσουμε ότι είναι ένα και μοναδικό πρόσωπο– υπήρξε ο δημιουργός των πρώτων γραπτών μνημείων της ελληνικής γλώσσας· η ιδιοφυία του τού επέτρεψε να ανυψώσει την ελληνική γλώσσα σε επίπεδα που δεν τα είχαν καν πλησιάσει στην Αγγλία πριν από τον Σαίξπηρ και στη Γερμανία πριν από τον Γκαίτε. Πιθανά, καμία λογοτεχνία δεν εισέβαλε στην ιστορία με δύο δημιουργίες τέτοιας τελειότητας: είναι σαν η γαλλική λογοτεχνία να είχε ξεκινήσει με τον Ρακίνα… Αυτό το παράδοξο εξηγείται αν θεωρήσουμε τον Όμηρο κληρονόμο μιας εποποιίας που ανάγεται ίσως στους μυκηναϊκούς χρόνους και μεταδίδεται προφορικά για αιώνες από τους αοιδούς της Ιωνίας, θεματοφύλακες κάποιων πολύτιμων θραυσμάτων ενός πολιτισμού που είχε ήδη συντριβεί. Με το σημερινό επίπεδο των γνώσεών μας, τίποτε δεν επιτρέπει παρόμοια υπόθεση. Έτσι, ας περιοριστούμε στο να αναφέρουμε τον Αριστοτέλη: «Και δεν γνωρίζουμε κανένα παρόμοιο ποίημα γραμμένο από τους προγενεστέρους του Ομήρου, φαίνεται όμως ότι υπήρξαν πολλοί (2)».
Το πραγματικό αίνιγμα που θέτει ο Όμηρος –το απόλυτο αίνιγμα– δεν βρίσκεται στο κείμενο και στον συγγραφέα: είναι το αίνιγμα της κοσμοθεώρησής του. Εκείνο που εκπλήσσει περισσότερο κι από τον άψογο χειρισμό της γλώσσας και την πρωιμότητα σε σχέση με τον αρχαϊκό περίγυρο, είναι η φανταστική διανοητική απελευθέρωση που προϋποθέτει η ομηρική αντίληψη για τους ανθρώπους και τους θεούς. Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, ο Όμηρος και ο Ησίοδος –ένας άλλος, εντελώς διαφορετικός, ποιητής που έζησε έναν αιώνα αργότερα– είναι εκείνοι «που εδημιούργησαν με τα ποιήματά τους θεογονίαν δια τους Έλληνας, αυτοί έδωκαν εις τους θεούς την γνωστήν επωνυμίαν του καθενός, εμοίρασαν εις αυτούς τας τιμάς και την αρμοδιότητα του καθενός, αυτοί διεμόρφωσαν την εξωτερικήν τους μορφή» (Εκδ. Ι. και Π. Ζαχαρόπουλος, μετ. Ευάγ. Πανέτσου, ΙΙ, 53). Στο επόμενο κεφάλαιο θα δούμε από πιο κοντά τι κρύβει αυτή η σημαντική δήλωση. Για την ώρα, ας πούμε ότι ο Δίας δεν περίμενε τον Όμηρο για να βασιλέψει στον Όλυμπο· ο μικρός λαός –τη φωνή του οποίου δεν ακούμε ποτέ στα ομηρικά έπη (εκτός από το επεισόδιο του Θερσίτη, του εξεγερμένου πληβείου που επαναφέρθηκε με αυστηρότητα στην τάξη)– συνέχιζε και θα συνεχίσει για καιρό να επιδίδεται σε τελετουργίες σκοτεινές και συχνά αιματηρές. Άνθρωποι που επονομάζονταν φαρμακοί* (εξιλαστήρια θύματα) φονεύονταν στην Αθήνα, στη διάρκεια των Θαργηλίων· ακόμα, στην κλασική εποχή, μια Ίππεια Δήμητρα (με κεφαλή αλόγου) λατρευόταν στη σπηλιά της Φιγαλείας ενώ, στο Λύκαιο όρος (βουνό των Λύκων), στην Αρκαδία, ο Δίας ήταν ο αρχηγός μιας αδελφότητας λυκανθρώπων… Αν ο Όμηρος συνέβαλε περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον στο να «διαμορφώσει τις μορφές (εἴδη*) των θεών», αυτό το έκανε πάνω απ’ όλα αρνητικά: αγνόησε συνειδητά τους άμορφους και ζωόμορφους θεούς, τις τελετουργίες γονιμότητας, τις οργιαστικές λατρείες και τις φρενιτιώδεις δαιμονοληψίες. Όπως λέει ο Νίτσε, «χειριζόταν το υλικό των λαϊκών δοξασιών με τόσο απελευθερωμένο τρόπο όπως ο γλύπτης τον πηλό του, με την ίδια ανεξαρτησία πνεύματος που χαρακτήριζε τον Αισχύλο και τον Αριστοφάνη, ανεξαρτησία που διέκρινε, στους σύγχρονους καιρούς, τους μεγάλους καλλιτέχνες της Αναγέννησης, καθώς και τον Σαίξπηρ και τον Γκαίτε (3)». Υπ’ αυτή την έννοια, ο Όμηρος υπήρξε πριν απ’ όλα ένας μεταρρυθμιστής. Αφού εξεδίωξε τα τέρατα και τους δαίμονες, γέμισε τον κόσμο του με ανθρώπους «θείους» όπως ο Εύμαιος, ο «θείος χοιροβοσκός», ή ο Αχιλλέας και οι άλλοι ήρωες «όμοιοι με τους θεούς» (θεοείδης*), και μάλιστα «ίσοι με τους θεούς» (θεοείκελος*), και με θεούς που έμοιαζαν τόσο στους ανθρώπους που δύσκολα μπορούμε να διανοηθούμε πώς μια τέτοια πνευματική και ηθική μεταρρύθμιση μπόρεσε να πραγματοποιηθεί σε χρόνους που εξακολουθούμε να αποκαλούμε «αρχαϊκούς».
Ένα είναι βέβαιο: κανένα ποίημα, κανένα έργο, εκτός από τη Βίβλο, δεν είχε ποτέ τέτοια επίδραση, για τόσους αιώνες, πάνω σ’ ένα λαό. Η «θεολογική» συμβολή δεν αρκεί για να εξηγήσει αυτό το υπέροχο πεπρωμένο. Αν ο Όμηρος μεταβλήθηκε στη βίβλο της Ελλάδας, είναι γιατί εξέφρασε μια ιδιαίτερη, ίσως μοναδική, αντίληψη για την ανθρώπινη μοίρα. Σε κανένα άλλο έργο της παγκόσμιας λογοτεχνίας, με εξαίρεση ίσως το Πόλεμος και Ειρήνη, η «αρχή της ηδονής» και η «αρχή της πραγματικότητας» δεν συγχέονται και δεν μεταμορφώνονται τόσο ολοκληρωτικά. Πουθενά αλλού δεν αισθάνεται κανείς μια χαρά τόσο βαθειά, τόσο φλογερή και τόσο διαυγή. Όλα είναι καλά σ’ αυτό τον κόσμο που φωτίζεται από τις φλόγες μιας αδάμαστης και ανεξάντλητης ενέργειας: οι ήρωες –Έλληνες και Τρώες αδιακρίτως– οι μάχες, τα συμπόσια, τα άλογα, οι ωραίες αιχμάλωτες, τα αντικείμενα τα «δουλεμένα από τον Ήφαιστο». «Ο Όμηρος, έλεγε ο Δίων της Προύσης, εκθειάζει τα πάντα, τα ζώα ή τα φυτά, τη γη ή το νερό, τα όπλα ή τα άλογα. Δεν παραμελεί ποτέ να τιμήσει ή να υμνήσει. Ακόμα και τον μοναδικό άνθρωπο που κακομεταχειρίζεται, τον Θερσίτη, τον αποκαλεί ρήτορα με καθαρή φωνή (4)».

Σύγκρουση Αχιλλέα και Έκτορα. Αριστερά η Αθηνά προστατεύει τον Αχιλλέα, ενώ δεξιά ο Απόλλωνας τον Έκτορα.
Ερυθρόμορφη υδρία του Ζωγράφου του Ευχαρίδη, γύρω στο 490 π.Χ. Ρώμη, Μουσείο Βατικανού
Και είναι στον αγώνα* (ταυτόχρονα μάχη και άμιλλα) που θεμελιώνεται αυτή η απόλυτη ευλογία της ύπαρξης. Και ο αγών* όπου προσμετράται η «ἀρετή»*, δηλαδή το σφρίγος και η θέληση να είναι κανείς «πάντα πρώτος και να ξεπερνά τους άλλους» –ἀριστεύειν καὶ ὑπείροχον ἔμμεναι ἄλλων* (5)– είναι πάνω απ’ όλα ο πόλεμος. Ο Όμηρος μιλάει γι’ αυτόν με μια τρομακτική νηφαλιότητα, απάνθρωπα ήρεμη:
«Όμως πέθανε και συ, φίλε· τι θρηνολογείς έτσι; Εδώ πέθανε ο Πάτροκλος που ήταν πολύ καλύτερός σου! Δε βλέπεις πόσο κι εγώ είμαι ωραίος και μεγαλόσωμος; Και είμαι από γενναίο πατέρα, και με γέννησε θεά μητέρα· όμως και μένα με περιμένει ο θάνατος και η δυνατή μοίρα. Θα είναι ή πρωί ή δειλινό ή μεσημέρι, όταν κάποιος θα πάρει και τη δική μου ζωή χτυπώντας με ή με κοντάρι ή με σαΐτα από τη χορδή του τόξου του».
«Έτσι μίλησε και εκείνου [του Λυκάονα] του λύθηκαν τα γόνατα, και η καρδιά παράλυσε. Άφησε τότε το κοντάρι και κάθισε απλώνοντας τα δυο του χέρια. Ο Αχιλλέας τράβηξε το κοφτερό σπαθί και τον χτύπησε πάνω στο κλειδί κοντά στο σβέρκο, και το σπαθί το δίκοπο χώθηκε ολόκληρο μέσα. Εκείνος τεντώθηκε και κειτόταν μπρούμυτα πάνω στη γη, και το μαύρο του αίμα έτρεχε και μούσκευε τη γη» (6).
Ο Πόλεμος είναι πραγματικά ο γέρο-Πόλεμος*, ο «πατήρ πάντων», όπως θα πει ο Ηράκλειτος λίγους αιώνες αργότερα. Και πριν απ’ όλα, των βασιλέων και των προνομίων τους ως «ποιμένων των λαών». Και είναι ο Σαρπηδών, γιος του Δία και αρχηγός των στρατευμάτων της Λυκίας, που αναλαμβάνει, στον Όμηρο, να εκθέσει τη θεωρία της νομιμοποίησης του αρχαϊκού βασιλικού αξιώματος:
«Γλαύκο, γιατί εμάς τους δυο μας τιμούν περισσότερο από κάθε άλλον στη Λυκία, με τη θέση που μας δίνουν και τα κρέατα και τα γεμάτα ποτήρια, και όλοι μας βλέπουν σα θεούς; και έχομε κι από ένα ξεχωριστό κομμάτι γης (τέμενος*), ωραίο, από αμπέλι και χωράφι, δίπλα στις όχθες του Ξάνθου, για να παίρνουμε τον καρπό του; Γι’ αυτό τώρα πρέπει εμείς οι δυο να σταθούμε ανάμεσα στους πρώτους Λύκιους και να αντικρίζουμε τη φωτιά της μάχης, για να πει έτσι κάποιος από τους Λυκίους που είναι γερά οπλισμένοι:
“Δεν είναι δίχως δόξα οι βασιλιάδες μας, που κυβερνούν μέσα στη Λυκία και τρων παχιά αρνιά και πίνουν ξεχωριστό κρασί γλυκό σα μέλι. Έχουν παλικαριά μεγάλη, γιατί πολεμούν μέσα στους πρώτους Λύκιους” (7)».
Παλικαριά και δόξα: ιδού η καθαρότερη έκφραση του ηθικού κώδικα του Ομήρου και του πολεμικού και αριστοκρατικού πολιτισμού που εκπροσωπεί. Η παλικαριά είναι η ουσιαστική αρετή του ήρωα· η δόξα, ο ουσιαστικός του στόχος. Τα δύο κύρια πρόσωπα της Ιλιάδος, ο Αχιλλέας και ο Έκτορας, είναι και οι δύο προορισμένοι να έχουν σύντομη ζωή· και οι δύο το γνωρίζουν και εξεγείρονται απέναντι στη μοίρα τους. Ακόμα και τα άλογα του Αχιλλέα θρηνούν τον επικείμενο θάνατό του, ωστόσο, στο κάλεσμα αυτής της θαλερής ζωής που οιστρηλατεί ο αγών*, πορεύονται στον δρόμο του πεπρωμένου τους, σπρωγμένοι από κάποιο ακατανίκητο ρεύμα.
Όταν σταματά η σφαγή, ο αγών* εκδηλώνεται με τη μορφή παιχνιδιών και άμιλλας. Για να θρηνήσει το νεκρό σύντροφό του, ο Αχιλλέας δεν μπορεί να κάνει τίποτα καλύτερο από το να οργανώσει αγώνες όπου, γύρω από τις στάχτες του Πατρόκλου, οι ευγενείς Αχαιοί θα παλέψουν, θα τρέξουν και θα πετάξουν το ακόντιο πανηγυρίζοντας για τη δύναμη και τη ζωτικότητά τους.
«…ο Αχιλλέας όμως κράτησε τον στρατό εκεί, και τους έβαζε να καθίσουν αφήνοντας ανοιχτό πολύ μέρος για αγώνες, κι έπειτα έβγαζε από τα καράβια του βραβεία, λέβητες και τρίποδες και άλογα και μουλάρια και δυνατά βόδια και ομορφοζωσμένες σκλάβες και σταχτί σίδερο. Πρώτα πρώτα για τους γρήγορους αρματοδρόμους έβαζε περίφημα βραβεία, να πάρουν μια σκλάβα που ήξερε αψεγάδιαστες δουλειές και έναν τρίποδα των εικοσιδύο λιτρών με αφτιά για τον πρώτο· για το δεύτερο έβαλε μια φοράδα έξι χρονών, άζευτη ακόμα, που είχε στην κοιλιά ένα μουλαράκι. Για τον τρίτο πάλι έβαλε κάτω ένα λεβέτι, που δεν είχε μπει ακόμα στη φωτιά, ωραίο, που χωρούσε τέσσερις λίτρες, γυαλιστερό. Για τον τέταρτο έβαλε δυο τάλαντα χρυσάφι, και για τον πέμπτο έβαλε μια δίγουβη κούπα αμεταχείριστη (8)»… «Τότε έβαλε τα βραβεία της σκληρής πυγμαχίας· έφερε και έδεσε μέσα στη σύναξη ένα μουλάρι που βαστούσε στη δουλειά, εξάχρονο, και που δεν είχε ζευτή, κι ήταν πάρα πολύ δύσκολο να το ζέψουν. Γι’ αυτόν πάλι που θα νικιόταν έβαλε μια κούπα δίγουβη (9)» …
«Αμέσως ο γιος του Πηλέα έβαζε άλλα βραβεία για το τρέξιμο, έναν ασημένιο κρατήρα καλοφτιαγμένο· χωρούσε έξι λίτρες, στην ομορφιά όμως ήταν μοναδικός σ’ όλη τη γη, γιατί τον είχαν δουλέψει όμορφα Σιδόνες επιτήδειοι στα κομψοτεχνήματα και τον κουβάλησαν Φοίνικες πάνω από τη σκοτεινιασμένη θάλασσα (10)»…
Σύντομα, οι Αγώνες των αρχόντων θα γίνουν το κοινό αγαθό της Ελλάδας και στους Ολυμπιακούς Αγώνες (από το 776, σύμφωνα με την παραδοσιακή χρονολόγηση), οι Έλληνες θα αναγνωρίσουν την υψηλότερη έκφραση της ενότητάς τους. Αργότερα, οι Αθηναίοι θα επεκτείνουν τον αγώνα* της σωματικής ρώμης στο πεδίο του πνεύματος και με τον όρο αγώνα* θα χαρακτηρίσουν τους διαγωνισμούς ποίησης στους οποίους χρωστάμε τις πιο μεγαλειώδεις δημιουργίες του 5ου αιώνα. Αντί για τους τρίποδες, τους κρατήρες (που δεν θα χρειάζεται πια να φέρνουν από τη Σιδώνα) και τις όμορφες αιχμάλωτες, οι νικητές αυτών των αθλητικών, μουσικών και ποιητικών αγώνων* θα κερδίζουν απλά δάφνινα στεφάνια, αλλά το πνεύμα θα είναι πάντα εκείνο των ομηρικών αριστείων* (επιθυμία υπεροχής)…
Σ’ αυτόν τον κόσμο, που καθαγιάζεται από τον αγώνα*, που δικαιώνεται από το ξεδίπλωμα μιας αψεγάδιαστης ενεργητικότητας, ό,τι υπάρχει είναι καλό, κατέχει την αρετή*, την αρετή που εξευγενίζει. Η Ιλιάδα (Ψ, 276 και 374) εξυμνεί την αρετή* των αλόγων· όμοια, ο Πλάτωνας θα μιλήσει αργότερα για την αρετή* των σκύλων και των αλόγων, για την αρετή* του οφθαλμού, ακόμα και την αρετή* των σκευών (11): μια δεξιότητα που υλοποιείται στην εντέλεια είναι αρετή*, η αρετή που ενυπάρχει σε κάθε ον και που του επιτρέπει να είναι αυτό που είναι και να διατηρείται «σε καλή κατάσταση». Τίποτε δεν απεικονίζει καλύτερα αυτή την τυπικά ελληνική αντίληψη για την «αρετή» από τον τρόπο με τον οποίο ο Όμηρος μιλάει για τον Αυτόλυκο, τον παππού του Οδυσσέα από την πλευρά της μητέρας του: «…που δεν τον έφτανε άλλος στους όρκους και στις πονηριές, όσα χαρίσματα είχε από τον Ερμή, γιατί μηριά τούκαιγε αρνιών και τράγων και τον συνώδευε παντού, βοηθός του και προστάτης (12)». Ξαναβρίσκουμε αυτή την ευθυμία στους αστεϊσμούς που απευθύνει με αγάπη η Αθηνά στον προστατευόμενό της, τον Οδυσσέα:
«Σοφός και τετραπέρατος θάναι όποιος σε περάσει στα χίλια σου τεχνάσματα, θεός κι αν είναι ακόμα. Καημένε πολυμήχανε και μάστορη στους δόλους, μήτε μέσ’ στην πατρίδα σου τις πονηριές δεν παύεις κι όσα ψευτόλογα αγαπάς από γεννησιμιό σου. Μόν’ έλα, αυτά ας τ’ αφήσουμε, το ξέρουμε κι οι δυο μας ποιο μας συμφέρνει, αφού και συ απ’ όλους τους ανθρώπους ο πρώτος είσαι στη βουλή και στη ρητοροσύνη, κι εγώ για τη σοφία μου και την πολλή μου γνώση στον ουρανό φημίζομαι στους αθανάτους όλους (13)».
Εδώ, βλέπουμε τον κόσμο με τα μεγάλα, άπληστα και έκθαμβα μάτια που θ’ ανοίξουν σύντομα στις μορφές των μελανόμορφων αγγείων. Θεοί και άνθρωποι γοητεύονται με την ύπαρξη και την τελειότητά τους, τόσο στην τέχνη του πολέμου όσο και σ’ εκείνη του «συμφέροντος». Ο πόλεμος και ο θάνατος μαίνονται, αλλά το θεμελιώδες, η ίδια η ζωή στην καθημερινότητά της, συνεχίζει ατάραχη. Ένα εκπληκτικό παράδειγμα μας δίνεται στο πιο έξοχο απόσπασμα της Ιλιάδος: στη νυχτερινή συνάντηση ανάμεσα στον Πρίαμο και τον Αχιλλέα. Ο Πρίαμος έρχεται να ζητήσει το λείψανο του Έκτορα και οδύρεται. Ο «αντροφόνος» ξέρει κι ο ίδιος πως είναι καταδικασμένος και πως η ζωή των θνητών μαραίνεται «όπως τα φύλλα». Και όμως, αφού εκφράσανε τον πόνο τους για πολλή ώρα, συνειδητοποιούν ότι πεινούν και κάθονται στο τραπέζι μπροστά σ’ ένα τεράστιο γεύμα. «Γιατί κι η Νιόβη, λέει ο Αχιλλέας, αφού απόκαμε να χύνει δάκρυα για τον χαμό των παιδιών της, θυμήθηκε να φάει».
Αγγίζουμε εδώ την καρδιά της ομηρικής θεοδικίας. Πέρα από τις πυρπολημένες πόλεις και τον αχό της μάχης, η ζωή παραμένει σαν τη θάλασσα «στο χρώμα του κρασιού». Οι άνθρωποι πρέπει να ξέρουν ότι η ζωή τους εκτυλίσσεται εδώ κάτω και πουθενά αλλού. Ο Αχιλλέας βασιλεύει χωρίς αμφισβήτηση στους νεκρούς, αλλά θα προτιμούσε να ήταν «χωρικός και να ξενοδουλεύει σε αφέντη δίχως κτήματα»… «παρά να βασιλεύει εδώ στους πεθαμένους όλους (14)».
Δεν υπάρχει παρηγοριά στον θάνατο και οι ήρωες δεν σκοτώνονται για την Ελένη αλλά για τη δόξα που θα τους χαρίσει η εκπλήρωση του πεπρωμένου τους, γνωρίζοντας ότι η φήμη θα βαρύνει περισσότερο από τον εφήμερο τρόμο του θανάτου. «Ψυχή μου, μην ποθείς αθάνατη ζωή· ό,τι περνά απ’ το χέρι σου εξάντλησέ το», λέει ο Πίνδαρος λίγους αιώνες αργότερα (15). Πριν δούμε πώς η Ελλάδα εξερεύνησε το «τι περνά από το χέρι της», την ἔμπρακτον μαχανάν* που αποκαλύπτει ο Όμηρος, χρειάζεται να ανακαλέσουμε στη μνήμη μας τις θεότητες των οποίων ο Όμηρος και ο Ησίοδος «σχεδίασαν τις μορφές».
- Πλάτων, Η Πολιτεία, 606e.
- Αριστοτέλης, Ποιητική, 1448b.
- Ανθρώπινο πολύ ανθρώπινο, παρ. 125.
- Δίων της Προύσης, Λόγοι, ΧΧΧΙΙΙ, ΙΙ.
- Ιλιάδα, Ζ, 208 (Εκδ. Ι. Ζαχαρόπουλου, Μετ. Κομνηνού-Κακριδή).
- Ιλιάδα, Φ, 106-119.
- Ιλιάδα, Μ, 310-321.
- Ιλιάδα, Ψ, 257-270.
- Ιλιάδα, Ψ, 653-656.
- Ιλιάδα, Ψ, 740-744.
- Πλάτων, Η Πολιτεία, 335b και 353b (Εκδ. Ι. Ζαχαρόπουλος, μετ. Ιωάννη Γρυπάρη).
- Οδύσσεια, Τ, 395-398 (Εκδ. Ι. Π. Ζαχαρόπουλος, μετ. Ζήσιμου Σιδέρη).
- Οδύσσεια, Ν, 291-299.
- Οδύσσεια, Λ, 489-491.
- Πίνδαρος, 3ος Πυθιόνικος, στ. 61 (Έκδοση Βικελαίας Δημοτικής Βιβλιοθήκης, μετ. Γιάννης Οικονομίδης, Ηράκλειο 1994).

Το σύνολο του έργου του Κώστα Παπαϊωάννου κυκλοφορεί από τις Εναλλακτικές Εκδόσεις.
