Αρχική » Ποιός πυρπόλησε το Κούγκι;

Ποιός πυρπόλησε το Κούγκι;

από Γιώργος Καραμπελιάς

Του Γιώργου Καραμπελιά, απόσπασμα από το βιβλίο του, Συνωστισμένες στο Ζάλογγο, Εναλλακτικές Εκδόσεις.

Ἕνα πουλάκι ξέβγαινε ’πο μὲς ἀπὸ τὸ Σοῦλι·

Εἶχε θολὰ τὰ μάτια του καὶ μαῦρα τὰ φτερά του·

Παργιῶτες τὸ ῥωτήσανε, Παργιῶτες τὸ ῥωτοῦνε·

–«Πουλάκι, ποῦθεν ἔρχεσαι; πουλάκι, ποῦ παγαίνεις;»

–«Ἀπὸ τὸ Σούλι ἔρχομαι καὶ ςτὴ Φραγκιὰ παγαίνω».

–«Πουλάκι πές μας τίποτε, πές μας καλὰ μαντάτα».

–«Ἄχ, τὶ μαντάτα νὰ σᾶς πῶ; τὶ νὰ σᾶς μολογήσω;

Πῆραν τὸ Σούλι, πήρανε κι’ αὐτὸ τὸν Ἀβαρίκο,

Πῆραν τὴν Κιάφα τὴν κακή, πῆραν καὶ τὸ Κιοῦγκι

Κ’ ἔκαψαν τὸν καλόγερο μὲ τέσσαρες νομάτους»[1].

16 Δεκεμβρίου 1803: Μετά την υπογραφή της συνθηκολόγησης και την έξοδο των Σουλιωτών από το Κούγκι, ο καλόγερος Σαμουήλ, με τέσσερις(;) Σουλιώτες παρέμεινε στο οχυρό, για να παραδώσει όσα πολεμοφόδια δεν πήραν μαζί τους, φεύγοντας, οι Σουλιώτες. Όταν εμφανίζονται οι Τούρκοι να τα παραλάβουν, ο Σαμουήλ βάζει φωτιά στην πυρίτιδα και ανατινάζεται μαζί με τους Σουλιώτες και δύο Τούρκους[2]. Μαζί του ανατινάχτηκε και ο γιος του Παπαγιάννη Οικονόμου, Ζήσος, προστατευόμενος του Αλή, τον οποίον είχε στείλει ο Βελής για να ζυγίσει την παραδιδόμενη πυρίτιδα.

Για το ζήτημα της ανατίναξης του Σαμουήλ υπάρχουν αντικρουόμενες μαρτυρίες. Σύμφωνα με την ευρύτερα αποδεκτή εκδοχή, την οποία μεταξύ άλλων υποστηρίζει και ο Περραιβός, ο ίδιος ο Σαμουήλ έβαλε φωτιά στην πυρίτιδα ανατινάζοντας το μοναστήρι, όταν ένας από τους απεσταλμένους του Βελή τον απείλησε με τιμωρία από τον Αλή, σύμφωνα με τη μαρτυρία δύο «μισοκαμένων» Σουλιωτών που κατόρθωσαν να επιβιώσουν[3].

[…]

Τι πραγματικά συνέβη;

Θα πρέπει συνεπώς να εξετάσουμε με προσοχή το τι συνέβη στο Κούγκι. Πάντως, διατηρώντας κάποιες αμφιβολίες, πιστεύουμε πως η πιθανότερη εκδοχή παραμένει εκείνη της αυτοπυρπόλησης για πολλούς λόγους. Διαβάζουμε τον Άγγελο Παπακώστα:

Εφ’ όσον ο Αλής είχε τόση αδυναμία προς τον παλιό φίλο του, γιατί έστειλε στο Κούγκι το παιδί του, το Ζήσο (Παπαγιάννη) για να ζυγίση ή και να παραλάβη το μπαρούτι που θ’ άναβε κατά διαταγή του ο Φώτος Τζαβέλας [ ]; Αλλά και γιατί να δώση εντολή να καή το μπαρούτι που θα είχε στα χέρια του αφού θα εκινδύνευαν να χαθούν όπως και χάθηκαν μαζί με τον καλόγερο και οι δικοί του; [ ] Η κατηγορία κατά συνέπεια, κατά του Φώτου Τζαβέλα, ότι έγινε τάχα όργανο τυφλό του Αλή πασά αποτελεί ψέμα σκόπιμο, που πέφτει εύκολα, αφού ο Φώτος Τζαβέλας δεν ήταν στο Κούγκι στις 16-12-1803 που έγινε κατά τον Περραιβό η έκρηξη, αλλά θα είχε φθάσει στην Πάργα[4].

Ο Σαμουήλ είναι ορκισμένος εχθρός του Αλή και οπαδός του αγώνα μέχρις εσχάτων. Η στρατηγική και οι προφητείες του έχουν αποδειχτεί λανθασμένες και έχουν συμβάλει στην καταστροφή. Γι’ αυτόν δεν υπάρχει στην πραγματικότητα άλλη διέξοδος, εκτός και αν αποδεχτεί τον εξευτελιστικό θάνατο στα χέρια του εχθρού του. Επομένως, εκτός από την περίπτωση της τυχαίας ανάφλεξης, πιθανότερη είναι η εκδοχή της αυτοπυρπόλησης. Ο βεζίρης, που στέλνει ένα αγαπητό του πρόσωπο, τον Ζήσο, να παραλάβει τα εφόδια, προφανώς δεν σκόπευε να στον στείλει στον θάνατο. Εξ άλλου, για ποιο λόγο να ανατινάξει τα πολεμοφόδια, αφού μπορούσε να συλλάβει και να τιμωρήσει τον μισητό εχθρό του;

Η ανατίναξη με εντολή του Αλή προς τον Φώτο Τζαβέλα, δηλαδή μια πράξη δολιοφθοράς, θα είχε νόημα εάν το Κούγκι παρέμενε εστία αντίστασης και όχι ένα «καλυβάκι» υπό παράδοση. Συνεπώς, η εκδοχή της ανατίναξης από τον Φώτο Τζαβέλα, με εντολή του Τεπελενλή, μπορεί να εξηγηθεί μόνο ως προσπάθεια να αποσειστεί η ευθύνη για τον θανάτον του Ζήσου Οικονόμου από τον πασά. Εξ άλλου ήταν τόσο συνδεδεμένος με την οικογένειά του, ώστε «μετά τον τοιούτον του Ζήση θάνατον ου μόνον τον υιόν αυτού Κυρίκον υπερηγάπα και προήγαγεν, αλλά και πάσαν την οικογένειαν αυτού τα μέγιστα περιεποιείτο»[5].

Επιγενέστερα, στην Αληπασαλιάδα, επαναλαμβάνεται, με τις αντιφάσεις που δείξαμε, η ίδια εκδοχή, ώστε να μειωθεί ο Φώτος Τζαβέλας και να υποβαθμιστεί η απήχηση της ηρωικής πράξης του Σαμουήλ. Μια πράξη δολιοφθοράς του Φώτου είχε νόημα μόνον εναντίον του Αλή πασά ώστε να μην παραλάβει το Κούγκι και τα πολεμοφόδια! Και σε αυτή την περίπτωση ανακύπτουν νέα ερωτηματικά: ήταν παρών ο Φώτος Τζαβέλας στο Κούγκι ή βρισκόταν ήδη καθ’ οδόν προς την Πάργα με το μεγαλύτερο μέρος των Σουλιωτών; Επί πλέον, μια τέτοια ενέργεια δεν θα είχε στηλιτευτεί ευρέως από τους τόσους αντιπάλους που είχε ο Φώτος ανάμεσα στους Σουλιώτες, και κυρίως τους Μποτζαραίους;  Ο ίδιος ο Ασδραχάς, παρότι δέχεται την αξιοπιστία της θύμησης, δεν μπορεί να ερμηνεύσει τα κίνητρά της:

 Η σύμπτωση των πληροφοριών δύο πηγών, που η μια δεν ανάγεται στην άλλη, είναι ήδη απόδειξη για την εγκυρότητα των μαρτυριών που διασταυρώνονται με αυτόν τον τρόπο. [ ] η αυτοθυσία του Σαμουήλ είναι ένα πλάσμα δημιουργημένο αμέσως μετά το θάνατό του. [ ] Γιατί όμως ο Αλής και ο Βελής επιζητούν το θάνατο του Σαμουήλ, ή γιατί δεν περιμένουν να βρουν την ευκαιρία να τον θανατώσουν μετά την παράδοσή του; Είναι ευνόητο ότι σ’ αυτά τα ερωτήματα θα μπορούσαν να δοθούν ορισμένες απαντήσεις που, στερημένες από πραγματικό αποδεικτικό υλικό, θα οδηγούσαν σε όχι απαραίτητα λογικές ή λογικοφανείς υποθέσεις[6].

Ωστόσο, για τη Βάσω Ψιμούλη, είναι βέβαιο πως ο Αλή πασάς και ο Χατζή Σεχρέτης αποδίδουν την ιστορική αλήθεια ο Φώτος Τζαβέλας έβαλε φωτιά στην «μπαρούτη», σύμφωνα με τις οδηγίες του πασά, γι’ αυτό και, ένα βήμα πιο πέρα από τον Ασδραχά, ανακαλύπτει την ελλείπουσα λογικοφανή «υπόθεση»!

Ωστόσο ο Βελής και ο Αλής δεν ήταν διατεθειμένοι να πληρώσουν τον καλόγερο, που μόνο προσκόμματα είχε δημιουργήσει [ ]. Η θυσία του Ζήση Οικονόμου, γιου του ευνοουμένου του Αλή, δεν ενδιέφερε όμως τον Βελή. Η ανατίναξη του Σαμουήλ ήταν η απάντηση του Βελή στον πατέρα του, Αλή, που δεν επιθυμούσε αναίμακτη την παράδοση του Σουλίου[ ].

Ο Φώτος Τζαβέλας είχε απελευθερωθεί προκειμένου να διαπραγματευτεί την παράδοση των έγκλειστων στο Κούγκι. Από την έκβαση αυτής της αποστολής είχαν εξαρτηθεί η απελευθέρωση της υπό ομηρεία οικογένειάς του, στα Ιωάννινα και η έγκαιρη αποχώρηση του γένους του από το Σούλι[7].

Η συγγραφέας βρίσκει λοιπόν τη «λογικοφανή υπόθεση». Ας την εξετάσουμε: Κατ’ αρχάς, υποστηρίζει πως ο Βελής και ο Αλής δεν ήθελαν… να πληρώσουν τον Σαμουήλ. Για τον Ζήσο, η συγγραφέας υποθέτει «λογικοφανώς» πως ο Βελή πασάς αδιαφορούσε για την τύχη του ευνοουμένου του τρομερού πατέρα του,  παρότι ο Ζήσος ήταν επί κεφαλής εκατοντάδων εργατών, που είχαν σταλεί για τα έργα, που προγραμμάτιζε ο Αλής στο Σούλι, και για τη μεταφορά των εφοδίων που θα παραδίδονταν. Εξάλλου, η ανατίναξη αποτελούσε μια υποχώρηση του Βελή στον αιμοχαρή πατέρα του, που επιθυμούσε μια πράξη βίας! Όσο για τον Φώτο Τζαβέλα, παρόλο που η οικογένειά του είχε ήδη απελευθερωθεί και είχε φθάσει στην Πάργα, ή έστω βρισκόταν καθ’ οδόν προς αυτήν, επέστρεψε στο Κούγκι για να τηρήσει τη μυστική συμφωνία του με τον Αλή και να το πυρπολήσει, διακινδυνεύοντας και την ίδια τη ζωή του! 

Γνωρίζουμε όμως –τις παραθέτει και η ίδια η Ψιμούλη– πως, στις 16 και στις 17 Δεκεμβρίου, οι πασάδες, με δύο αλλεπάλληλες επιστολές, απειλούν τους Παργίους γιατί δέχτηκαν τους Σουλιώτες φυγάδες, καλώντας τους να τους παραδώσουν στα στρατεύματά τους που πλησιάζουν οι Παργινοί, με επιστολή τους της 17ης Δεκεμβρίου προς τον Αλή και της 18ης Δεκεμβρίου προς την Επτανησιακή Γερουσία, το επιβεβαιώνουν[8].

Τα λεγόμενα του Περραιβού αποδεικνύονται ακριβή μέχρι κεραίας, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά στη χρονολογική σειρά των γεγονότων. Οι δύο χιλιάδες Σουλιώτες που έφυγαν από το Κούγκι, με αρχηγούς, μεταξύ άλλων, τον Φώτο Τζαβέλα, τον Δήμο Δράκο, τον Τούσα Ζέρβα, έφθασαν στην Πάργα στις 16-17 Δεκεμβρίου, ακολουθούμενοι κατά πόδας από τους Τουρκαλβανούς, που είχε στείλει ξοπίσω τους ο Αλή πασάς, χρησιμοποιώντας μάλιστα ως δικαιολογία την παραβίαση της συμφωνίας από τους Σουλιώτες, με την ανατίναξη του φρουρίου στο Κούγκι! Η τεκμηριωμένη σειρά των γεγονότων έχει ως ακολούθως: Επιστροφή του Φώτου από την Πάργα και είσοδός του στο Κούγκι, ένοπλη αντίσταση των Σουλιωτών, υπογραφή της συνθηκολόγησης με απελευθέρωση των Σουλιωτών από τα Γιάννενα, και παράδοση ομήρων στα χέρια των Σουλιωτών, μεταξύ αυτών και του Πασόμπεη, στις 12 Δεκεμβρίου· μέχρι τις 15 Δεκεμβρίου, πραγματοποιείται η αποχώρηση, ακολουθεί η ανατίναξη στο Κούγκι, στις 16, και αμέσως μετά αρχίζει η καταδίωξη των Σουλιωτών στην Πάργα και το Ζάλογγο. Οι περί του αντιθέτου μαρτυρίες, τόσο η Αληπασαλιάδα όσο και η διήγηση της εκκλησίας του Αγίου Νικολάου, στη Σέλιανη, είναι ελάχιστα έως καθόλου αξιόπιστες.

Για να στηρίξετε το Άρδην μπορείτε να κάνετε μια προσφορά ΕΔΩ.



[1] Passow 156-157, Fauriel, I,  203.

[2] Βλέπε και Αγγέλου Παπακώστα (επιμ.), «Απομνημονεύματα του Γέροντος Σουλιώτου…», ό.π., σσ. 93-94 και του ιδίου, «Σαμουήλ», Μνήμη Σουλίου, τ. Α΄, Αθήνα 1971, σσ. 145-150.

[3] Χρ. Περραιβός, Ιστορία…, ό.π.,1815, τ. Β΄, σσ. 36-37 και Αθήνα 1857α, σσ. 153-155.

[4] Αγγέλου Παπακώστα, «Σαμουήλ», Μνήμη Σουλίου, τ. Α΄, Αθήνα 1971, σ. 148.

[5] I. Λαμπρίδης, Ηπειρωτικά Μελετήματα, ό.π., τχ. 10,  σ. 52.

[6] Σπ. Ασδραχάς, ό.π., σ. 183.

[7] Β. Ψιμούλη, Σούλι…, ό.π., σσ. 435-436.

[8] Βλ. Δημ. Σάρρου, «Γράμματα αναφερόμενα …», ό.π., ΗΧ, 1 (1926), σσ. 151-156.

ΣΧΕΤΙΚΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ