Απόσπασμα (σσ. 86-92) από το βιβλίο του Γιώργου Καραμπελιά, Φιλική Εταιρεία – Ήταν ώριμη η Επανάσταση;, Εναλλακτικές Εκδόσεις, 2020.
Χαρακτηριστική υπήρξε εξάλλου και η σταδιακή διεύρυνση του χώρου των κατηχήσεων που, εκκινώντας από τη Νότια Ρωσία και τη Μολδοβλαχία, επεκτείνεται προς το κέντρο του ελληνισμού. Συνολικά, ένα μεγάλο μέλος των μυήσεων είχε πραγματοποιηθεί στη Ρωσία και τη Μολδοβλαχία –425 από τους 1027, ήτοι 41% των μελών[1], ενώ, κατά την περίοδο 1818-1821, όταν πια θα έχει διευρυνθεί ο χώρος δράσης της Εταιρείας, θα μυηθούν, στην Πόλη 181 μέλη, στην Πελοπόννησο, 210[2], στα Ιόνια, 78, στα ναυτικά νησιά 47, κ.ο.κ., δηλαδή οι κατηχήσεις προσλαμβάνουν πανελλαδικό χαρακτήρα.
Αν μάλιστα θεωρήσουμε ως κριτήριο τον τόπο καταγωγής και όχι την περιοχή της μύησης, τότε τα πράγματα γίνονται ακόμα πιο σαφή. Από τα 859 μέλη, γνωστής καταγωγής, οι 351 κατάγονταν από τον Μοριά, οι 116 από τα Ιόνια νησιά, οι 107 από τα νησιά του Αιγαίου, 99 από την Ήπειρο, 59 από τη Θεσσαλία, 37 από τη Στερεά Ελλάδα, 32 από την Ύδρα και τις Σπέτσες, 28 από τη Μικρά Ασία κ.λπ. Μάλιστα, ορισμένες περιοχές, όπως η Λακωνία με 61 κατηχηθέντες, η Κωνσταντινούπολη με 51, η Ζάκυνθος με 50, η Κεφαλονιά με 49, η Μεσσηνία με 38, η Αρκαδία και τα Ιωάννινα με 35, συγκεντρώνουν τον μεγαλύτερο μέρος των μυηθέντων.
Δηλαδή, μπορούμε να προβούμε σε μια τυπολογία της ένταξης στη Φιλική των τοπικών στελεχών της ελληνικής κοινωνίας –διότι στους καταλόγους της Φιλικής, όπως προείπαμε, περιλαμβάνονται κατ’ εξοχήν αυτά τα στελέχη– με κύρια σημεία πύκνωσης την Πελοπόννησο και τα Επτάνησα. Και οι λόγοι είναι προφανείς. Η Πελοπόννησος αποτελούσε τη προνομιακή περιοχή των επαναστατικών κινημάτων, σε όλη τη διάρκεια της κατοχής, εξαιτίας και του πολύ μικρότερου χρόνου επιβολής της Τουρκοκρατίας (οριστικά μόλις μετά το 1715) όσο και της εξασφάλισης ισχυρών αυτοδιοικητικών θεσμών που την καθιστούσαν οιονεί αυτοκυβερνώμενη. Εξ ου και η αυξημένη συμμετοχή των προεστών της Πελοποννήσου στην Εταιρεία ενώ δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι και τα δύο ναυτικά νησιά, Ύδρα και Σπέτσες, λόγω της εγγύτητάς τους με τον πελοποννησιακό χώρο, αποτελούσαν κατά κάποιον τρόπο προσαρτήματα της Πελοποννήσου.
Όσο για τα Ιόνια, το γεγονός της απουσίας των Τούρκων και των ισχυρών ελληνοκεντρικών αισθημάτων του τοπικού πληθυσμού, η ύπαρξης ενόπλων στρατιωτικών ελληνικών τμημάτων στην υπηρεσία των αποικιακών Δυνάμεων, καθώς και η εγγύτητα με την ηπειρωτική Ελλάδα, ιδιαίτερα της Ζακύνθου, Κεφαλονιάς, Ιθάκης, Λευκάδας, εξηγούν την ταχύτατη επέκταση των μυήσεων – τουλάχιστον μέχρι το 1819, όταν η κατασταλτική παρέμβαση του Μaitland, με συλλήψεις, έρευνες και παρακολουθήσεις, οδήγησε στην ελάττωση νέων κατηχήσεων, κατ’ εξοχήν στη Ζάκυνθο (από 55 μυήσεις το 1819 μόλις 5 το 1820[3]).
Ιδιαίτερη παραμένει η περίπτωση της Κωνσταντινούπολης όπου ο συνολικός αριθμός των μυήσεων που πραγματοποιήθηκαν στην πόλη –συνολικά 181 άτομα, δηλαδή το 20% περίπου του συνόλου– ξεπερνά κατά πολύ τον αριθμό των μελών που κατάγονταν από την Κωνσταντινούπολη, συνολικά 51 μέλη, οι οποίοι εξάλλου στην πλειοψηφία τους είχαν κατηχηθεί εκτός Κωνσταντινουπόλεως, κυρίως στη Νότια Ρωσία και τη Μολδοβλαχία. Έτσι, από τα 181 άτομα τα οποία μυήθηκαν στην Κωνσταντινούπολη κατά την περίοδο 1818-1821, τα 141 είχαν δηλώσει τόπο καταγωγής: από τη Πόλη κατάγονταν μόνο οι 13 (9 %), από την Πελοπόννησο οι 35 (24,3%), από τα Ιόνια οι 30 (20,8%). Δηλαδή, ο χώρος μυήσεως, ιδιαίτερα σε περιοχές πανελλαδικής εμβέλειας, όπως η Κωνσταντινούπολη, δεν ταυτίζεται με τον τόπο καταγωγής[4].
Παράλληλα, διευρύνεται η επαγγελματική διασπορά των στελεχών της εταιρείας, παρότι οι έμποροι πλειοψηφούν: από 911 Φιλικούς γνωστού επαγγέλματος, δήλωσαν γενικά εμπορευόμενοι οι 479 ή 53,7% του συνόλου – έμποροι 445, εμποροϋπάλληλοι 10 και πλοίαρχοι ή πλοιοκτήτες 24· οι επαγγελματίες/διανοούμενοι ήταν 117, 13,1% – δικηγόροι 13, γιατροί 26, δάσκαλοι 51, φοιτητές 6, υπάλληλοι και γραμματείς 21 οι προεστοί 111, 11,7%· οι κληρικοί 85 (9,5%), εξ ων μητροπολίτες-επίσκοποι 17· οι στρατιωτικοί 78 (8,7%), εξ ων στην υπηρεσία των Ρώσων 15 και των Άγγλων 8· τέλος, δήλωναν αγρότες μόλις 6 άτομα (0,6%), βιοτέχνες 7 (0,7%), και ναυτικοί 28 (3,1%)[5].
Δηλαδή, όχι μόνο η αρχική σύλληψη προήλθε από εμπόρους και εμποροϋπαλλήλους της Διασποράς αλλά και η πλειοψηφία των γνωστών μελών της Εταιρείας προερχόταν από αυτούς. Όπως τονίζει ο Απόστολος Βακαλόπουλος, ήταν η αστική τάξη του εξωτερικού –και προπαντός η μικροαστική– που ανέλαβε να ενώσει όλους τους Έλληνες με σκοπό να αποτινάξει τον τουρκικό ζυγό[6]. ο Ιωάννης Φιλήμων παρατηρεί: «ἡ γενναία σύλληψις καὶ ἡ γενναία ἔναρξις τῆς ἐφαρμογῆς τῆς Ἑλληνικῆς ἑνότητος ἀπέκειτο τῇ μέσῃ τάξῃ τῇ Ἐμπορικῇ, ιδίως»[7]. Και ο Κασομούλης αναλυτικότερα[8]:
…την επανάσταση την διεξήγαγαν «ἔμποροι-τεχνῖται ἀπὸ διάφορα ἐπαγγέλματα οἵτινες τρέχοντες εἰς ξένους τόπους, Εὐρώπην, ἀνατολικὴν καὶ εὐρωπαϊκὴν Τουρκίαν ἐγνώριζαν τὴν δύναμιν τῶν Ὀθωμανῶν καὶ εἶχαν τὴν τόλμην νὰ ἀδράξουν τὰ ὅπλα ἐναντίον των. Ἄς ἐξετάσῃ διακεκριμένως ὁποιοσδήποτε ἔλαβε μέρος εἰς τὴν Ἐπανάστασιν καὶ θέλει ἰδεῖ ὅτι ἡ τάξις τῶν ξενιτευμένων λογιωτάτων καὶ ἐμπόρων εἶναι ἥτις πρώτη ἐτόλμησε καὶ ἐκίνησε τὸν μοχλὸν τοῦτον, καὶ ἔμβασεν καὶ τοὺς Προεστοὺς καὶ Ἀρματολοὺς εἰς τὰ αἵματα».
Βέβαια, αυτή η παρουσία των εμπόρων δεν είναι παντού εξ ίσου συντριπτικά πλειοψηφική όσο στις παροικίες. Επί παραδείγματι, ως προς την κοινωνική ταυτότητα των κατηχουμένων, αν μεταφερθούμε από τις ηγεμονίες και τη νότια Ρωσία, όπου το ποσοστό των κατηχουμένων εμπόρων είναι εξαιρετικά υψηλό, στην Πελοπόννησο, η εικόνα μεταβάλλεται ουσιωδώς: έτσι, από τα 425 γνωστά μέλη που μυήθηκαν στις Ηγεμονίες και τη Νότιο Ρωσία, γνωρίζουμε το επάγγελμα των 339 και οι 252 (το 74,3%) ήταν εμπορευόμενοι κάθε είδους. Εδώ δηλαδή συγκεντρώνεται η βασική εμπορική συνιστώσα της Φιλικής που σφραγίζει και τον συνολικό της χαρακτήρα.
Η Πελοπόννησος, όπως είδαμε, αποτελούσε την περιοχή από όπου καταγόταν ο συντριπτικά μεγαλύτερος αριθμός κατηχηθέντων μελών· από τον Μοριά κατάγονται 351 μέλη συνολικά (πάνω το 40% του συνόλου). Επί τόπου κατηχήθηκαν οι 210, και το γεγονός ότι η πλειοψηφία των μυηθέντων κατηχήθηκε επιτοπίως καταδεικνύει πως, από ένα σημείο και μετά, η Εταιρεία θα έχει αποκτήσει ντόπιες ρίζες και δεν θα αφορά μόνο τους καταγόμενους από τον Μοριά. Από αυτό το σύνολο των επιτοπίως κατηχηθέντων δήλωσαν το επάγγελμά τους οι 178: 59, ή το 33,1%, δηλώθηκαν ως πρόκριτοι, 35 ή 19,7% ως κληρικοί και 24 ως στρατιωτικοί (13,5%), ενώ εμπορευόμενοι δήλωσαν οι 43 ή 24,2%. Και ανάλογα συμπεράσματα συνάγουμε μελετώντας τα επαγγέλματα και στις υπόλοιπες περιοχές. Η Κωνσταντινούπολη αντιπροσωπεύει μία ενδιάμεση περίπτωση, καθώς, από τους 151 γνωστού επαγγέλματος μυηθέντες σε αυτήν, οι έμποροι έφθαναν τους 70 και αντιπροσώπευαν το 46 %, ενώ οι «διανοούμενοι» και οι εκπαιδευτικοί ήταν 28 και αντιπροσώπευαν το 18,5%, δηλαδή το μεγαλύτερο ποσοστό σε πανελλήνια κλίμακα[9].
Άλλο σημαντικό στοιχείο για τη συγκρότηση και τον χαρακτήρα της οργάνωσης είναι η ηλικία των μελών τη στιγμή της μύησής τους, όσο μπορούμε να είμαστε βέβαιοι από τις λίστες που διαθέτουμε, μια και από τα 1093 καταγεγραμμένα μέλη δήλωσαν την ηλικία τους μόλις τα 481. Ο μέσος όρος ηλικίας των κατηχηθέντων ήταν τα 34 χρόνια. Ανάμεσά τους, εκείνος των διανοουμένων/επαγγελματιών ήταν 32 χρονών, των εμπόρων και των στρατιωτικών 34, των προεστών 39 και των κληρικών 42. Πρόκειται για μια σημαντική παράμετρο της συγκρότησης της Εταιρείας που συχνά παραθεωρείται – ενδεικτική και αυτή την αντιπροσωπευτικότητας και της ωριμότητας της Εταιρείας, μια και εκπροσωπούνται σχετικά ισόρροπα όλες οι ηλικίες. (Frangos, τ. Ι, σ. 224.)
Ηλικία τη στιγμή της μύησης (481 άτομα)
| ΗΛΙΚΙΑ | ΑΡΙΘΜΟΣ |
| 18-20 | 12 |
| 21-25 | 48 |
| 26-30 | 107 |
| 31-35 | 82 |
| 36-40 | 77 |
| 41-45 | 49 |
| 46-50 | 57 |
| 51-55 | 20 |
| 56-60 | 18 |
| 61-65 | 5 |
| 66-70 | 6 |
| ΣΥΝΟΛΟ | 481 |
Σχετικά με τη σύνθεση της Εταιρείας, ανάλογα στοιχεία συνάγουμε και από τον κοινωνικό χαρακτήρα, την καταγωγή και τη φύση των κατηχητών της. Ο Γ. Φράγκος, με βάση όλα τα διαθέσιμα στοιχεία, δημιούργησε και έναν εξατομικευμένο κατάλογο από κατηχητές που είχαν μυήσει πάνω από δέκα μέλη ο καθένας. Από τους 21, οι δώδεκα ήταν έμποροι, τρεις ήταν στρατιωτικοί, δύο κληρικοί, δύο γιατροί από τα Επτάνησα και δύο δάσκαλοι. Οι οκτώ από αυτούς είχαν κατηχηθεί στην Οδησσό και δύο στη Μόσχα, δηλαδή σχεδόν οι μισοί στη Ρωσία, τέσσερις στην Κωνσταντινούπολη, δύο στη Ζάκυνθο και ισάριθμοι στην Ύδρα κ.λπ. Όσο για την καταγωγή τους, εδώ, η προτεραιότητα των Πελοποννησίων ήταν συντριπτική, ένδεκα κατάγονταν από τον Μοριά, τέσσερεις από την Ήπειρο και τρεις από τα «μοραΐτικα» Επτάνησα, δηλαδή τη Ζάκυνθο και τα Κύθηρα (Frangos, ό.π., τ. Ι, σ. 255.). Συνεπώς, και αυτό το στοιχείο έρχεται να επιβεβαιώσει και να υπογραμμίσει τα βασικά χαρακτηριστικά της Εταιρείας. Οργανώθηκε στη Ρωσία και την Κωνσταντινούπολη από εμπόρους, αποτελούνταν κατ’ εξοχήν από Μοραΐτες και κατά δεύτερο λόγο από Ηπειρώτες και Επτανησίους: Μοριάς, Οδησσός, Κωνσταντινούπολη, Μόσχα, Ύδρα, Ζάκυνθος.
Αξίζει να σημειώσουμε ενδεικτικά μερικούς από τους πιο δραστήριους κατηχητές. Ο πρώτος ανάμεσά τους, ο Μοραΐτης οπλαρχηγός Αναγνωσταράς, θα κατηχηθεί το 1817 στην Οδησσό από τον Αρτινό Νικόλαο Σκουφά και θα μυήσει 49 νέα μέλη. Δεύτερος κατά σειράν, ο Μοραΐτης αρχιμανδρίτης Γρηγόριος Δικαίος ή Παπαφλέσσας, που θα κατηχηθεί στην Κωνσταντινούπολη από τον επίσης Πελοποννήσιο έμπορο Παναγιώτη Αναγνωστόπουλο, θα κατηχήσει 36 νέα μέλη· τρίτος καταγράφεται ο Ζακυνθινός γιατρός, Ν. Καλύβας, που θα κατηχηθεί μόλις το 1819 στη Ζάκυνθο αλλά θα προλάβει να μυήσει 31 Φιλικούς.
Όπως σημειώνει ο Φράγκος, είναι σχετικά μικρό το ποσοστό των διανοουμένων και επαγγελματιών (γιατρών, δικηγόρων κ.λπ.) που συμμετείχαν στην Εταιρεία, ενώ «είναι ακόμα πιο χαρακτηριστικό το γεγονός ότι η επιρροή τους στο εσωτερικό της Εταιρείας μοιάζει ασήμαντη»[10]. Μόνο δύο σημαντικοί διανοούμενοι (και ήταν άραγε «διανοούμενοι» ή Φαναριώτες;), ο Θεόδωρος Νέγρης και ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, φαίνεται να έπαιξαν σημαντικό ρόλο, όχι όμως πριν από την Επανάσταση[11]. Ο Θεόδωρος Νέγρης ήταν ο πρώτος από τους Φαναριώτες που μυήθηκε στην Εταιρεία, σε ηλικία 28 χρονών, από τον Νικόλαο Γαλάτη, το 1817, όταν ήταν γραμματέας του Οσποδάρου της Μολδαβίας, Σκαρλάτου Καλλιμάχη (Β.Γ. Μέξας, αρ. 39.).
Πάντως, όλα τα στοιχεία που παραθέσαμε σχετικά με τη σύνθεση των μελών (κοινωνική, ηλικιακή, καταγωγής κ.λπ.) πρέπει να αντιμετωπίζονται ως ενδεικτικά και πιθανότατα αναφέρονται στις εγγραφές των πλέον «επώνυμων» μελών, διότι είναι βέβαιο πως, ιδιαίτερα από το 1820, χιλιάδες νέα μέλη είχαν μυηθεί με τον ένα ή άλλο τρόπο στην Εταιρεία. Κατά συνέπεια, τα δεδομένα που παραθέσαμε αφορούν μάλλον στα «στελέχη» της Εταιρείας.
*****
Χωρίς αμφιβολία, λοιπόν, η Νότιος Ρωσία, και κατ’ εξοχήν η Οδησσός, αποτέλεσε το λίκνο της Εταιρείας. Εδώ, οι Έλληνες ζούσαν όχι μόνο έξω από την οθωμανική επικράτεια και τους κατασταλτικούς της μηχανισμούς αλλά και κάτω από μία εξουσία –εκείνη των Ρώσων αυτοκρατόρων– ευνοϊκή και φιλική προς τους Έλληνες και ταυτόχρονα εχθρική προς τους Οθωμανούς. Η Φιλική θα γεννηθεί εδώ, στην Οδησσό, εδώ θα αποκτήσει τις πρώτες ρίζες της, από εδώ θα επεκταθεί κατ’ αρχάς στις παραδουνάβιες ηγεμονίες, όπου επίσης ήταν σημαντική και θεσμικά κατοχυρωμένη η ρωσική παρουσία και εδραιωμένη η ελληνική, και μόνο μετά θα επεκταθεί στην Κωνσταντινούπολη και τους ελληνικούς τόπους.
Ήταν οι Έλληνες της διασποράς που πρώτοι θα διανοηθούν και θα αρχίσουν να θέτουν σε εφαρμογή το όραμα της απελευθέρωσης. Εδώ θα διαμορφώσουν τα επαναστατικά σχέδια και τα προγράμματά τους, εδώ θα συγκεντρώσουν τους πρώτους απαραίτητους οικονομικούς πόρους, εδώ μέχρι το τέλος θα υπάρχει η δυνατότητα μιας σχεδόν απρόσκοπτης και μαζικής προσχώρησης στην επαναστατική οργάνωση. Δικαίως λοιπόν η Οδησσός έχει καταγραφεί στη συλλογική συνείδηση των Ελλήνων ως «η πόλη της Φιλικής Εταιρείας».

[1] 55 στη Βλαχία, 189 στη Μολδαβία και 181 στη Ρωσία, εκ των οποίων 122 στην Οδησσό. Από αυτούς δήλωσαν ως επάγγελμα, έμποροι 62% στη Βλαχία, 68,7% στη Μολδαβία και 85,5% στη Ρωσία. G. D. Frangos, The Philike…, τ. Ι, ό.π., σσ. 136-137.
[2] G. D. Frangos, The Philike…, τ. Ι, ό.π., σσ. 159-163.
[3] G. D. Frangos, ό.π., τ. ΙΙ, σ. 475.
[4] G. D. Frangos, ό.π., τ. Ι, σσ. 108-109, τ. ΙΙ, σσ. 457-486.
[5] G. D. Frangos, τ. Ι, ό.π., σσ. 229.
[6] Απ. Βακαλόπουλος, ΙΝΕ, τ. 5, σ. 47.
[7] Ι. Φιλήμων, ΔΙΕΕ, τ. 1, σ. 3.
[8] Κασομούλης, Ενθυμήματα 3, σ. 626 Απ. Βακαλόπουλος, ΙΝΕ, τ. 5, σσ. 46-47.
[9] G. D. Frangos, ό.π., τ. Ι, σσ. 159-163, τ. ΙΙ, σ. 406.
[10] G. D. Frangos, ό.π., τ. Ι, σ. 240.
[11] G. D. Frangos, ό.π., τ. Ι, σ. 240.
