Αρχική » Ο Αλή πασάς Τεπελενλής

Ο Αλή πασάς Τεπελενλής

από Γιώργος Καραμπελιάς

Του Γιώργου Καραμπελιά, απόσπασμα από το βιβλίο του, Συνωστισμένες στο Ζάλογγο, Εναλλακτικές Εκδόσεις.

Ο μεγάλος αντίπαλος των Σουλιωτών ήταν ένας Οθωμανός αξιωματούχος που επεδίωκε τη δημιουργία μιας ημιαυτόνομης εξουσίας, υπό την ηγεμονία των «Τουρκαλβανών», δηλαδή μωαμεθανών Αλβανών. Οι τελευταίοι, ως μουσουλμάνοι, μετείχαν του κυρίαρχου μιλέτ και της άρχουσας τάξης της Αυτοκρατορίας, ενώ, παράλληλα, ως φορείς μιας αλβανικής «ευαισθησίας» –μιας υπό διαμόρφωση εθνοτικής/εθνικής ταυτότητας, και μάλιστα στα πλαίσια της αποσυντιθέμενης Αυτοκρατορίας– επιζητούσαν την αυτονόμησή τους και τη διαμόρφωση ενός ανεξάρτητου ή έστω ημιανεξάρτητου κράτους. Σε αυτά τα πλαίσια, ο Αλή πασάς ήταν υποχρεωμένος να κινείται ανάμεσα σε τρεις εθνοτικές και εθνικές δυνάμεις, τους Έλληνες και τους ορθόδοξους Αλβανόφωνους –κατά το μάλλον ή ήττον ελληνικής ευαισθησίας, κάποτε και εθνικής συνείδησης–, τους Τούρκους, τέλος τους «Τουρκαλβανούς», που αποτελούσαν την ομάδα της καταγωγής του και την κατ’ εξοχήν ομάδα στήριξής του.

Ο Τεπελενλής, μέσα από δολιχοδρομίες και αλλεπάλληλες ανατροπές συμμαχιών, προσπαθούσε να στηρίζεται προνομιακά στους Τουρκαλβανούς, να χρησιμοποιεί τους Έλληνες που υποτάσσονταν στην εξουσία του, εξοντώνοντας όσους αντιστέκονταν, και να υποβαθμίζει κατά το δυνατόν τους Τούρκους, χωρίς όμως να έρχεται σε ανοικτή ρήξη μαζί τους.

Στην απόπειρά του να συγκροτήσει ένα ημιανεξάρτητο πριγκηπάτο/κράτος στην ελληνική χερσόνησο, ερχόταν –δυνάμει και εν τοις πράγμασι– σε αντίθεση όχι μόνο με την Υψηλή Πύλη αλλά και με τη παράλληλη στρατηγική ανεξαρτησίας των Ελλήνων. Όσο και αν επιχειρούσε να προσεταιριστεί τους τελευταίους, προκειμένου να αντιμετωπίσει τον Σουλτάνο και τους Τούρκους, τη στάση του καθόριζε, εν τέλει, η ένταξή του στο σύστημα εξουσίας της Αυτοκρατορίας. Θα εκστρατεύσει πολλές φορές εναντίον των αντιπάλων της Αυτοκρατορίας, ήδη από το 1789 διώκει τους Σουλιώτες με σουλτανική εντολή, τέλος θα συγκρουστεί με τους Τούρκους μόνον όταν ο Σουλτάνος Μαχμούτ Β΄, επιχειρώντας να ανασυγκροτήσει την ισχύ της κεντρικής εξουσίας, θα τον κηρύξει αντάρτη και αποστάτη. Όμως, την ίδια περίοδο, θα αναπτυχθεί και το ανταγωνιστικό σχέδιο της Φιλικής Εταιρείας και θα ξεσπάσει η ελληνική επανάσταση.

Οι Τουρκαλβανοί, γενικότερα, ενώ διέθεταν σημαντικές ένοπλες δυνάμεις, που είχαν πρωτοστατήσει σε όλους τους πολέμους και τις λεηλασίες των χριστιανικών πληθυσμών, δεν είχαν ούτε αναπτυγμένο εμπόριο ούτε παιδεία ούτε εθνική συνοχή, ώστε να μπορούν να οικοδομήσουν κάποιο αυτόνομο πρόταγμα μιας μελλοντικής εθνικής ή οιονεί εθνικής εξουσίας. Γι’ αυτό και ο Αλής, στον γραπτό λόγο, εκφραζόταν στα ελληνικά, χρησιμοποιούσε τον Αθανάσιο Ψαλίδα, τον Θανάση Βάγια, τον μητροπολίτη Ιγνάτιο (τον μετέπειτα Ουγγροβλαχίας), για τις διπλωματικές αποστολές του, στηριζόταν στους Έλληνες εμπόρους, εμπιστευόταν την οικογένεια και τα χαρέμια του στους Έλληνες γιατρούς –τον Σακελλάριο, τον Πολύζο, τον Βηλαρά κ.ά.–, θα φτάσει μάλιστα να πάρει και Ελληνίδα γυναίκα, την περιβόητη «κυρά Βασιλική». Η δημιουργία μιας αυτόνομης εξουσίας προϋπέθετε τη συνεργασία με τους Έλληνες. Και αν κάτι τέτοιο ήταν αναγκαίο ακόμα και για την Υψηλή Πύλη, με τους Φαναριώτες, αποτελούσε όρο ύπαρξης για τη διοίκηση που επιχειρούσε να οικοδομήσει ο πανούργος ηγέτης των εμπειροπόλεμων, αλλά άξεστων, Τουρκαλβανών. 

Ο Βεζύρης, παρότι πιστός μουσουλμάνος, δεν δίωκε τους ορθοδόξους και έδειχνε φιλικά αισθήματα ιδιαίτερα προς τους μοναχούς, ανάμεσά τους και τον Κοσμά Αιτωλό. Ο Γιάννης Λυμπερόπουλος, σε ένα σύντομο δοκίμιο, θα υποστηρίξει πως η θετική προδιάθεση του Αλή έναντι των Ελλήνων και του ελληνικού πολιτισμού ήταν αποτέλεσμα της επιρροής της μητέρας του, Χάμκως, η οποία ήλκε την καταγωγή της από μπεκτασήδες εξισλαμισμένους Έλληνες της Κόνιτσας και είχε ως μητρική γλώσσα τα ελληνικά. Ο Αλής, ως προϊόν αυτού του ελληνοαλβανικού συγκρητισμού, παρουσίαζε επομένως μια πραγματική προδιάθεση για τη δημιουργία και ενός ανάλογου κρατικού μορφώματος[1].

Ωστόσο, οι Έλληνες, ακόμα και οι πιο πιστοί οπαδοί του, αποτελούσαν μέρος ενός έθνους ραγιάδων, κατ’ εξοχήν αντικείμενο εκμετάλλευσης και ανταγωνιστικό προς τη μωαμεθανική εξουσία. Ο πασάς των Ιωαννίνων παραμένει ένας μωαμεθανός τοπάρχης, που επιθυμεί την εξάλειψη άλλων αυτόνομων πόλων εξουσίας, τουρκαλβανικών –όπως συμβαίνει με τους πασάδες της Σκόδρας και της Πρεμετής, τους ανεξάρτητους αγάδες και μπέηδες της Παραμυθιάς, του Δέλβινου κ.λπ.– και κυρίως ελληνικών, όπως οι Σουλιώτες, οι αρματολοί, οι Πρεβεζάνοι, οι Παργινοί κ.ά.

Γι΄αυτό και η ex post υιοθέτηση της άποψης ότι θα ήταν εφικτή μια ηπειρο-αλβανική ανεξάρτητη εξουσία Ελλήνων και Τουρκαλβανών, υπό τον Τεπελενλή, μάλλον παραβιάζει και την ιστορική αλήθεια και την ιστορική λογική. Ο Αλή πασάς παρέμεινε μέχρι τέλους απηνής διώκτης όσων Ελλήνων δεν υποτάσσονταν στην εξουσία του, οι δε Τουρκαλβανοί θα σταθούν συστηματικά –ήδη πριν τον Αλή, κατά τη διάρκεια της Επανάστασης και μετά από αυτήν– στο πλευρό των Τούρκων, επανδρώνοντας μάλιστα τον κύριο όγκο των οθωμανικών δυνάμεων, στην ελλαδική χερσόνησο. Για τους ελληνικούς πληθυσμούς, οι Τουρκαλβανοί αποτελούσαν τους κατ’ εξοχήν «Τούρκους» και μάλιστα στην πιο βάρβαρη εκδοχή τους.

*****

[Προγενέστερα, αλλά και εκ παραλλήλου με αυτόν, ένα ανάλογο εγχείρημα θα επιχειρηθεί στη Βόρεια Αλβανία, από τους Μπουσατλήδες – κυρίως τον Μεχμέτ και τον γιο του, Μαχμούτ–, πασάδες της Σκόδρας, οι οποίοι, συστηματικότερα ίσως από τον πασά των Ιωαννίνων, είχαν έλθει κατ’ επανάληψη σε ευθεία αντιπαράθεση με την Πύλη και τη σουλτανική εξουσία.

Κατά το τελευταίο τρίτο του 18ου αι., οι ήδη ισχυρές αποσυνθετικές τάσεις στο εσωτερικό της Αυτοκρατορίας καθίστανται εντονότερες – στη Συρία, ο Τζαζάρ πασάς, στη Βουλγαρία, ο Πασβάνογλου, στη Μακεδονία, ο Ισμαήλ μπέης των Σερρών, στη Σμύρνη, οι Καραοσμάνογλου, διοικούν ως αυτόνομοι άρχοντες, κάποτε με ανοιχτά αποσχιστικές προθέσεις. Στα πρώτα χρόνια του 19ου αι., ο πασάς των Ιωαννίνων και ο Μωχάμετ Άλη της Αιγύπτου θα συνεχίσουν στην ίδια κατεύθυνση, παρά τις απόπειρες του Σελίμ Β΄(1789-1807) να εκσυγχρονίσει και να συγκεντροποιήσει τους μηχανισμούς της Αυτοκρατορίας.

Οι Μπουσατλήδες της Σκόδρας θα επιχειρήσουν, με επίκεντρο τη βόρεια Αλβανία, να πραγματοποιήσουν αυτό που θα αποπειραθεί ο Τεπελενλής στη νότια και στην Ήπειρο: να συνενώσουν τους αλβανικούς πληθυσμούς, μουσουλμάνους και χριστιανούς –στην περίπτωσή μας τους καθολικούς της Β. Αλβανίας–, γύρω από ένα αλβανικό οιονεί κράτος. Και μάλιστα, το εγχείρημα των Μπουσατλήδων ήταν πολύ πιο συνεκτικό –εξ ου και η μεγαλύτερη διάρκειά του– δεδομένου ότι αφορούσε αλβανικούς πληθυσμούς στη συντριπτική πλειοψηφία τους και όχι ελληνικούς ή ελληνότροπους. Ο Μεχμέτ Μπουσατλής θα καταλάβει την εξουσία στη Σκόδρα το 1756, με την επικουρία των ορεσίβιων Μιρδιτών, και των εμπόρων και βιοτεχνών της πόλης – καθολικών χριστιανών και στις δύο περιπτώσεις. Ωστόσο, απεσταλμένοι της Πύλης τον δηλητηρίασαν το 1775, και την ηγεσία στο πασαλίκι θα αναλάβει, το 1778, ο νεαρός ακόμα Μαχμούτ (1750-1796). Ο τελευταίος, για να ενισχύσει την αυτονομία του, θα εκμεταλλευτεί ακόμα και τα αντιτουρκικά αισθήματα των Αλβανών, μετά τη σφαγή τους στον Μοριά, το 1779, και τη διάθεσή τους να εκδικηθούν τους Τούρκους. Περιορίζει τις καταχρήσεις από την είσπραξη του χαρατσιού και αποκλείει τους φοροεισπράκτορες του Σουλτάνου από το πασαλίκι του, ενώ ενισχύει με χριστιανούς τις στρατιωτικές του δυνάμεις. Ο Λυμπεράκης Μπενάκης, Ρώσος πρόξενος στην Κέρκυρα[2], σε έκθεσή του προς την Αγία Πετρούπολη, στις 22 Ιουνίου 1787, σημειώνει, συναφώς, πως πολλοί «έμπιστοί του είναι χριστιανοί που τον ακολουθούν»[3] ενώ, τον ίδιο χρόνο, το 1787, θα καταλάβει την πειρατική φωλιά του Δούλτσινου, πυρπολώντας τον στόλο των Μπαρμπαρέζων της πόλης, που συστηματικά συντάσσονταν με τη σουλτανική εξουσία.

Ωστόσο, κάθε φορά που οι Μπουσατλήδες πασάδες θα υπερβαίνουν τα όρια μιας αυτονομίας, στα πλαίσια της οθωμανικής εξουσίας, και θα επιχειρούν να οικοδομήσουν μια κατά το μάλλον ή ήττον ανεξάρτητη επικράτεια, οι μουσουλμάνοι και κυρίως οι ορθόδοξοι σουνίτες[4] σύμμαχοί τους θα αλληθωρίζουν προς την Πύλη ή θα πιέζουν τους Μπουσατλήδες προς την κατεύθυνση μιας συνδιαλλαγής, φοβούμενοι ότι, διαφορετικά, θα υποσκελιστούν από τους πιο μορφωμένους εμποροβιοτεχνικούς πληθυσμούς της Σκόδρας ή τους ορεσίβιους πολεμιστές Μιρδίτες[5].

Οι Μπουσατλήδες, καθ’ όλη τη διάρκεια της κυριαρχίας τους (1757-1831), μέχρι την πτώση του πασαλικιού της Σκόδρας, δεν θα κατορθώσουν ποτέ να διαβούν τη διαχωριστική γραμμή που θα τους οδηγούσε από την αυτονομία στην απόπειρα, έστω, της ανεξαρτησίας – εξάλλου θα συγκρούονται διαρκώς όχι μόνο με τους Τούρκους της Υψηλής Πύλης αλλά και με τους ορθόδοξους Σέρβους και Μαυροβούνιους, από τα χέρια των οποίων θα βρει τον θάνατο ο Μαχμούτ Μπουσατλής, στα 1796[6]. Ανάλογη υπήρξε και η σταδιοδρομία του Οσμάν Πασβάνογλου (1738-1807), ο οποίος, παρότι, σε κάποια από τις αλλεπάλληλες συγκρούσεις του με την Υψηλή Πύλη, απείλησε την ίδια την Κωνσταντινούπολη, θα σκοτωθεί τελικά στις συγκρούσεις των οθωμανικών στρατευμάτων με τους επαναστατημένους Σέρβους, το 1807, στις οποίες ενεργό ρόλο διαδραμάτισε και ο Ιμπραΐμ Μπουσατλής!]

 Η «φωτισμένη δεσποτεία»

Ορισμένες αναλύσεις βλέπουν στον Αλή πασά έναν Μωχάμετ Άλη της Ηπείρου[7] ο οποίος, στηριγμένος στους Αλβανούς και τους Έλληνες του πασαλικιού του, επιχειρούσε να εισαγάγει  τη «φωτισμένη δεσποτεία» στην Ανατολή.

Ο Τεπελενλής ήταν όντως ένας ιδιοφυής, ικανός και υψηλής αντιληπτικότητας Οθωμανός αξιωματούχος, ίσως ο σοβαρότερος της εποχής του στο σύνολο της Αυτοκρατορίας εν τούτοις, ο χαρακτηρισμός του ως εκπροσώπου της φωτισμένης μοναρχίας στην Ανατολή δεν αντέχει σε σοβαρή κριτική. Πρόκειται για μια αντίληψη που εισάγει ετεροχρονισμένα και πρωθύστερα σχήματα –οι πρώτες ανάλογες σοβαρές προσπάθειες στην Τουρκία θα γίνουν πενήντα χρόνια αργότερα, το 1856, με το Χάτι Χουμαγιούν– συσκοτίζοντας παρεμπιπτόντως και τη φύση του ανταγωνισμού μεταξύ του Αλή και των Σουλιωτών.

Όλες οι πρόσφατες μελέτες, ιδιαίτερα της οικονομικής ιστορίας, ανασκευάζουν την παλιά ρομαντική εικόνα ενός «οριενταλικού» Βοναπάρτη της Ηπείρου[8], η οποία όφειλε πολύ περισσότερα στις πυκνές επαφές του με τις μεγάλες ευρωπαϊκές Δυνάμεις, και ιδιαίτερα στη συστηματική συμμαχία του με ορισμένες από αυτές –για μια περίοδο τους Γάλλους και κατ’ εξοχήν τους Εγγλέζους[9]–, καθώς και σε εξωτερικά στοιχεία της συμπεριφοράς του, που σκόπιμα καλλιεργούσε, και δεν ανταποκρινόταν ουσιωδώς στην οικονομική, κοινωνική και εκπαιδευτική του πολιτική.

Κατ’ αρχάς, βαρυνόταν με την εγγενή αδυναμία μιας εξουσίας που στηριζόταν προνομιακά σε πληθυσμούς «καταστατικά» ανταγωνιστικούς προς την εξουσία του, όπως οι ελληνικοί. Ο Μωχάμετ Άλη, στην Αίγυπτο, μπόρεσε να οικοδομήσει ένα ημιανεξάρτητο, έναντι της Υψηλής Πύλης, κράτος διότι στηριζόταν σε έναν συμπαγή μουσουλμανικό πληθυσμό –οι χριστιανοί, ορθόδοξοι και κόπτες, ήταν μειοψηφία– ενώ ο Αλής θα έπρεπε να συγκροτήσει ένα ανάλογο κράτος στηριγμένο στο πλειοψηφικό ρωμαίικο μιλέτι, περισσότερο αναπτυγμένο οικονομικά και πνευματικά, αλλά θεσμικά υποδεέστερο. Κατά συνέπεια, ο ανταγωνισμός ήταν αναπόφευκτος και αποτελούσε την κύρια πλευρά της σχέσης του Αλή πασά με τους Έλληνες. Τα βασικά στηρίγματα της εξουσίας του δεν μπορούσαν να είναι ο Οδυσσέας Ανδρούτσος ή ο Ιωάννης Κωλέττης αλλά… οι αρχηγοί των στρατευμάτων του, ο Γιουσούφ Αράπης, ο Μέτζο Μπόνος και ο Βεληγκέκας οι Έλληνες, αντίθετα, επεδίωκαν τη συγκρότηση μιας δικής τους ανταγωνιστικής εξουσίας, στην οποία εν τέλει θα στρατευτούν ο Ιγνάτιος, ο Ψαλίδας ή ο Κωλέττης!

Ένα πιθανό αλβανο-ελληνικό κράτος δεν μπορούσε να πάρει σάρκα και οστά υπό την ηγεσία του Αλή, αλλά προϋπέθετε την ηγεμονία των… Ελλήνων εν τέλει, οι ελληνικοί και οι ορθόδοξοι αρβανίτικοι πληθυσμοί θα ενοποιηθούν σε ένα κοινό κράτος, το… ελληνικό, ενώ οι Τουρκαλβανοί θα ακολουθήσουν πιστά τους Τούρκους, παρά την απόπειρα του Αλή – μόνο η επιγενέστερη διάλυση της οθωμανικής Αυτοκρατορίας θα τους φέρει, μόλις στον 20ό αι., μπροστά στην ανάγκη δημιουργίας ενός εθνικού αλβανικού κράτους. 

Επί πλέον, ο Αλής, πρωτογενώς ένας Τουρκαλβανός ληστής, δεν διέθετε τις οικονομικές, κοινωνικές και πολιτισμικές προϋποθέσεις που θα του επέτρεπαν να συγκροτήσει ένα είδος φωτισμένης δεσποτείας στην Ήπειρο. Ο Αλής δεν θα ελαφρύνει τα βάρη των αγροτών, όπως θα κάνουν οι Καραοσμάνογλου στη Σμύρνη, που θα μεταβάλουν σε εμπορευματική την παραγωγή των τσιφλικιών τους, ούτε βέβαια θα προχωρήσει σε ουσιαστικές έγγειες βελτιώσεις ή αλλαγές στις καλλιεργητικές μεθόδους. Θα συντρίψει τους τοπικούς φεουδάρχες μόνο για να συγκεντρώσει το μεγαλύτερο μέρος της έγγειας ιδιοκτησίας στα χέρια της οικογένειάς του, και θα περιορίσει τη ληστεία για να αυξήσει το φορολογικό βάρος πάνω στην παραγωγή και την εμπορία[10].


[1] Γ. Λυμπερόπουλος, Ο Αλή πασάς και οι βαθύτερες καταβολές των πολιτισμικών επιδιώξεών του, Πνευματικό Κέντρο Δήμου Κόνιτσας, Κόνιτσα 1998. Ο Λυμπερόπουλος, σε αντίθεση με την παραδεδομένη ιστοριογραφία, που αποδίδει στη Χάμκω άγρια ένστικτα και αρνητική επιρροή στον Αλή, κατασκευάζει μια εγγενή διχοτομία στη φύση του Αλή: από τον πατέρα του, άγριο και απολίτιστο Τουρκαλβανό, θα κληρονομήσει τα θηριώδη ένστικτά του και από τη μητέρα του την ευστροφία, την έλξη προς τα γράμματα και τους Έλληνες.

[2] Γιος του Παναγιώτη Μπενάκη που είχε ηγηθεί της εξέγερσης των Μανιατών στα Ορλωφικά.

[3] Βλ. Γ. Αρς, Η Αλβανία και η Ήπειρος…, ό.π., 1994, σ. 218.

[4] Οι Αλβανοί της σημερινής Αλβανίας, μετά τους μαζικούς εξισλαμισμούς, που συνεχίζονταν μέχρι τις αρχές του 19ου αι., αποτελούνται κατά 10% από καθολικούς στον Βορρά, κυρίως τους ορεσίβιους Μιρδίτες και τους κατοίκους της περιοχής της Σκόδρας, 20 έως 25% ορθοδόξους, στη νότια Αλβανία κατ’ εξοχήν, και 65 έως 70% μουσουλμάνους, από τους οποίους το 20% ανήκει στο τάγμα των Μπεκτασί (σιιτική αίρεση) και οι λοιποί είναι ορθόδοξοι σουνίτες.

[5] Οι Μιρδίτες ήταν μια πολεμική φυλή ορεσίβιων καθολικών Αλβανών. Σε αντίθεση με τους ορθόδοξους Σουλιώτες, θα ταυτιστούν με την οθωμανική εξουσία, και μόνο στη συνέχεια θα αποτελέσουν μία από τις βάσεις του αλβανικού εθνικισμού. Στην εκστρατεία που πραγματοποίησε εναντίον της Επανάστασης, το 1823, στη Δυτική Ρούμελη, ο Μουσταφά πασάς της Σκόδρας (1810-1831), τελευταίος Μπουσατλής ηγεμόνας, μαζί με τις είκοσι χιλιάδες στρατό είχε και τρεις χιλιάδες Μιρδίτες, που τους αποκαλούσαν Λα(ν)τίνους. Αναφέρεται μάλιστα πως ένας Σουλιώτης ήρωας, ο γνωστός Μάρκος Μπότσαρης, σκοτώθηκε το 1823 από σφαίρα Μιρδίτη πολεμιστή. (Για τους Μιρδίτες, βλ. Κ. Σάθας, στην εφ. Αιών, 13 Απριλίου 1867 και Thomas Smart Hughes, Travels in Sicily,Greece & Albania, τ. 2, Β΄ εκδ., Λονδίνο 1830, σσ. 63-65.)

[6] Στην ελληνική βιβλιογραφία, εκτενής αναφορά στον Μαχμούτ Μπουσατλή γίνεται στο βιβλίο του Γρ. Αρς, Η Αλβανία και η  Ήπειρος…, ό.π., 1994, ιδιαίτερα στις σσ. 92-133, 174-202.

[7] Βλ. Γιάννης Κορδάτος, ό.π., Τάσος Βουρνάς, Αρματολοί και κλέφτες, (κεφ. Ζ΄, Ο Αλή πασάς Τεπελενλής), Εταιρεία Λογοτεχνικών Εκδόσεων, Αθήνα 1958, σσ. 427-444.

[8] Βλ. Αλέξανδρος Δουμάς, Αλή Πασάς, μυθιστορηματική βιογραφία, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα, 2002.

[9] Βλέπε στην ίδια κατεύθυνση και το πρόσφατο βιβλίο της K. A. Fleming [The Muslim Bonaparte, Diplomacy and Orientalism in the Ali Pashass Greece, Princeton Un. Press, 1999 και ελλ. εκδ., Αλή πασάς, ο Μουσουλμάνος Βοναπάρτης, Αθήνα, Οδυσσέας 2000], το οποίο όμως στηρίζεται κατ’ εξοχήν στις διπλωματικές του σχέσεις. 

[10] Βλ. και Μιχάλης Κοκολάκης, Το ύστερο γιαννιώτικο πασαλίκι.,Χώρος, διοίκηση και πληθυσμός στην τουρκοκρατούμενη  Ήπειρο (1820-1913), ΕΙΕ- ΙΝΕ, Αθήνα 2003.

ΣΧΕΤΙΚΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ