Απόσπασμα (σσ. 79-82) από το βιβλίο του Γιώργου Καραμπελιά, Φιλική Εταιρεία – Ήταν ώριμη η Επανάσταση;, Εναλλακτικές Εκδόσεις, 2020.
Εν τέλει, απέναντι στη στρατηγική της μακροπρόθεσμης άλωσης εκ των ένδον του οθωμανικού κράτους, την οποία προκρίνουν οι πνευματικές, πολιτικές και θρησκευτικές ελίτ του ελληνισμού, θα πρυτανεύσει η στρατηγική της άμεσης επαναστατικής δράσης, η στρατηγική της Φιλικής Εταιρείας.
Η Φιλική, όπως γνωρίζουμε[1], ιδρύθηκε στην Οδησσό –ή τη Μόσχα για ορισμένους ερευνητές[2]– από απλούς εμπόρους μικρής οικονομικής επιφάνειας και κοινωνικού κύρους, ή ακόμα και εμποροϋπαλλήλους. Την αρχική ιδέα για τη δημιουργία της εταιρείας φαίνεται να είχε στη Μόσχα, το 1812, ο Κωνσταντίνος Ράδος[3]. Από τις αρχές του 1814, μεταξύ Μόσχας και Οδησσού, πραγματοποιούνται οι προπαρασκευαστικές συζητήσεις για την ίδρυσή της, από τον Αρτινό Νικόλαο Σκουφά, τον Γιαννιώτη Αθανάσιο Τσακάλωφ, τον Πάτμιο Εμμανουήλ Ξάνθο. Τέλος, ως προς τη χρονική στιγμή της ιδρύσεώς της, ο Εμμανουήλ Ξάνθος, στα Απομνημονεύματά του, αναφέρει τον Σεπτέμβριο του 1814. Σε σχετικό χειρόγραφο της Μονής της Παναγίας Σπηλιανής Νισύρου, αναφέρεται: «Η ύψωσις του Τιμίου Σταυρού είναι η πρώτη ημέρα της συστάσεως της Μεγάλης Αδελφότητος[4]».
Δηλαδή, το εναρκτήριο λάκτισμα θα δοθεί από δυνάμεις κοινωνικά και ιδεολογικά καινοτόμες, που δεν ανέχονταν πλέον την τουρκική τυραννία και είχαν επηρεαστεί και από τον γενικότερο επαναστατικό αναβρασμό της Ευρώπης. Και οι τρεις πρωτεργάτες, οι Σκουφάς, Τσακάλωφ, Ξάνθος, τη στιγμή που συνέλαβαν την ιδέα και έθεσαν τις βάσεις της Φιλικής, όχι μόνο ήταν οικονομικά «κατεστραμμένοι» και declassés –σίγουρα οι δύο από αυτούς–, αλλά είχαν ήδη επαφή με το εταιριστικό κίνημα, με τη μία ή την άλλη μορφή, καθώς και αρνητικές εμπειρίες από την τουρκική εξουσία.
Η ψυχή της εταιρείας, ο Νικόλαος Σκουφάς (Κομπότι Άρτας, 1779-Κων/πολη 1818), είχε υποχρεωθεί να εγκαταλείψει τη βιοτεχνία κατασκευής σκούφων που διατηρούσε στην Άρτα, όταν ο Αλής προσπάθησε να μονοπωλήσει τον κλάδο δοκίμασε να εμπορευθεί στην Οδησσό αλλά απέτυχε και μετακινήθηκε στη Μόσχα όπου, το 1812, εργαζόταν ως γραμματέας Έλληνα εμπόρου. Εκεί ήρθε σε επαφή με τις εταιριστικές ιδέες του καρμποναρισμού, μέσω του Κωνσταντίνου Ράδου. Γραφεί ο Φιλήμων για τον Σκουφά: «ἦτο ἄνθρωπος αὐστηρᾶς ἠθικῆς μὲ εὐαίσθητον καὶ ἀγαθὴν καρδίαν, φιλάνθρωπος, ἐνεργητικός καὶ μὲ μέγαν πατριωτισμόν. Ἦτο μικρᾶς παιδείας ἀλλὰ μεγάλης πείρας… Ἐτίμα τὴν ἀρετὴν καὶ τὸν ἐνάρετον ἄνθρωπον. Δὲν ἐφρόνει ὡς τοιοῦτον τὸν πολὺ πεπαιδευμένον, ἀλλ’ ἀνωφελῆ εἰς τὴν ἀνθρωπότητα καὶ εἰς τὸ ἔθνος του, ἀλλὰ τὸν μὲ ὀλιγώτερα φῶτα, μὲ νοῦν υγιᾶ καὶ ὠφέλιμον…»[5].
Ο Νικόλαος Σκουφάς, μετά την πτώχευσή του, φαίνεται ότι είχε γίνει λογιστής του «εμπόρου α.σ.» (Αθανασίου Σέκερη;) της Οδησσού .
Ο Εμμανουήλ Ξάνθος (Πάτμος 1772-Αθήνα 1852), του οποίου ο πατέρας υπηρέτησε στον ρωσικό στρατό, παρακολούθησε μαθήματα στην Πατμιάδα Σχολή και στη συνέχεια δοκίμασε την τύχη του ως έμπορος στη Σμύρνη και την Τεργέστη, χωρίς επιτυχία, ενώ, το 1810, βρισκόταν στην Οδησσό, «γραμματεύων παρὰ τῷ μεγαλεμπόρῳ Βασιλείῳ Ξένῃ… καὶ ἐμπορευόμενος», όπως αναφέρει ο ίδιος[6]. Σε ένα ταξίδι του στην Ελλάδα, στις αρχές του 1813, στη Λευκάδα, «εἰσήχθη εἰς τὴν Ἑταιρείαν τῶν ἐλευθέρων κτιστῶν (Μασόνων) ὤν δὲ ἰδεῶν ἐλευθέρων… συνέλαβε ἀμέσως τὴν ἰδέαν, ὅτι ἠδύνατο νὰ ἐνεργηθῇ μία μυστικὴ ἐταιρία… βάσιν ἔχουσα τὴν ἕνωσιν ὅλων τῶν ἐν Ἑλλάδι εὑρισκομένων Καπιτάνων Ἀρματωλῶν καὶ ἄλλων πάσης τάξεως ὁμογενῶν, διὰ νὰ ἐνεργήσωσι ἐν καιρῷ τὴν ἐλευθέρωσιν τῆς πατρίδος».
Ο Αθανάσιος Τσακάλωφ (1788~1790–1851) γεννήθηκε στα Γιάννενα σε οικογένεια εμπόρων και αναφέρεται ότι υπήρξε μαθητής τόσο του Κοσμά Μπαλάνου όσο και του Αθανασίου Ψαλίδα και έζησε στην πρώιμη εφηβική του ηλικία μια περιπέτεια που πρόσθεσε και έναν προσωπικό λόγο στο μίσος του κατά των Οθωμανών. Πράγματι, σε ηλικία 12 ετών και ενώ ο πατέρας του βρισκόταν στη Ρωσία όπου δραστηριοποιούνταν ως έμπορος, απήχθη από τζοχανταραίους του Αλή πασά ή του γιου του Μουχτάρ και κλείστηκε στο σεράι εν τέλει διεσώθη από τη μητέρα του με τη συνδρομή του Ταχήρ Αμπάζη και, αμέσως μετά, ο πατέρας του τον πήρε μαζί του στη Μόσχα, όπου ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές του και στη συνέχεια μετέβη στο Παρίσι. Εκεί, οΤσακάλωφ όχι μόνο συμμετείχε στο «Ελληνόγλωσσον Ξενοδοχείον» αλλά και στην ίδρυση μιας ακόμα εταιρείας που δραστηριοποιήθηκε στους κύκλους της ελληνικής διασποράς, της «Φιλανθρώπου Εταιρείας»[7].
Επιστρέφοντας στη Ρωσία είχε μάλλον επαφή και με τον Ράδο, τον οποίο επιγενέστερα μύησε ο ίδιος στη Φιλική. [Ο Τσακάλωφ, άνθρωπος χαμηλών τόνων, ολιγομίλητος αλλά ιδιαίτερα αποτελεσματικός –αυτός οργάνωσε και την εξόντωση του Γαλάτη–, μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια, αναχώρησε οριστικά από την Ελλάδα για τη Ρωσία όπου και πέρασε την υπόλοιπη ζωή του[8]. Γράφει σχετικά ο Αν. Γούδας παραθέτοντας τη μαρτυρία ενός ανθρώπου που τον γνώριζε πολύ καλά: «… οὗτος ἦτον ὁ νοημονέστερος, ὁ δραστηριώτερος, ὁ ἐμβριθέστερος ἁπάντων τῶν Ἀρχηγῶν τῆς Φ. Ε. Οὐδέποτε ἤκουσε παρ’ αὐτοῦ οὐδὲ λέξιν περιττήν, πάντοτε συνεζήτη μετά πλείστης ὅσης λογικότητος καὶ κατεῖχεν εἰς τὸν ὕψιστον βαθμὸν τὸ ἀνεκτίμητον δῶρον τῆς πειθούς»[9].]
Οι τρεις «ιδρυτές» είχαν επαφή με το εταιριστικό κίνημα, λιγότερο ή περισσότερο, και, μέσω του Κωνσταντίνου Ράδου, είχαν ήδη έλθει σε επαφή με την ιδέα της συγκρότησης όχι μιας οποιασδήποτε εταιρείας αλλά μιας επαναστατικής οργάνωσης για την απελευθέρωση της Ελλάδας.
Οι δύο τουλάχιστον από τους τρεις είχαν εργαστεί ως υπάλληλοι σε εμπορικούς οίκους και απ’ ό,τι φαίνεται δεν ήσαν οι μόνοι «γραμματικοί» οι οποίοι συνέβαλαν προεξόχως στην πολιτιστική και εθνική ανάνηψη των Ελλήνων[10]. Όπως τονίζει ο φιλικός Γεώργιος Λασσάνης, γιος εμπόρου της Κοζάνης, σε γερμανικό χειρόγραφο, οι ανάγκες για την οργάνωση του εμπορίου δημιούργησαν μια σχετικά πολυάριθμη τάξη μορφωμένων υπαλλήλων-«λογιστών» ή λογιστών «γραμματικών», όπως συνήθως αποκαλούνταν, η οποία «αποτελούνταν από φλογερούς ευφυείς νέους οι οποίοι δεν είχαν βαθιά κλασσική παιδεία αλλά γνώριζαν βασικά αρκετές Ευρωπαϊκές γλώσσες, είχαν εντρυφήσει αρκετά στη λογοτεχνία και είχαν προσαρμοστεί εντελώς στα ευρωπαϊκά ήθη και έθιμα»[11].

[1] Βλ. Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα περί Φιλικής Εταιρείας, Αθήνα 1845· Α. Ξόδιλος, Η Εταιρεία των Φιλικών και τα πρώτα συμβάντα του 1821…, ΑΑ, Αθήνα 1964· Ypsilanti Nicolas, Mémoires / publié par le Dr. D. Gr. Kambouroglous, Athènes, G. Eleutheroudakis, [s.a.]· Ι. Φιλήμων, ΔΙΦΕ, Ναύπλιο 1834· Ι. Φιλήμων, ΔΙΕΕ τ. Ι, Αθήνα 1860· Σ. Σακελλαρίου, Φιλική εταιρεία Εν Οδησσώ, Αθήνα 1909· Β.Γ. Μέξας, Οι Φιλικοί. Κατάλογος των Μελών της Φιλικής Εταιρείας εκ του Αρχείου Σέκερη, Αθήνα 1937· Ι.Α.Μελετόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία. Αρχείον Π. Σέκερη, Αθήνα 1967· Κ. Βακαλόπουλος, Τρία ανέκδοτα ιστορικά δοκίμια του Φιλικού Γ. Λασσάνη, ΕΜΣ, Θεσ/νίκη 1973· Ε.Γ. Πρωτοψάλτης, Η Φιλική…, ό.π.· G. D. Frangos, The Philike…, ό.π.· Ι. Μαζαράκης-Αινιάν, Φιλική Εταιρεία, ΙΕΕΕ, Αθήνα 1997.
[2] Βλ. Κ. Σβολόπουλος, «Η σύσταση της Φιλικής Εταιρείας: μια επαναπροσέγγιση», Τα Ιστορικά 18:35 (2001), σσ. 283-298.
[3] Βλ. παρακάτω αναλυτικά, σσ. 164-169.
[4] Α. Διαμαντάρας, «Χειρ/φον Ι.Μ. Παναγίας Σπηλιανής Νισύρου», ΔΙΕΕΕ 9 (1926), σ. 556.
[5] Ι. Φιλήμων, ΔΙΦΕ, ό.π., σ. 196 Απ. Βακαλόπουλος, ΙΝΕ, ό.π., σ. 66.
[6] Εμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σ. 2λ. Β. Παναγιωτόπουλος «Οι Τέκτονες και η Φιλική Εταιρεία : Εμμ. Ξάνθος και Παν. Καραγιάννης», Ερανιστής 2, Αθήνα 1964, σσ. 138-157.
[7] Μ. Ανεμοδουρά, «Αθανάσιος Τσακάλωφ», 2008, ΕΜΕ, www.ehw.gr/l.aspx?id=11151
[8] Αν. Γούδας, Βίοι Παράλληλοι, τ. Ε΄, σσ. 21-42 Στέφανος Μπέττης, «Αθανάσιος Τσακάλωφ», Ηπειρωτική εστία, τχ. 152, Δεκέμβριος 1964, σσ. 913-947.
[9] Αν. Γούδας, Βίοι Παράλληλοι, τ. Ε΄, σσ. 41-42.
[10] Ο Ι. Καποδίστριας θα τους αποκαλέσει «ελεεινούς εμποροϋπάλληλους κατεστραφέντες λόγω της κακής των διαγωγής». Βλ. Αυτοβιογραφία…,Γαλαξίας, Αθήνα 1971, σ. 131.
[11] Κ. Α. Βακαλόπουλος, Τρία ανέκδοτα ιστορικά δοκίμια του φιλικού Γεωργίου Λασσάνη, Θεσ/νίκη 1973, σ. 99.
