Αρχική » Καραϊσκάκης vs Μαυροκορδάτος Γ΄: Ο αρχιστράτηγος και το παράστροφο φρόνημα του Φαναριώτη

Καραϊσκάκης vs Μαυροκορδάτος Γ΄: Ο αρχιστράτηγος και το παράστροφο φρόνημα του Φαναριώτη

από Γιώργος Καραμπελιάς

Η μάχη της Αράχωβας (έργο του Πέτερ φον Ες)

Απόσπασμα από το υπό έκδοση βιβλίο του Γιώργου Καραμπελιά Καποδίστριας – Μαυροκορδάτος: Η σύγκρουση. (Δύο ανταγωνιστικές εκδοχές του εκσυγχρονισμού)

Αρχίζει η περίφημη «μεταστροφή» του Καραϊσκάκη, όπως την περιγράφει πρώτος ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος ο δε Δ. Τζάκης έχει εκδώσει πρόσφατα και σχετική μελέτη[1]. Είχε αρχίσει η διαδικασία που θα τον αναδείξει στη σημαντικότερη στρατιωτική φυσιογνωμία των τελευταίων χρόνων της επανάστασης. Διαβάζουμε στον Παπαρρηγόπουλο:

Ὁ Καραϊσκάκης δύναται τῷ ὄντι νὰ θεωρηθῇ ὡς τὸ γνησιότερον οὕτως εἰπεῖν προϊὸν τῆς Ἑλληνικῆς ἐπαναστάσεως. [ ]  ὁ Κολοκοτρώνης καὶ ὁ Μιαούλης [ ] ἀνεδείχθησαν ἀπὸ τῆς πρώτης τῆς ἐπαναστάσεως στιγμῆς. Τοῦ δὲ Γεωργίου Καραϊσκάκη ὁ χαρακτὴρ καὶ ἡ δεξιότης διεμορφώθησαν ἐξ ἐναντίας ἐν τῷ μέσῳ τῆς ἐπαναστάσεως [ ]. Ἐν ἀρχῇ τῆς ἐπαναστάσεως ὁ Καραϊσκάκης εἶναι οὐδὲν ἄλλο εἰμὴ εἷς τῶν παλαιῶν κλεπτῶν καὶ ἀρματωλὼν [ ] Ἀλλὰ περὶ τὸ 1825 ὁ αὐτὸς ἄνθρωπος ἀνυψοῦται βαθμηδὸν ὑπὲρ τὸ κοινὸν μέτρον [ ] … κατορθώνει νὰ συμπυκνώσῃ περὶ ἑαυτόν τα λείψανα τῶν Ρουμελιωτικῶν σωμάτων, ἐμψυχώνει τὴν φρουρὰν τῶν Ἀθηνῶν, ἐπιχειρεῖ τὴν ἔνδοξον αὐτοῦ κατὰ τὴν Στερεὰν στρατείαν, [  ] ἀναδεικνύεται νικηφόρος εἰς Ράχοβαν, εἰς Τουρκοχώριον, εἰς Δίστομον, ἀνυψοῖ την καταπεπτωκυίαν ἑλληνικὴν σημαίαν μέχρι Μακρυνόρους, ἐπανέρχεται εἰς τὴν Ἀττικήν, συγκροτεῖ ἐνταῦθα τὸ μέγιστον τῶν στρατοπέδων ὅσα ἐπὶ τῆς ἐπαναστάσεως συνεκροτήθησαν, καί, [ ] ὅτε ἐπί τέλους, ἐν ἡμέρᾳ ἀποφράδι κατεβλήθη αἴφνης ὑπ’ αὐτῆς, ἡ Ἑλλὰς σύμπασα [ ] ἐθεώρησεν ἤδη τὸν θάνατον αὐτοῦ ὡς τὴν καιριωτέραν τῶν πληγῶν ὅσας ἐδύνατο νὰ λάβῃ[2].

Τι δεν έγινε για το Μεσολόγγι

Εντούτοις ο Μαυροκορδάτος θα παραμείνει μέχρι το τέλος  ανυποχώρητος διώκτης του. Σε  επιστολή-έκθεση του προς  την «Επιτροπή Ζακύνθου» τον Μάϊο του 1826, απέδιδε την ευθύνη για την πτώση του Μεσολογγίου στο γεγονός ότι δεν συγκροτήθηκε στρατόπεδο από τακτικούς, για να βοηθήσει τους πολιορκημένους – λύση την οποία υπονόμευσαν  οι οπλαρχηγοί και κατεξοχήν ο Καραϊσκάκης, ο οποίος «δὲν ἤθελε νὰ δοξασθῇ ἄλλος παρ’ αὐτόν»[3].

Και αυτό παρότι ο Καραϊσκάκης έκανε ότι μπορούσε, με τις μικρές του δυνάμεις για να ανακουφίζει τους πολιορκημένους, πλαγιοκοπώντας και παρενοχλώντας την τεράστια δύναμη των 25.000 ανδρών που περιέσφιγγε την ηρωική πόλη. Αντίθετα είναι εντυπωσιακή η αδιαφορία του Μαυροκορδάτου –αλλά και ολοκλήρου του Εκτελεστικού– για την πόλη την οποία είχε υπερασπιστεί ο ίδιος με θάρρος και επινοητικότητα κατά την πρώτη πολιορκία της το 1822· την πόλη  η οποία τον είχε αναδείξει πολιτικά και όπου εκλεγόταν στις εθνοσυνελεύσεις ως εκπρόσωπός της.

Πράγματι μετά τον θάνατο του Βύρωνα, αλλά ίσως και την αποτυχία του στην καταδίωξη του μεγάλου του εχθρού, του Καραϊσκάκη,  ο ποστέλνικος θα αρχίσει σταδιακώς να αποστασιοποιείται από την «ιερή πόλη»· θα προσκολληθεί επίμονα στους Υδραίους προκρίτους και θα λειτουργεί για χρόνια ως η éminence grise (ίσως και η âme damnée) του προέδρου του Εκτελεστικού Γεωργίου Κουντουριώτη, ενός ανθρώπου με μετριότατες ικανότητες, αλλά άμετρες φιλοδοξίες.

Η τελευταία και μοιραία πολιορκία του Μεσολογγίου, που άρχισε τον Απρίλιο του 1825 διεξάγεται μέσα σε συνθήκες δραματικών ηττών για την Επανάσταση μετά την απόβαση του Ιμπραήμ. Η Διοίκηση, το Εκτελεστικό Σώμα, με πρόεδρο τον Κουντουριώτη και γενικό γραμματέα τον Μαυροκορδάτο, δεν θα κατανοήσει την κομβική σημασία της πολιορκίας του Μεσολογγίου, όπου κυριολεκτικά διακυβεύονταν οι τύχες της Επανάστασης. Αντί να συγκεντρώσει όλες της τις δυνάμεις στο Μεσολόγγι, ιδιαίτερα μετά την συμμετοχή και του Ιμπραήμ στην πολιορκία, μετά τον Δεκέμβριο του 1825, υποβάθμιζε τη σημασία του και μάλιστα θα θεωρήσει κατάλληλη τη στιγμή  να διεξαγάγει εκλογές για νέα, Γ’ εθνοσυνέλευση, η οποία συνήλθε στις 6 Απριλίου 1826 στη Νέα Επίδαυρο. Σύμφωνα με τον στρατηγό Σπυρομίλιο που συμμετείχε σε εξαμελή επιτροπή που είχε σταλεί από το Μεσολόγγι στο Ναύπλιο στις αρχές Μαρτίου:

…κατὰ δυστυχίαν εἶχε προκηρυχθεῖ νὰ συγκροτηθῆ Ἐθνική Συνέλευσις, καὶ εἰς αὐτὸν τὸν καιρὸ ἐνεργοῦνται ὅλαι αἱ σκευωρίαι καὶ αἱ ραδιουργίαι διὰ τὰς ἐκλογὰς …· ἄρα ἦτον εἰς τὸν μεγαλείτερον βρασμὸν αἱ φατρίαι. Καὶ ἡμεῖς… εἰς τὸ Μεσολόγγιον, … ἤμεθα ὡς νήπια εἰς αυτὸ τὸ νέον στάδιον…[4]

Ως  οιονεί εκπρόσωπος της Επιτροπής Ζακύνθου στην Πελοπόννησο, ο Φιλικός, αγωνιστής του Ιερού Λόχου, Χριστόφορος Ζαχαριάδης, περιγράφει την εξοργιστική αδιαφορία της Διοίκησης για το δράμα του Μεσολογγίου[5]:

5 Μαρτίου 1826.  Ἔδωσα τὴν πρὸς τὸν κύριον Μαυροκορδάτον γραφήν σας εἰς αὐτὸν καὶ τοὺς ἐκτελεστὰς (τα μέλη του Εκτελεστικού) διὰ τῆς ὁποίας ἐγράφετε τὴν πτῶσιν του Βασιλαδίου, οἵτινες βυθισμένοι εἰς τὰ πάθη καὶ εἰς τὰς ἐσωτερικὰς διχονοίας, ὄχι μόνο δὲν μὲ ἔκραξαν νὰ τοὺς εἴπω τὰ περιπλέον διὰ ζώσης, ὅσα δηλαδὴ ἀναφέρονται εἰς τὴν διατήρησιν τοῦ Μεσολογγίου καὶ τὰ λοιπά, ἀλλ’ ἐξ ἐναντίας ἐξέδωκαν εἰς Ναύπλιον ὅτι αὐτὴ ἡ εἴδησις εἶναι φατριαστικὴ φερομένη ἀπὸ Ζάκυνθον[6].

Απέναντι σε αυτή την αχαρακτήριστη συμπεριφορά, ο ίδιος ο Ζαχαριάδης μαζί με τους Μεσολογγίτες απεσταλμένους, τον «φρουράρχην» του Ναυπλίου Φωτομάρα, και τη φρουρά, συνενώθηκαν  –«διὰ νὰ σώσωμεν καὶ αὔθις τὴν πατρίδα ἀπὸ τὸν ἔσχατον κίνδυνον»– και αποφάσισαν να υποχρεώσουν– με απειλή θανάτου –  τα δύο σώματα, του Εκτελεστικού και του Βουλευτικού να δράσουν . «…ἑνωμένοι ὄρμησαντες ἐμαντριάσαμε καὶ τὰ δύο διοικητικὰ σώματα εἰς ἕναν οἶκον… παρρησιάζοντές τους τὸν θάνατον. Καὶ μὲ αὐτὸν τὸν τρόπον τους ἐβιάσαμεν νὰ ἀποφασίσουν τὴν ἔκπλευσιν τοῦ στόλου, καταθέτοντες χρήματα δι’ αὐτό». Εντούτοις οι κυβερνήτες βρήκαν αμέσως  τον τρόπο «ὄχι μόνον νὰ ἀποζημιωθῶσι ἀλλὰ καὶ νὰ ὠφεληθῶσι μεγάλως· δηλαδὴ ἀμέσως ἐκποίησαν ἐθνικὴν γῆν εἰς τοὺς ὡραιότερους καὶ ἡδονικότερους τόπους τῆς Πελοποννήσου». Και παρότι αυτή η ενέργεια αντιστρατευόταν τον οργανικό νόμο «τὸ ἔπραξαν καὶ χωρὶς προκήρυξιν, προφασιζόμενοι ὅτι ἡ ἀνάγκη τῆς πατρίδος… δὲν δίδει καιρὀν οὔτε στιγμὴν ἀργοπορίας»[7]. Η μαρτυρία του Σπυρομίλιου  επιβεβαιώνει τα γραφόμενα του Ζαχαριάδη: «Οὕτως ἐπήγαμε εἰς τὸ Ἐκτελεστικόν Σῶμα καὶ τὸ ὑποχρεώσαμεν διὰ τῆς βίας νὰ συγκαλέσῃ ἀμέσως ἔκτακτον συνεδρὶασιν…  ὑποχρεώσαμε τὰ μέλη τοὺ Ἐκτελεστικοῦ Σώματος καὶ τοὺς βουλευτὰς νὰ καταθέσουν χρήματα…»[8] Εντούτοις το Εκτελεστικό αγνόησε τις προτάσεις των Μεσολογγιτών απεσταλμένων και του Ζαχαριάδη για τη συγκρότηση ενός στρατεύματος 7.000-8.000 ανδρών, που θα περικύκλωνε τους πολιορκητές – εξαναγκάζοντάς τους να δώσουν μάχη για να μη παγιδευτούν μεταξύ δύο πυρών. Και όπως σημειώνει ο Μαρκ Μαζάουερ  «…Δεδομένου ότι η πόλη ήταν ασφαλής πίσω από τα τείχη της, η έκβαση πιθανότατα δεν θα προκαλούσε απλώς την άρση της πολιορκίας, αλλά και θα επιτάχυνε την απελευθέρωση των υπόλοιπων ελληνικών περιοχών»[9]. Αντ΄ αυτού οι τρεις ή τέσσερις χιλιάδες άνδρες του τακτικού, υπό τον Φαβιέρο, στάλθηκαν στην Εύβοια τον Φεβρουάριο, σε μια άκαρπη και ανούσια εκστρατεία, ενώ ακόμα χειρότερα δεκατέσσερα σπετσιώτικά σκάφη με δύο χιλιάδες ενόπλους υπό τον Βάσο Μαυροβουνιώτη και τον Νικόλαο Κριεζώτη εκστράτευσαν στα τέλη Φεβρουαρίου στην… Βηρυτό. Τέλος, ενώ ανέθεσαν στον Καραϊσκάκη να συγκεντρώσει τις απαραίτητες δυνάμεις για να πλευροκοπήσει τους πολιορκητές, δεν του παρείχαν τα απαραίτητα εφόδια και χρήματα και εξαιρούσαν από τη δικαιοδοσία του τις δυνάμεις του Τσόγκα, του Ράγκου και των Σουλιωτών![10] Σύμφωνα δε με τον Κωστή Παπαγιώργη

ο Μαυροκορδάτος –στα τριάντα του– έφτασε σε τέτοιο σημείο αλαζονείας ώστε έγινε και αρχιστράτηγος στο Πέτα. Αν μπορούσε εκτός από πολιτική δύναμη να αποκτήσει και στρατιωτική, θα γινόταν η ίδια η Επανάσταση. Και τι απέγινε: κατασυκοφάντησε όλους τους αρματολούς της Ρούμελης: δίκασε τον Καραϊσκάκη για προδότη, εξοβέλισε από τον Αγώνα τον Βαρνακιώτη, τον Μπακόλα και τον Ίσκο ως τουρκόφρονες, επικήρυξε τον Ανδρούτσο (ενώ κράτησε γύρω του τουρκόφρονες σαν τον Ράγκο και τον Μαγγίνα). Αυτός ευθύνεται για όλα τα δεινά του Μεσολογγίου».[11]

Η παράστροφη εμμονή

Άλλωστε ένα μήνα μετά την πτώση του Μεσολογγίου, ο Μαυροκορδάτος υποστήριζε πως ήταν εξαιρετικά πιθανό πως ο Καραϊσκάκης και άλλοι οπλαρχηγοί θα δοκίμαζαν και πάλι να συνεννοηθούν με τους Τούρκους. Σε μια ροκαμβολική σύλληψη,  στην έκθεσή του στην Επιτροπή Ζακύνθου, υποστηρίζει πως ένας «πρώην ἐν τοῖς πράγμασιν» ο οποίος αντιδρούσε στην απόφαση της Γ΄ Εθνοσυνέλευσης «νὰ ζητηθῇ ἡ μεσιτεία τῆς Ἀγγλίας» για συμβιβασμό με τον Σουλτάνο, έγραψε στον Γκούρα, πως: «παρὰ νὰ γενῶμεν ὑπήκοοι τοῦ Σουλτάνου διὰ τῶν  Ἄγγλων καὶ μερικῶν φατριαστῶν τοῦ ἔθνους», δεν θα μπορούσε να προχωρήσει ο ίδιος ο Γκούρας σε συμβιβασμό με τον Κιουταχή;  Ο ποστέλνικος παρότι «ελπίζει» ότι ο ρουμελιώτης οπλαρχηγός  «ἂν καὶ εὐαπάτητος [ ] δὲν θέλει ἀκούσει τὴν συμβουλὴν τοῦ φίλου του»· ωστόσο ,  «ποῖος μᾶς βεβαιώνει ὅτι δὲν τὴν ἀκούει καὶ ὁ Καραϊσκάκης, πρὸς τὸν ὁποῖον δὲν βλέπω διατὶ δὲν εἶναι ἐνδεχόμενον (sic) νὰ ἐδόθη ἡ αὐτὴ συμβουλή; Ποιός μᾶς βεβαιώνει ὅτι δὲν συμβουλεύονται καὶ ἄλλοι νὰ κάμουν τὸ ἴδιο πρὸς τὸν Ἰμπραχίμην;[12]

 Τι είχε προηγηθεί; Η Γ΄ Συνέλευση της Επιδαύρου –που πραγματοποιήθηκε μεταξύ της 6ης και της 16ης Απριλίου του 1826–, αφού έγινε γνωστή η καταστροφή του Μεσολογγίου–, αποφάσισε με μυστική απόφαση («Ψήφισμα ΣΤ΄ – μυστικὸν» ), μία εκλεγμένη επιτροπή να διαπραγματευτεί με την μεσολάβηση του Στράντφορντ Κάνινγκ, Άγγλου πρέσβη στην  Κωνσταντινούπολη, «τὸν μεταξὺ τοῦ ἔθνους καὶ τῆς ὀθωμανικῆς Πόρτας συμβιβασμόν, (…)»[13]. Ο μόνος που διαμαρτυρήθηκε έντονα γι’ αυτή την απόφαση ήταν  ο Δημήτριος Υψηλάντης, ο οποίος και τιμωρήθηκε με αφαίρεση των «πολιτικῶν δικαιωμάτων του καὶ τῶν στρατιωτικῶν ὑπουργημάτων του»[14].

Και πάντως, ποιο το νόημα της εμπλοκής του Καραϊσκάκη από τον Μαυροκορδάτο; («Ἀλλὰ ποῖος μᾶς βεβαιώνει ὅτι δὲν τὴν ἀκούει καὶ ὁ Καραϊσκάκης», sic) και μάλιστα δεν περιορίζεται στον στερεοελλαδίτη εχθρό του, αλλά επεκτείνει τις υποψίες και στους Μοραϊτες αντιπάλους του –μήπως και τον Κολοκοτρώνη;  («Ποιός μᾶς βεβαιώνει ὅτι δὲν συμβουλεύονται καὶ ἄλλοι νὰ κάμουν τὸ ἴδιο πρὸς τὸν Ἰμπραχίμην;»)   

Η συγκεκριμένη Έκθεση του Μαυροκορδάτου, προς την «Επιτροπή Ζακύνθου», –το «ανεπίσημο Υπουργείο Εξωτερικών» της επαναστατημένης Ελλάδας[15]– αποτελεί μια παραδειγματική αποτύπωση του φαναριώτικου τρόπου του πολιτεύεσθαι – τη χρήση της δολοπλοκίας ως κατ’ εξοχήν όπλου της πολιτικής. Η κατηγορία εδράζεται σε μια καταφανώς χαλκευμένη και επινοημένη επιστολή[16]· μέσα σε μία παράγραφο,  κατορθώνει να πλήξει όλους τους αντιπάλους του, τον ανεπίληπτο Δημήτριο Υψηλάντη, τον Κωλεττικό αντίπαλό του τον «εὐαπάτητον» Γιάννη Γκούρα, τον Καραϊσκάκη, expressis verbis, τον Κολοκοτρώνη και τους οπλαρχηγούς του Μοριά εμμέσως· προφανώς δε θα συνηγορήσει με το σχέδιο της απεμπόλησης της ελληνικής ανεξαρτησίας υπό βρετανική μεσολάβηση.

Χάριτι θεία ο Σουλτάνος θα αρνηθεί τον οποιονδήποτε συμβιβασμό, πιστεύοντας πως μετά την πτώση του Μεσολογγίου και τις νίκες του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο η Επανάσταση έπνεε τα λοίσθια. Ωστόσο τόσο ο Κολοκοτρώνης με το «τσεκούρι και φωτιἀ για τους προσκυνημένους στον Μοριά, όσο και κυρίως ο Καραϊσκάκης στη Στερεά Ελλάδα με μια σειρά από νίκες ανάμεσά τους η Αράχοβα, καθώς και η Σάμος, θα καταδείξουν πως η Επανάσταση δεν ήταν νεκρή. Υπογραμμίζει ο Χρήστος Λούκος: «Το αν είχε πράγματι φρόνημα ελληνικό ο Καραϊσκάκης θα φανεί στους επόμενους μήνες. Αυτός θα αναζωπυρώσει την επανάσταση στη Στερεά και έτσι θα ανατραπεί το επιχείρημα του Σουλτάνου ότι οι Έλληνες υποτάχθηκαν, και θα κερδηθεί πολύτιμος χρόνος για τη δυναμική επέμβαση των Δυνάμεων»[17].

Για να στηρίξετε το Άρδην μπορείτε να κάνετε μια προσφορά ΕΔΩ.


[1] Δ. Τζάκης, Η μεταστροφή, ό.π., σ. 198.

[2] Κ. Παπαρρηγόπουλος, Γεώργιος Καραϊσκάκης, ό..π. σ. 8-11.

[3] «Μαυροκορδάτος προς Επιτροπή Ζακύνθου, 13/25 Μαΐου 1826» στο  Π. Μ. Κοντογιάννης, Ιστορικά έγγραφα αναφερόμενα εις την Ελληνικήν Επανάστασιν (εκ των Αρχείων του Υπουργείου των Εξωτερικών), Ι.Ν. Σιδέρης, Αθήνα 1927,  σ. 139.

[4] Σπυρομίλιος, Απομνημονεύματα της δευτέρας πολιορκίας του Μεσολογγίου 1825-1826, επιμ.  Γ. Βλαχογιάννης, Αθήνα 1926, σ. 111.

[5] «Χριστόφορος Ζαχαριάδης προς επιτροπή  Ζακύνθου, 28 Μαρτίου 1826». Καμπούρογλου,  Αρχείον Ρώμα, τ. β, σ. 105.

[6] Ο Μαυροκορδάτος, ο Κουντουριώτης και  ο Κωλέττης δεν έτρεφαν τα καλύτερα αισθήματα για την Επιτροπή Ζακύνθου.

[7] Ζαχαριάδης, ό.π. σσ. 105-106.

[8] Σπυρομίλιος, ό.π. σ. 120.

[9] Μαζάουερ ο.π. σ. 319.

[10] Βλ.  Αντώνιος Διακάκης «Η πόλη του Μεσολογγίου κατά την επανάσταση του 1821: πόλεμος, οικονομία, πολιτική, καθημερινή ζωή», δδ  Φ.Σ. Π..Κρήτης,2017, σσ.  337-343· Μαζάουερ, ό.π. σ. 319.

[11] Βλ. Κωστής Παπαγιώργης, «Η Επανάσταση του 1821 και οι “εκσυγχρονιστές”· για το βιβλίο του Νικ. Διαμαντούρου, Οι απαρχές της συγκρότησης του σύγχρονου κράτους στην Ελλάδα, περ. Άρδην, τχ. 37, Σεπτ. 2002.) .

[12]  «Μαυροκορδάτος προς Επιτροπή Ζακύνθου, ό.π. σσ. 142­143.

[13] Διονύσιος Κόκκινος: «Η Ελληνική Επανάστασις», εκδ. “Μέλισσα, 1974 τ. 5, σσ. 320-321.

[14] Με την αναφορά του ο Δημήτριος Υψηλάντης στρέφεται «εναντίον τῆς πράξεως τῆς ἐθνικῆς συνελεύσεώς [ ], ὡς πράξεως παρανόμου καὶ ἐναντίας τῆς θελήσεως τοῦ Ἔθνους…  Ἡ ἱστορία θέλει κρίνει μίαν ἡμέραν ἀδεκάστως τὴν πρᾶξἰν σας […]».

[15] Βλ. Χαράλαμπος Βλαχόπουλος, Ο Διονύσιος Ρώμας και η Επιτροπή Ζακύνθου στον δρόμο για την εθνική συγκρότηση: στοχεύσεις, υπερβάσεις, επιτεύξεις, ΔΔ, ΕΚΠΑ, Αθήνα 2015.

[16] Ματαίως ανέτρεξα σε όλες τις πιθανές πηγές για να επιβεβαιώσω τον ισχυρισμό του Μαυροκορδάτου· προφανώς δε, εάν, υπό το φως μιας τόσο επώδυνης απόφασης, είχε γνωστοποιηθεί, σε πολλούς «ἐν τῇ Συνελεύσῃ» πληρεξουσίους, σχετική επιστολή προς τον Γκούρα, είναι βέβαιο πως θα είχε ξεσηκωθεί μεγάλος κουρνιαχτός, ο οποίος θα είχε αφήσει και ιστοριογραφικά ίχνη.

[17] Λούκος σ

ΣΧΕΤΙΚΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ