Αρχική » Απαγορεύεται το «Ου Φονεύσεις» στη Ρωσία

Απαγορεύεται το «Ου Φονεύσεις» στη Ρωσία

από Αναδημοσιεύσεις

του Κώστα Ονισένκο

Η Ρωσία προβάλλει συστηματικά τον εαυτό της ως ορθόδοξη χώρα και ως υπερασπίστρια της Ορθοδοξίας απέναντι σε έναν υποτίθεται εχθρικό και «παρακμιακό» δυτικό κόσμο. Ωστόσο, η Ορθοδοξία την οποία είναι διατεθειμένο να υπερασπιστεί το ρωσικό κράτος είναι μόνο εκείνη που συμβαδίζει με τις επεκτατικές του επιδιώξεις και συμμερίζεται το όραμα του μεγαλορωσισμού. Όταν η θρησκευτική συνείδηση οδηγεί έναν ιερέα ή έναν πιστό στην αμφισβήτηση του πολέμου, η προστασία της πίστης μετατρέπεται σε διώξεις κατά ιερέων και πιστών.

Στο βιβλίο του Ρώσου μελετητή της θρησκείας Σεργκέι Τσάπνιν, Religious Communities Under Pressure: Documenting Religious Persecution in Russia 2022–2026 καταγράφονται οι διώξεις θρησκευτικών λειτουργών και πιστών μετά την έναρξη της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που συγκέντρωσε ο Τσάπνιν, από το 2022 έχουν εκδοθεί τουλάχιστον 35 καταδικαστικές αποφάσεις εις βάρος θρησκευτικών λειτουργών και πιστών, ενώ έχουν κινηθεί τουλάχιστον 30 διοικητικές υποθέσεις με την κατηγορία της «δυσφήμησης των ρωσικών Ενόπλων Δυνάμεων». Πέντε άνθρωποι εντάχθηκαν σε καταλόγους τρομοκρατών και εξτρεμιστών, ενώ 13 θρησκευτικοί λειτουργοί, ακτιβιστές και οργανώσεις χαρακτηρίστηκαν «ξένοι πράκτορες».

Η καταστολή δεν σταματά στους κρατικούς μηχανισμούς καθώς το Πατριαρχείο Μόσχας πηγαίνει χέρι – χέρι με το καθεστώς Πούτιν και ενεργοποιεί τους δικούς του μηχανισμούς καταστολής κατά των ιερέων που αντιτίθενται στον πόλεμο. Ο Τσάπνιν καταγράφει τουλάχιστον 38 ιερείς που υπέστησαν εκκλησιαστικές κυρώσεις εξαιτίας της στάσης τους απέναντι στον πόλεμο. Από αυτούς, 17 καθαιρέθηκαν, 14 τέθηκαν σε απαγόρευση ιεροπραξιών και άλλοι επτά απομακρύνθηκαν από την ενεργό διακονία.

Ορισμένες περιπτώσεις είναι πιο χαρακτηριστικές όσον αφορά τη δίψα για αίμα που έχει η ηγεσία της λεγόμενης ρωσικής Εκκλησίας. Ο ιερέας Ιωάννης Κοβάλ, για παράδειγμα, τιμωρήθηκε όταν, κατά τη διάρκεια προσευχής που είχε επιβληθεί από το Πατριαρχείο Μόσχας, αντικατέστησε τη λέξη «νίκη» με τη λέξη «ειρήνη». Αρχικά του απαγορεύθηκε να λειτουργεί και στη συνέχεια καθαιρέθηκε.

Ο Τσάπνιν υποστηρίζει ότι σε πολλές υποθέσεις διακρίνεται στενή αλληλεπίδραση ανάμεσα στις κρατικές υπηρεσίες και την εκκλησιαστική ιεραρχία. Καταγράφει περιπτώσεις όπου εκκλησιαστικές κυρώσεις ακολούθησαν μέσα σε λίγες ημέρες κρατικές παρεμβάσεις, ενώ αναφέρει ότι υλικό που είχε συγκεντρωθεί από τις υπηρεσίες ασφαλείας χρησιμοποιήθηκε και σε εκκλησιαστικές διαδικασίες.

Στη Ρωσία η πίστη είναι αποδεκτή όσο νομιμοποιεί το κράτος, τον πόλεμο και την ιδέα του «ρωσικού κόσμου». Όταν, αντίθετα, χρησιμοποιείται ως βάση για την υπεράσπιση της ειρήνης ή για την άρνηση συμμετοχής στον πόλεμο μετατρέπεται σε λόγο δίωξης. Και καθώς αυτά που λέω δεν είναι άγνωστα – το γεγονός ότι υπάρχουν ορθόδοξοι ιεράρχες σε άλλες χώρες, οι οποίοι στηρίζουν τη λεγόμενη ρωσική Εκκλησία σημαίνει πως είτε είναι εντελώς τυφλοί είτε συμμερίζονται την ιδέα του «ρωσικού κόσμου» αλλά και τα εγκλήματα του Πούτιν.

Για να στηρίξετε το Άρδην μπορείτε να κάνετε μια προσφορά ΕΔΩ.

ΣΧΕΤΙΚΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ