του Νίκου Μελέτη από το liberal.gr
Τη στιγμή που η Τουρκία επιχειρεί να επωφεληθεί από τη συγκυρία που έχει δημιουργηθεί με τον πόλεμο στο Ιράν και να μπει δυναμικά στο παιχνίδι της ανάπτυξης νέων δικτύων αγωγών που θα παρακάμπτουν τα Στενά του Ορμούζ, βλέπει τους Αμερικανούς να ρίχνουν το βάρος τους σε έναν αγωγό ο οποίος παρακάμπτει την Τουρκία και επιλέγει τη Συρία για την έξοδο του ιρακινού πετρελαίου στη Μεσόγειο.
Την ίδια ώρα στην Άγκυρα βλέπουν να επανέρχεται στο προσκήνιο ένα ακόμη σημαντικό ενεργειακό έργο στην περιοχή, ο GSI, για την ηλεκτρική διασύνδεση Κρήτης – Κύπρου, με προοπτική σύνδεσης και με το Ισραήλ, που αποκτά νέα δυναμική με την είσοδο στο έργο της γαλλικής Meridiam, με τις ευλογίες της γαλλικής κυβέρνησης.
Η κρίση στο Ιράν και το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ, εκτός των άλλων συνεπειών, απειλεί να αποσταθεροποιήσει το Ιράκ, μια χώρα κρίσιμη για τις ισορροπίες στη Μέση Ανατολή, οδηγώντας υποχρεωτικά στην αναζήτηση νέων επιλογών. Ήδη οι ΗΠΑ έχουν εκφράσει τη στήριξή τους στη δημιουργία δικτύου αγωγών που θα μεταφέρει το ιρακινό πετρέλαιο στη Μεσόγειο, στο συριακό λιμάνι της Μπανιάς, ένα έργο στο οποίο αναμένεται να συμμετάσχουν και αμερικανικοί πετρελαϊκοί κολοσσοί.
Για τις ΗΠΑ, η εξασφάλιση ομαλής ροής του ιρακινού πετρελαίου προς τις αγορές καλύπτει σημαντικές ενεργειακές ανάγκες, όμως μπορεί παράλληλα να συμβάλει στη σταθεροποίηση του Ιράκ και, συγχρόνως, στη σταθεροποίηση και ανάπτυξη της Συρίας. Η βαρύτητα που δίνει η Ουάσιγκτον στις δύο χώρες εκδηλώνεται και με τις συναντήσεις που είχε με τους ηγέτες της Συρίας, Αλ Σαράα, και του Ιράκ, Αλί αλ-Ζαϊντί, ο ίδιος ο πρόεδρος Τραμπ τις τελευταίες τρεις εβδομάδες.
Θερμός υποστηρικτής του σχεδίου αυτού για τον αγωγό από τη Χαντίθα του Ιράκ στο συριακό λιμάνι της Μπανιάς είναι και ο ειδικός απεσταλμένος της Ουάσιγκτον για τη Συρία και το Ιράκ, Αμερικανός πρεσβευτής στην Τουρκία Τομ Μπάρακ, ο οποίος βρίσκεται σε άμεση συνεργασία με μεγάλες πετρελαϊκές εταιρείες, όπως η Chevron, η TotalEnergies, η TI Capital και η UCC Holding του Κατάρ, που συμμετέχουν στις σχετικές συζητήσεις. Ενδεικτικό και αυτό ότι η υποστήριξη της Ουάσιγκτον δεν είναι απλώς θέμα εικασιών, αλλά δηλωμένη πολιτική.
Η Άγκυρα έχει υποστηρίξει τη μείωση της εξάρτησης του Ιράκ από το Ορμούζ, την ενίσχυση της περιφερειακής ενεργειακής ασφάλειας και τη δημιουργία εναλλακτικών οδών προς τη Μεσόγειο, όχι απλώς για λόγους γεωπολιτικούς, αλλά και επειδή η ίδια διεκδικεί έναν ρόλο ενεργειακού κόμβου για τις νέες αυτές οδούς, καθώς και για τα μεγάλα σχέδια διαδρόμων σύνδεσης της Ανατολής και της Μέσης Ανατολής με τη Μεσόγειο και την Ευρώπη.
Η ίδια η Τουρκία, επίσης, είχε κάθε λόγο να υποστηρίζει τη σταθεροποίηση και ομαλοποίηση της κατάστασης στο Ιράκ και στη Συρία, ελπίζοντας ότι μια τέτοια διαδικασία θα αύξανε και την επιρροή της στις γειτονικές χώρες και σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή.
Όμως ο προτεινόμενος αγωγός δεν εξυπηρετεί τελικά την ίδια την Τουρκία, καθώς την παρακάμπτει και μεταφέρει αλλού το γεωπολιτικό βάρος. Και αυτή είναι μια πρώτη αρνητική εξέλιξη για τους γενικότερους σχεδιασμούς της Άγκυρας.
Πολύ περισσότερο όταν η Τουρκία έχει προωθήσει τους τελευταίους μήνες προτάσεις για αναβάθμιση του υπάρχοντος αγωγού πετρελαίου από το Κιρκούκ στο τουρκικό λιμάνι της Μεσογείου, το Τσεϊχάν, καθώς επιτεύχθηκε συμφωνία με τη Βαγδάτη για την επαναλειτουργία του αγωγού αυτού, ο οποίος μέχρι τώρα μετέφερε κυρίως πετρέλαιο από την Αυτόνομη Κουρδική Περιοχή του Ιράκ.
Το Ιράκ, 23 χρόνια μετά την ανατροπή του Σαντάμ Χουσεΐν, παραμένει εξαιρετικά ευάλωτο τόσο σε πολιτικούς όσο και σε οικονομικούς κλυδωνισμούς, ενώ εξακολουθούν να υφίστανται μεγάλα προβλήματα σταθερότητας και ασφάλειας. Ο διεθνής παράγοντας και κυρίως οι Αμερικανοί, οι οποίοι συμφώνησαν στην πλήρη αποχώρηση των αμερικανικών δυνάμεων από το έδαφος της χώρας, έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη σταθεροποίησή της, η οποία όμως δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς τα έσοδα από το πετρέλαιο.
Η ζημιά στον πετρελαϊκό κλάδο του Ιράκ μπορεί να έχει μακροχρόνιες συνέπειες. Οι εκτεταμένες διακοπές λειτουργίας των πηγαδιών δημιουργούν κινδύνους απώλειας πίεσης και διάβρωσης των ταμιευτήρων, πράγμα που σημαίνει ότι μέρος της παραγωγικής ικανότητας του Ιράκ ενδέχεται να μην επιστρέψει στα προηγούμενα επίπεδα ακόμη και μετά το τέλος της κρίσης.
Αυτή η κατάσταση οδηγεί και τους Αμερικανούς στην αναζήτηση εναλλακτικών οδών εξαγωγής του ιρακινού πετρελαίου.
Ο προτεινόμενος αγωγός έχει δύο σκέλη. Από τη Βασόρα έως τη Χαντίθα ο αγωγός κινείται εντός ιρακινού εδάφους, έχει εκτιμώμενο κόστος 4,6 δισ. δολάρια, χωρητικότητα 2,25 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως και στόχος είναι να ολοκληρωθεί το 2028.
Έτσι, η Χαντίθα μετατρέπεται στον μεγάλο κόμβο για την εξαγωγή του ιρακινού πετρελαίου, από όπου θα μπορεί να συνδεθεί είτε προς τη Συρία είτε προς την Τουρκία.
Παράλληλα, υπάρχει και το σχέδιο για την πλήρη ανακατασκευή του ιστορικού αγωγού Κιρκούκ–Μπανιάς (850 χλμ.), ο οποίος βρίσκεται εκτός λειτουργίας από το 2003. Το εκτιμώμενο κόστος του έργου υπολογίζεται στα 8 δισ. δολάρια, καθώς τόσο ο αγωγός όσο και οι υποδομές του έχουν εγκαταλειφθεί στην τύχη τους από το 2003.
Η εναλλακτική επιλογή είναι η κατασκευή ενός εντελώς νέου αγωγού από τη Χαντίθα έως την Μπανιάς. Το δεύτερο αυτό σκέλος, από τη Χαντίθα έως την Μπανιάς της Συρίας, σύμφωνα με ειδικούς της πετρελαϊκής βιομηχανίας, θα έχει χωρητικότητα 1,5 εκατομμυρίου βαρελιών ημερησίως, πολύ μεγαλύτερη από εκείνη του αγωγού Κιρκούκ–Τσεϊχάν.
Για τη Συρία ο αγωγός αυτός θα ήταν κρίσιμης σημασίας, καθώς τα σχεδόν 200 εκατ. δολάρια που θα απέφερε ετησίως από τα τέλη διέλευσης είναι εξαιρετικά σημαντικά για την οικονομία της χώρας, η οποία βρίσκεται σε διαδικασία ανασυγκρότησης.
Ακόμη σημαντικότερο, όμως, για τη Συρία είναι ότι η μετατροπή της σε κρίσιμο κόμβο για την εξαγωγή του ιρακινού πετρελαίου της προσδίδει πρόσθετο διπλωματικό κύρος και επιρροή, καθιστά τη σταθερότητα της χώρας πρώτη προτεραιότητα και για τον διεθνή παράγοντα και, συγχρόνως, ανοίγει ένα παράθυρο για νέες επενδύσεις, έπειτα από δεκαετίες ουσιαστικού αποκλεισμού της από τις ξένες επενδύσεις.
Για την Τουρκία, η επιλογή του αγωγού Χαντίθα–Μπανιάς θα αποτελέσει σημαντικό πλήγμα, καθώς θα δημιουργήσει έναν δεύτερο ενεργειακό κόμβο στην Ανατολική Μεσόγειο, πέραν του τουρκικού Τσεϊχάν, και θα μειώσει την επιρροή που ασκεί σήμερα η Άγκυρα τόσο στη Συρία όσο και στο Ιράκ. Παράλληλα, θα πλήξει το αφήγημα που καλλιεργεί και προωθεί εδώ και χρόνια η Τουρκία, σύμφωνα με το οποίο αποτελεί τον κεντρικό κόμβο μεταφοράς ενέργειας από την Ανατολή προς την Ευρώπη.
Ήδη στην Άγκυρα εξετάζονται σχέδια για την αναβάθμιση του αγωγού Κιρκούκ–Τσεϊχάν, ώστε να μπορεί να ανταποκριθεί στη μεταφορά μεγαλύτερων ποσοτήτων πετρελαίου και να διεκδικήσει μέρος των ποσοτήτων που θα φθάνουν από τη Βασόρα στη Χαντίθα, διοχετεύοντάς τες προς το Τσεϊχάν. Την περασμένη εβδομάδα, ο Τ. Ερντογάν ανακοίνωσε, κατά τη διάρκεια της επίσκεψης στην Άγκυρα του Ιρακινού πρωθυπουργού, ότι η τουρκική κρατική εταιρεία πετρελαίου TPAO απέκτησε ποσοστό 15% στην BP Energy Company of Kirkuk Limited (BPECKL), την εταιρεία που διαχειρίζεται τα κοιτάσματα του Κιρκούκ. Παράλληλα, ανακοίνωσε ότι θα καταβληθεί προσπάθεια για την αύξηση των ποσοτήτων πετρελαίου που μεταφέρονται μέσω του αγωγού Κιρκούκ–Τζεϊχάν προς το τουρκικό λιμάνι του Τζεϊχάν, με στόχο τη σημαντική ενίσχυση των εξαγωγών ιρακινού πετρελαίου προς τη Μεσόγειο.
Στο πλαίσιο αυτό, η Τουρκία αξιοποιεί και ένα ακόμη σημαντικό διαπραγματευτικό της χαρτί, προσφέροντας στο Ιράκ ένα ολοκληρωμένο δίκτυο μεταφορών, εμπορίου και ενέργειας μέσω του «Δρόμου της Ανάπτυξης» (Development Road Project).
Παράλληλα, η Τουρκία κινείται και σε άλλη κατεύθυνση, καθώς το πιο μεγαλεπήβολο σχέδιό της είναι η σύνδεσή της με τη Σαουδική Αραβία, μια εξέλιξη που θα της προσέδιδε έναν αναβαθμισμένο στρατηγικό ρόλο ως κόμβου για την ασφαλή μεταφορά του σαουδαραβικού πετρελαίου, παρακάμπτοντας τόσο τα Στενά του Ορμούζ όσο και την Ερυθρά Θάλασσα και τη Διώρυγα του Σουέζ.
Στο πλαίσιο αυτό, και με δεδομένη την επαναπροσέγγιση Άγκυρας–Ριάντ, έχουν ήδη ξεκινήσει διερευνητικές επαφές μεταξύ ειδικών από την Τουρκία, την Ιορδανία, τη Συρία και τη Σαουδική Αραβία για την αναβίωση, σε πρώτη φάση, της ιστορικής σιδηροδρομικής γραμμής του Χετζάζ, η οποία κατασκευάστηκε επί σουλτάνου Αμπντουλχαμίτ Β΄ με στόχο να συνδέσει την Ανατολία με τις ιερές πόλεις του Ισλάμ.
Με τις κινήσεις αυτές, η Τουρκία επιχειρεί να δημιουργήσει ένα στρατηγικό αντίβαρο και να προωθήσει εναλλακτικές οδούς μεταφοράς ενέργειας και εμπορευμάτων, υπονομεύοντας σχέδια όπως ο διάδρομος IMEC, ο οποίος συνδέει την Ινδία και τη Νοτιοανατολική Ασία με την Ευρώπη μέσω των χωρών του Κόλπου και της Ελλάδας, παρακάμπτοντας πλήρως την Τουρκία.
