Αρχική » Η απώλεια αξιοπιστίας και ο κίνδυνος φθίνουσας ισχύος της παγκόσμιας υπερδύναμης

Η απώλεια αξιοπιστίας και ο κίνδυνος φθίνουσας ισχύος της παγκόσμιας υπερδύναμης

από Αναδημοσιεύσεις

του Νίκου Μελέτη από το liberal.gr

Oι οικονομικές συνέπειες του πολέμου στο Ιράν και της αναταραχής στη Μέση Ανατολή στην αμερικανική οικονομία είναι πλέον εμφανείς, αλλά δεν είναι αυτό που προκαλεί τη μεγάλη ζημιά στην Αμερική.

Η μεγαλύτερη απειλή για τις ΗΠΑ είναι πλέον ο κίνδυνος να χάσουν την αξιοπιστία, την οποία κατέκτησαν έναντι συμμάχων και φίλων και τον σεβασμό έναντι των αντιπάλων, με τεράστιο κόστος και μεγάλες προσπάθειες τα τελευταία ογδόντα χρόνια.

Ουδείς μπορεί να αμφισβητήσει μέχρι τώρα την πρωτοκαθεδρία των ΗΠΑ στο διεθνές γίγνεσθαι, ενώ η εγγύηση ασφαλείας για τους συμμάχους της αποδείχθηκε το πιο αποτελεσματικό αποτρεπτικό όπλο, διατηρώντας μια εξαιρετικά δύσκολη ισορροπία όχι μόνο μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά και κατά τη μεταψυχροπολεμική περίοδο.

Τα τελευταία χρόνια η προσπάθεια διαμόρφωσης ενός πολυπολικού κόσμου ήταν έντονη και εκφράσθηκε με τη στήριξη περιφερειακών σχημάτων συνεργασίας, όπως οι BRICS, αλλά και πάλι δεν ήταν αρκετό για να ταρακουνήσουν την πρωτοκαθεδρία των ΗΠΑ και των συμμάχων της στην Ευρώπη, στην αμερικανική ήπειρο, στη Μέση Ανατολή και στον Ειρηνικό Ωκεανό.

Όλα αυτά δείχνουν να κλονίζονται όμως μετά τον πόλεμο στο Ιράν, τον τρόπο που ξεκίνησε αυτός ο πόλεμος, την εξέλιξη την οποία έχει και, κυρίως, το έλλειμμα ασφαλείας που νιώθουν πια παραδοσιακοί σύμμαχοι των ΗΠΑ στην περιοχή, που ξαφνικά βρίσκονται στη δίνη μιας κρίσης την οποία για δεκαετίες προσπαθούσαν να αποφύγουν. Και στο κλίμα αυτό συμβάλει φυσικά και ο χειρισμός εκ μέρους του Αμερικανού προέδρου της άλλης μεγάλης σύγκρουσης της Ρωσίας με την Ουκρανία.

Ένας πόλεμος που, σύμφωνα με τις προεκλογικές εξαγγελίες του προέδρου Τραμπ, θα τελείωνε αμέσως μετά την ανάληψη της προεδρίας των ΗΠΑ, ενώ και ο πόλεμος του Ιράν, σύμφωνα με τον ίδιο, θα κρατούσε δύο εβδομάδες…

Όσο για τους Ευρωπαίους, με μεγάλη καθυστέρηση και ενώ υπάρχει το μεγάλο πρόβλημα ηγεσίας στην ΕΕ και έχουν αρχίσει να εκδηλώνονται και τα πρώτα σημάδια εσωτερικής κρίσης, διαπιστώνουν τώρα ότι η κοινή ασφάλεια και η εγγύηση ασφαλείας που προσέφεραν για οκτώ δεκαετίες οι ΗΠΑ βρίσκονται στον αέρα.

Με έναν άλλο μεγάλο πόλεμο που βρίσκεται σε εξέλιξη, έστω και με τη σημερινή μορφή των εκ του μακρόθεν πληγμάτων, ο πόλεμος Ρωσίας – Ουκρανίας αποτελεί μια μεγάλη πληγή στο πιο ευαίσθητο σημείο της Ευρώπης. Κι όμως, οι Ευρωπαίοι έχουν αποκλεισθεί, και με δική τους ευθύνη βεβαίως, από όλες τις διεργασίες που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε μια απευθείας διαπραγμάτευση με τη Ρωσία, εγκαταλείποντας τη δύσκολη αυτή αποστολή στους προσωπικούς απεσταλμένους του προέδρου Τραμπ, τον γαμπρό του Κούσνερ και τον προσωπικό φίλο του Γουίτκοφ, οι οποίοι διαπραγματεύονται για λογαριασμό του προέδρου τους και βάσει των δικών του συμφερόντων και ιδεοληψιών σε ό,τι αφορά τη Ρωσία και τον Πούτιν, για ένα ζήτημα που αποτελεί τη μεγαλύτερη απειλή ασφάλειας στην Ευρώπη μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Την ίδια ώρα, οι Αμερικανοί με κάθε τρόπο δηλώνουν ότι η δέσμευση ασφαλείας για την Ευρώπη δεν είναι πλέον ούτε τόσο ισχυρή ούτε δεδομένη. Οι παλινωδίες με τις ανακοινώσεις για απόσυρση αμερικανικών δυνάμεων από την Ευρώπη, οι αντιφατικές δηλώσεις για την εξασφάλιση εξοπλισμών και χρηματοδότησης για την Ουκρανία, προκειμένου να αντέξει έναν ακόμη χρόνο πολέμου, έχουν κλονίσει το πιο σημαντικό που υπήρχε σε αυτή τη συμμαχική σχέση: την αξιοπιστία και την προβλεψιμότητα της συμμαχικής σχέσης.

Οι Ευρωπαίοι, έτσι πνιγμένοι στα δικά τους υπαρξιακά και οικονομικά προβλήματα, επιχειρούν τώρα με μικρά βήματα να διαμορφώσουν τη δική τους στρατηγική αυτονομία. Ένα έργο όχι εύκολο, που θα στοιχίσει δισεκατομμύρια ευρώ, στερώντας από άλλους κοινωνικούς πόρους και, πάντως, κάτι που δεν θα δώσει άμεσα αποτελέσματα.

Όμως πλέον κανείς δεν θεωρεί ότι η στάση αυτή του προέδρου Τραμπ, που οδήγησε στην κρίση εμπιστοσύνης, θα μπορέσει να αποκατασταθεί άμεσα μετά τις προεδρικές εκλογές των ΗΠΑ και την ανάδειξη ενός νέου προέδρου…

Στη Μέση Ανατολή, επίσης, το γεγονός ότι η επίθεση εναντίον του Ιράν ξεκίνησε χωρίς καμία ενημέρωση ή διαβούλευση με τους παραδοσιακούς συμμάχους των ΗΠΑ, οι οποίοι ξαφνικά βρέθηκαν στο στόχαστρο επιθέσεων που απειλούσαν όχι μόνο την ευημερία και το μοντέλο ανάπτυξης που έχουν επιλέξει, αλλά την ίδια την υπόστασή τους, έχει κλονίσει ισοβαρώς την αξιοπιστία των ΗΠΑ ως παγκόσμιας δύναμης που εξασφαλίζει τη σταθερότητα και την ασφάλεια, τουλάχιστον για τους «φίλους».

Και οι Άραβες σύμμαχοι των ΗΠΑ, όπως και η υπόλοιπη διεθνής κοινότητα, έχουν ζήσει έναν πραγματικό εφιάλτη τους τελευταίους μήνες, με έναν πρόεδρο να αναγγέλλει πάνω από σαράντα φορές τη λήξη του πολέμου, πριν ακολουθήσει ο επόμενος βομβαρδισμός. Έναν Αμερικανό πρόεδρο να δηλώνει σχεδόν καθημερινά τους τελευταίους μήνες ότι η ελεύθερη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ έχει αποκατασταθεί, όταν όλοι βλέπουν ότι τα πλοία που διέρχονται από τα Στενά είναι ελάχιστα και, μάλιστα, διατρέχουν και τον κίνδυνο να δεχθούν πλήγματα. Το Ιράν να ανασυντάσσει τις δυνάμεις του και τους Χούθι να βγάζουν περιπαικτικά τη «γλώσσα» απέναντι σε όλες τις υπέρτερες στρατιωτικά δυνάμεις, απειλώντας ευθέως όχι μόνο τη Σ. Αραβία, αλλά και το κρίσιμο πέρασμα στην είσοδο της Ερυθράς Θάλασσας.

Με την παγκόσμια οικονομία να βυθίζεται σε κρίση και να απειλείται ύφεση, ενώ οι χώρες του Κόλπου βλέπουν τον βασικό παραγωγικό πλούτο τους, το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο, να μένει σφραγισμένο στις κατεστραμμένες από τα ιρανικά αντίποινα υποδομές ή στις δεξαμενές αποθήκευσης, χωρίς τρόπο να φθάσουν στις παγκόσμιες αγορές. Τα αμερικανικά ομόλογα να ανεβαίνουν, καθώς ο φόβος όλων είναι πια το ξεπούλημα από τη Σαουδική Αραβία, που με τη διακοπή των εξαγωγών πετρελαίου θα βρεθεί στην ανάγκη αναζήτησης πόρων…

Οι κινήσεις της Σαουδικής Αραβίας για την αναζήτηση νέων εγγυήσεων ασφαλείας οδήγησαν στη Συμφωνία της Μέκκας, που όμως και αυτή αποδείχθηκε ανίσχυρη να αποτρέψει κτυπήματα όπως εκείνο της περασμένης εβδομάδας στον αγωγό Ανατολής – Δύσης, που έδινε μια λύση για την εξαγωγή σχεδόν 8 εκατ. βαρελιών πετρελαίου την ημέρα μέσω του λιμανιού Γιανμπού στην Ερυθρά Θάλασσα.

Τα ΗΑΕ αλλά και η Αίγυπτος στρέφονται και προς την Κίνα, πλέον, αναζητώντας εμπορικές και αμυντικές συμφωνίες.

Οι χώρες του Κόλπου στρέφονται ακόμη και προς το Ιράν, επιδιώκοντας μια de facto συμφωνία για την ομαλή και ασφαλή διακίνηση των πλοίων που μεταφέρουν το δικό τους πετρέλαιο και LNG μέσω των Στενών.

Ο πόλεμος των κυρώσεων, ακόμη και έναντι των συμμάχων στην Ευρώπη και του Καναδά, κλονίζει αυτή τη σχέση, η οποία είχε διαμορφωθεί όλα αυτά τα χρόνια. Και τελικά πλήττει και την ίδια την αμερικανική οικονομία αυτή η δήθεν επιδίωξη ισχύος του Αμερικανού προέδρου.

Χρειάσθηκαν μερικοί μήνες για να σπαταλήσουν οι ΗΠΑ το πιο πολύτιμο εργαλείο που διέθεταν προκειμένου να κρατούν την πρωτοκαθεδρία του Δυτικού Κόσμου: την αξιοπιστία τους και την εμπιστοσύνη.

Ο Ντόναλντ Τραμπ τώρα δηλώνει ότι η ειρήνη θα έρθει μετά τις ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ, κανείς όμως δεν πιστεύει πια αυτές τις αναγγελίες. Για έναν πόλεμο που ξεκίνησε για να καθυποτάξει το Ιράν και κατέληξε τώρα να διαπραγματεύεται για την επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ, τα οποία την 28η Φεβρουαρίου, όταν ξεκίνησε η αμερικανοϊσραηλινή επίθεση, ήταν ανοικτά για τη διεθνή ναυσιπλοΐα…

Οι ΗΠΑ κατόρθωσαν αυτή τη στιγμή να έχουν όλους δυσαρεστημένους: τους Άραβες, γιατί ενεπλάκησαν σε μια σύγκρουση την οποία δεν επέλεξαν, το Ισραήλ, γιατί θεωρεί ότι ο πρόεδρος Τραμπ άφησε στη μέση τη «δουλειά» εναντίον του Ιράν, τους οπαδούς του MAGA, που βλέπουν την εμπλοκή της χώρας τους σε έναν «ξένο» πόλεμο και εγκατάλειψη του δόγματος του απομονωτισμού, τους Δημοκρατικούς, να κατηγορούν τον Τραμπ ότι γίνεται υποχείριο του Ισραήλ, την Ευρώπη, απελπισμένη να πληρώνει τις συνέπειες μιας κρίσης που ξεκίνησε εν αγνοία της… Η Ρωσία ίσως αισθάνεται ανακουφισμένη από τις ανάσες που της δίνει η στροφή του ενδιαφέροντος από την Ουκρανία στον Περσικό Κόλπο και η Κίνα να μελετά απρόσκοπτα τις ευκαιρίες για την αναβάθμιση και του διεθνούς ρόλου της και της οικονομικής επέκτασής της.

Οι ΗΠΑ παραμένουν ακόμη μία από τις μεγαλύτερες δυνάμεις στον κόσμο, με ισχυρό στρατό, τεχνολογίες αιχμής, τεράστια κεφαλαιαγορά, ισχυρές ακόμη συμμαχίες.

Η ιστορία των τελευταίων μηνών ίσως αποτελεί πλέον το εγχειρίδιο για το πώς μπορεί να παρακμάσουν οι μεγάλες δυνάμεις, όχι μέσω μιας στρατιωτικής ήττας, αλλά όταν όλοι οι άλλοι αρχίζουν να οργανώνονται και να οργανώνουν τον κόσμο χωρίς αυτές. Η απώλεια της αξιοπιστίας όμως οδηγεί σε φθίνουσα πορεία. Και η πορεία αυτή έχει ξεκινήσει, αν και ακόμη υπάρχει χρόνος να αντιστραφεί…

ΣΧΕΤΙΚΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ