Αρχική » Σουηδία: Ανάχωμα στο ακροδεξιό κύμα

Σουηδία: Ανάχωμα στο ακροδεξιό κύμα

από Αναδημοσιεύσεις

Η επικεφαλής του Σοσιαλδημοκρατικού κόμματος Μαγκνταλένα Αντερσον και ο αρχηγός των Μετριοπαθών Ουλφ Κρίστερσον

της Ευαγγελίας Μπίφη από το liberal.gr

Το μαύρο κύμα επιβραδύνθηκε στη Σουηδία, με την Ακροδεξιά του Τζίμι Άκεσον να υποχωρεί για πρώτη φορά σε βουλευτικές εκλογές, ακριβώς τη στιγμή που ετοιμαζόταν να περάσει το κατώφλι της εξουσίας. Η διαφαινόμενη οριακή επικράτηση του μπλοκ της αντιπολίτευσης ανοίγει τον δρόμο για την επιστροφή της Μαγκνταλένα Άντερσον στην πρωθυπουργία, όμως οι Σοσιαλδημοκράτες κινήθηκαν σε ιστορικό χαμηλό και η κυβερνητική εξίσωση της επόμενης ημέρας είναι εξαιρετικά δύσκολη. 

Μία εβδομάδα μετά την «εφόρμηση» της Εναλλακτικής για τη Γερμανία (AfD) στη Σαξονία-Άνχαλτ και ενώ η Μαρίν Λεπέν εγκαινίαζε από το προπύργιό της, το Ενέν-Μπομόν, την εκστρατεία της για το Ελιζέ διακηρύσσοντας «Πρώτα οι Γάλλοι», στη Σουηδία εξελισσόταν την Κυριακή ένα θρίλερ καταμέτρησης – εικόνα κάθε άλλο παρά ασυνήθιστη για τη χώρα. Και το 2022 -όταν η Ευρώπη μούδιαζε μπροστά στο 20,5% της Ακροδεξιάς που ξεπερνούσε όλα τα συντηρητικά κόμματα και αναδεικνυόταν δεύτερη πολιτική δύναμη στη Σουηδία-, ήταν λιγότερες από 50.000 οι ψήφοι είχαν χωρίσει τους δύο αντιπάλους. 

Αυτή τη φορά, όμως, το διακύβευμα για τη Σουηδία και την Ευρώπη ήταν πολύ υψηλότερο, με φόντο το γερμανικό Brandmauer, το «τείχος προστασίας» απέναντι στην Ακροδεξιά, που τραντάζεται και μένει να αποδειχθεί προσεχώς εάν η AfD θα καταφέρει να διαρρήξει το μεταπολεμικό ταμπού συγκροτώντας κυβέρνηση στη Σαξονία-Άνχαλτ, καθώς και με το βλέμμα στραμμένο στο εκλογικά «βαρύ» 2027 με καθοριστικότερη αναμέτρηση αυτήν στη Γαλλία, όπου είναι πιο υπαρκτός παρά ποτέ ο κίνδυνος να περάσει το Μέγαρο των Ηλυσίων στην Ακροδεξιά της Λεπέν.

Η εικόνα που φθάνει από τη Στοκχόλμη δεν αναιρεί την ακροδεξιά δυναμική στην Ευρώπη. Η Σουηδία δεν επέστρεψε στο παλαιό πολιτικό της μοντέλο ούτε έβγαλε τους Σουηδούς Δημοκράτες από το «παιχνίδι». Διεμβολίζει όμως το… θριαμβευτικό αφήγημα των ακροδεξιών δυνάμεων περί ακάθεκτης προέλασης. Την ίδια στιγμή από την άλλη επιδέχεται ερμηνείας κατά πόσο η Κάτω Σαξονία δίνει πράγματι μια «ανάσα», καθώς Χριστιανοδημοκράτες και Σοσιαλδημοκράτες βρέθηκαν μεν στην πρώτη και δεύτερη θέση, αντίστοιχα, στις κρατιδιακές εκλογές της Κυριακής, όμως η AfD έφθασε να υπερτριπλασιάζει τα ποσοστά της και από την τρίτη θέση να «δείχνει τα δόντια» της και στη Δυτική Γερμανία.

Στις κάλπες της Κυριακής η Σουηδία βρέθηκε μπροστά σε δύο δρόμους: είτε η Μαγκνταλένα Άντερσον θα επέστρεφε στην πρωθυπουργία είτε ο Ουλφ Κρίστερσον θα παρέμενε επικεφαλής μίας κυβέρνησης στην οποία οι Σουηδοί Δημοκράτες του Τζίμι Άκεσον θα αποκτούσαν, για πρώτη φορά, υπουργεία και επίσημη θέση στο κέντρο των αποφάσεων. Το κόμμα με τις νεοναζιστικές ρίζες είχε ήδη στηρίξει επί τέσσερα χρόνια την κυβέρνηση μειοψηφίας του Κρίστερσον, επιβάλλοντας σημαντικό μέρος της ατζέντας του χωρίς να συμμετέχει τυπικά σε αυτήν. Τώρα διεκδικούσε το επόμενο βήμα. 

Η καταμέτρηση τού έκλεισε τον δρόμο. Με σχεδόν το σύνολο των εκλογικών περιφερειών ενσωματωμένο, οι Σοσιαλδημοκράτες, η Αριστερά, οι Πράσινοι και το Κόμμα Κέντρου εξασφάλιζαν 176 έδρες έναντι 173 των τεσσάρων κομμάτων που συγκροτούν ή στηρίζουν την απερχόμενη κυβέρνηση. Τους δύο συνασπισμούς χώριζαν περίπου 28.600 ψήφοι με καταμετρημένο σχεδόν το 95% των εκλογικών τμημάτων. Περίπου 220.000 ψηφοδέλτια Σουηδών του εξωτερικού, που παραδοσιακά ευνοούν περισσότερο τη Δεξιά, θα καταμετρηθούν την Τετάρτη. Η δημόσια τηλεόραση SVT εκτιμά στο 90% την πιθανότητα να διατηρηθεί το προβάδισμα της αντιπολίτευσης.

Η Μαγκνταλένα Άντερσον βρίσκεται κοντά στην επιστροφή της στην πρωθυπουργία, χωρίς όμως να έχει κερδίσει η ίδια τη μάχη των ποσοστών. Οι Σοσιαλδημοκράτες αναδεικνύονται πρώτη δύναμη, αλλά υποχώρησαν στο 28,1% από 30,3% το 2022, καταγράφοντας τη χειρότερη επίδοσή τους από το 1911. Το παράδοξο της κάλπης συμπυκνώνεται ακριβώς εδώ: η πιθανή εναλλαγή στην εξουσία δεν προέκυψε από την άνοδο των Σοσιαλδημοκρατών, αλλά κυρίως από την υποχώρηση της Ακροδεξιάς.

Οι Σουηδοί Δημοκράτες έπεσαν στο 17,6% από 20,5% το 2022· έχασαν περίπου 11 έδρες και η δεύτερη θέση -με ποσοστό 19,9%- πέρασε στους Μετριοπαθείς του Ουλφ Κρίστερσον, ο οποίος παραμονές της κάλπης είχε επιστρατεύσει ακόμη και το τραμπικό λεξιλόγιο, υποσχόμενος «να κάνει τη Σουηδία σπουδαία ξανά». Είναι η πρώτη φορά από την είσοδο των Σουηδών Δημοκρατών στο Ρίκσνταγκ το 2010 που μία κοινοβουλευτική αναμέτρηση δεν τους βρίσκει ισχυρότερους. Οι Φιλελεύθεροι από πλευράς τους διέψευσαν τις δημοσκοπήσεις που τους έφερναν κάτω από το όριο εισόδου στη Βουλή και άγγιξαν το 5,4%, ενισχυμένοι πιθανότατα και από την τακτική ψήφο υποστηρικτών του δεξιού μπλοκ που θέλησαν να αποτρέψουν τον αποκλεισμό τους.

https://youtube.com/watch?v=8Zk6pdWHdSg%3Fsi%3DYEOOVTboUQl0Jb2p

Το βαρύ κλίμα στο χώρο της εκλογικής συγκέντρωσης των Σουηδών Δημοκρατών ήταν εμφανές. Ο Άκεσον αναγνώρισε ότι το κόμμα έχασε δυναμική, επιχείρησε όμως να προβάλει το αποτέλεσμα ως «ηθική νίκη». «Αισθάνομαι ότι βγαίνουμε από αυτή την εκστρατεία ως νικητές» δήλωσε, επικαλούμενος το γεγονός ότι ολοένα περισσότεροι Σουηδοί δηλώνουν πλέον ανοιχτά την υποστήριξή τους στο κόμμα. Στελέχη του απέδωσαν μέρος των απωλειών στην τακτική μετακίνηση ψηφοφόρων προς τους Φιλελεύθερους, ενώ παράλληλα το μεταναστευτικό και η εγκληματικότητα δεν μονοπώλησαν την προεκλογική συζήτηση – και κυρίως το μεταναστευτικό δεν αποτελεί πλέον αποκλειστικό πεδίο του Άκεσον.

Στο μεταναστευτικό, η Σουηδία έχει ήδη αλλάξει πορεία. Η στροφή άρχισε μετά την κρίση του 2015, συνεχίστηκε επί των κυβερνήσεων των Σοσιαλδημοκρατών και έγινε ακόμη εντονότερη την τελευταία τετραετία. Η ίδια η Μαγκνταλένα Άντερσον χαρακτηρίζει μη βιώσιμη την ιδιαίτερα ανοιχτή πολιτική του παρελθόντος, ζητεί αυστηρούς κανόνες και δεν αποκλείει κέντρα επιστροφής σε τρίτες χώρες για όσους απορρίπτεται η αίτηση ασύλου. Συμβαδίζει με το μοντέλο της πρωθυπουργού και ηγέτιδας των Σοσιαλδημοκρατών στη Δανία, Μέτε Φρεντέρικσεν, η οποία έχει συνδυάσει την υπεράσπιση του κοινωνικού κράτους με μία από τις αυστηρότερες μεταναστευτικές πολιτικές στην Ευρώπη. Η διαχωριστική γραμμή βρίσκεται πλέον αλλού: έως πού μπορεί να φθάσει η αυστηροποίηση, με την Άντερσον να βρίσκεται απέναντι σε προτάσεις της Ακροδεξιάς περί ανάκλησης ακόμη και νόμιμων αδειών διαμονής.

«Εάν το αποτέλεσμα διατηρηθεί, η Σουηδία θα αποκτήσει νέα κυβέρνηση», δήλωσε η Άντερσον, αποφεύγοντας τους πανηγυρισμούς. Το πώς θα συγκροτηθεί αυτή η κυβέρνηση παραμένει ανοιχτό. Το Κόμμα Κέντρου αποκλείει ένα σχήμα που θα εξαρτάται από την Αριστερά, ενώ η επικεφαλής της Αριστεράς, Νούσι Ντάντγκοσταρ, απαιτεί υπουργεία. Τους δυνητικούς εταίρους χωρίζουν επίσης η οικονομική πολιτική, η φορολογία και η πρόταση επιβολής φόρου στους δισεκατομμυριούχους. Τους ενώνει πρωτίστως η άρνηση να περάσουν οι Σουηδοί Δημοκράτες στην κυβέρνηση.

Ο Κρίστερσον δεν παραδέχθηκε ήττα. «Το πού θα καταλήξει αυτό μένει να φανεί. Μπορεί να χρειαστεί χρόνος», δήλωσε, προαναγγέλλοντας ότι θα διερευνήσει εναλλακτικές κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες. Ένα από τα σενάρια που συζητούνται είναι να επιχειρήσει να προσεγγίσει το Κόμμα Κέντρου και να το επαναφέρει στο δεξιό μπλοκ. Δεν είναι σαφές, ωστόσο, πώς θα μπορούσε να εξασφαλίσει τη στήριξή του σε μία κυβέρνηση με τη συμμετοχή των Σουηδών Δημοκρατών, την οποία το Κέντρο απορρίπτει. «Εάν παραμείνουν όλες οι κόκκινες γραμμές, η Σουηδία δεν θα έχει καθόλου κυβέρνηση», προειδοποίησε. Το Ρίκσνταγκ συνέρχεται στις 28 Σεπτεμβρίου για να εκλέξει πρόεδρο και κατόπιν θα ξεκινήσει η διαδικασία ανάδειξης πρωθυπουργού. Οι διαβουλεύσεις μπορεί να διαρκέσουν εβδομάδες ή και μήνες και να καταστήσουν λιγότερο «ενεργή» τη Σουηδία σε μία κρίσιμη γεωπολιτική συγκυρία για την Ευρώπη.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση βρέθηκε ελάχιστα στην προεκλογική συζήτηση και η νέα κυβέρνηση, όποια μορφή και αν λάβει, δεν αναμένεται να μεταβάλει τον βασικό προσανατολισμό της χώρας. Η Σουηδία ανήκει, μαζί με τη Δανία και τη Γερμανία, στο δημοσιονομικά αυστηρό μπλοκ που αντιτίθεται σε μεγαλύτερο ευρωπαϊκό προϋπολογισμό και νέο κοινό δανεισμό. Ούτε η στήριξη προς την Ουκρανία τίθεται υπό αμφισβήτηση. Η Σουηδία, το νεότερο μέλος του ΝΑΤΟ μαζί με τη Φινλανδία, αντιμετωπίζει τη Ρωσία ως άμεση απειλή για την ασφάλειά της και μόλις πριν από λίγες εβδομάδες η κυβέρνηση Κρίστερσον είχε πρωτοστατήσει στην προσπάθεια κατάσχεσης των παγωμένων ρωσικών περιουσιακών στοιχείων για τη χρηματοδότηση του Κιέβου. Οι διπλωμάτες στις Βρυξέλλες αναμένουν, ωστόσο, ότι όσο παρατείνονται οι διαπραγματεύσεις η Στοκχόλμη θα έχει μικρότερη δυνατότητα να αναλαμβάνει ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες. 

Η Μόσχα ήταν πάντως «παρούσα» (και σε αυτή) την ευρωπαϊκή κάλπη, με την τελική φάση της προεκλογικής μάχης να διεξάγεται στη σκιά έρευνας για πιθανή ρωσική διείσδυση στους Σουηδούς Δημοκράτες. Κατά την μη κυβερνητική οργάνωση κατά του εξτρεμισμού «Expo», η Πολίνα Μάλαμπεργκ, αξιωματούχος του κόμματος, αναπαρήγαγε επί μία δεκαετία φιλορωσικά αφηγήματα, διατηρούσε επαφές με οργάνωση που υποστηρίζεται από το ρωσικό κράτος και έφερε Ρώσους συγγενείς της στους χώρους του Κοινοβουλίου. Η ίδια, η οποία και εξακολουθεί να εργάζεται για τους Σουηδούς Δημοκράτες, είχε υπηρετήσει σε θέσεις που συνδέονται με κοινοβουλευτικές επιτροπές αρμόδιες για ευρωπαϊκές υποθέσεις. Η Άντερσον είχε θέσει ευθέως ζήτημα εθνικής ασφάλειας στην «καρδιά» της εκλογικής αναμέτρησης, ενώ ταυτόχρονα προειδοποιούσε ότι η Σουηδία μπορεί να έχει μία κυβέρνηση στην οποία κρίσιμα υπουργεία, ακόμη και των Εξωτερικών ή των Ευρωπαϊκών Υποθέσεων, θα μπορούσαν να περάσουν σε στελέχη ενός κόμματος που ζητεί να εξεταστούν οι συνέπειες ενδεχόμενης αποχώρησης από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η σκυτάλη περνά την επόμενη Κυριακή στη Γερμανία και οι κάλπες σε Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία και Βερολίνο μπορεί να αποδειχθούν καθοριστικές τόσο για την AfD όσο και για τον Φρίντριχ Μερτς. Στο πρώτο κρατίδιο η Ακροδεξιά προηγείται των Σοσιαλδημοκρατών, ενώ στο Βερολίνο η Αριστερά εμφανίζεται οριακά πρώτη αλλά η AfD φαίνεται να έχει σχεδόν διπλασιάσει τη δύναμή της σε σύγκριση με το 2023. Μετά τη συντριβή της Χριστιανοδημοκρατικής Ένωσης στη Σαξονία-Άνχαλτ, δύο ακόμη βαριές ήττες θα έθεταν ακόμη πιο πιεστικά το ερώτημα εάν ο Γερμανός καγκελάριος μπορεί να εξακολουθήσει να παραμένει στα ηνία των Χριστιανοδημοκρατών.

Και ακολουθεί το 2027. Η Μαρίν Λεπέν διεκδικεί το Ελιζέ, ο στρατηγός Ρομπέρτο Βανάτσι πιέζει την Τζόρτζια Μελόνι από τα δεξιά και το Vox των νοσταλγών του Φράνκο διεκδικεί ρόλο αναγκαίου κυβερνητικού εταίρου του Λαϊκού Κόμματος (PP) του Αλμπέρτο Νούνιεθ Φεϊχό, ο οποίος -όπως και ο Ουλφ Κρίστερσον- έχει ανοίξει την «πόρτα» σε κυβερνητική σύμπραξη με την Ακροδεξιά του Σαντιάγο Αμπασκάλ.

ΣΧΕΤΙΚΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ