Αρχική » Ο Ερντογάν και οι σουνίτες διεκδικούν τον ρόλο του Ιράν στη Μέση Ανατολή

Ο Ερντογάν και οι σουνίτες διεκδικούν τον ρόλο του Ιράν στη Μέση Ανατολή

από Αναδημοσιεύσεις

Του Melik Kaylan από την ιστοσελίδα forbesgreece.gr

Η Μέση Ανατολή βρίσκεται για ακόμη μία φορά σε φάση έντονων γεωπολιτικών ανακατατάξεων, με τις εξελίξεις να διαδέχονται η μία την άλλη χωρίς να διαφαίνεται ακόμη ποια θα είναι η νέα ισορροπία δυνάμεων. Το βασικό ερώτημα είναι ποιος θα καλύψει το κενό ισχύος που αφήνει η σταδιακή αποδυνάμωση του Ιράν.

Στο μεταξύ, ο Ντόναλντ Τραμπ έχει συμφωνήσει να προσφέρει στη Σαουδική Αραβία πρόσβαση σε αμερικανική πυρηνική τεχνολογία υπό την ομπρέλα ασφαλείας των ΗΠΑ. Την ίδια ώρα, οι Χούθι στην Υεμένη συνεχίζουν να απειλούν τη ναυσιπλοΐα στην Ερυθρά Θάλασσα, υπονομεύοντας την προσπάθεια του Ριάντ να αναδείξει το Μπαμπ ελ Μαντέμπ ως εναλλακτική δίοδο έναντι των Στενών του Ορμούζ. Από τη θαλάσσια αυτή οδό διέρχεται περίπου το 4% της παγκόσμιας παραγωγής πετρελαίου.

Παρά τις συνεχείς αεροπορικές επιδρομές της Σαουδικής Αραβίας κατά των θέσεων των Χούθι, οι αντάρτες εξακολουθούν να διαθέτουν την επιχειρησιακή δυνατότητα να πλήττουν με βαλλιστικούς πυραύλους τις πετρελαϊκές εγκαταστάσεις του Βασιλείου. Μέχρι σήμερα, ούτε οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν καταφέρει να εξασφαλίσουν πλήρη προστασία των συμμάχων τους στον Κόλπο. Μέσα σε αυτό το ρευστό περιβάλλον, όπου οι συμμαχίες μεταβάλλονται και οι περιφερειακοί ανταγωνισμοί εντείνονται, το ερώτημα παραμένει ποιος θα αναδειχθεί τελικά σε κυρίαρχη δύναμη.

Μέχρι στιγμής, ο μεγάλος κερδισμένος φαίνεται να είναι η Τουρκία του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν — εξέλιξη που προκαλεί έντονο προβληματισμό στο Ισραήλ. Καθώς το σιιτικό τόξο επιρροής της Τεχεράνης, που εκτείνεται από το Ιράν έως τον Λίβανο, αποδυναμώνεται υπό την πίεση των ΗΠΑ και του Ισραήλ, τα σουνιτικά κράτη επιχειρούν να καλύψουν το κενό.

Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η αμυντική και διπλωματική συνεργασία μεταξύ Τουρκίας, Σαουδικής Αραβίας, Αιγύπτου και Πακιστάν, γνωστή ως R4, η οποία φιλοδοξεί να συγκροτήσει ένα νέο σουνιτικό μπλοκ επιρροής. Για τον Ερντογάν, η πρωτοβουλία αυτή συνδέεται άμεσα με το νεοοθωμανικό του όραμα, που θέλει την Άγκυρα να διαδραματίζει πρωταγωνιστικό ρόλο στον σουνιτικό κόσμο.

Δύο παρατηρήσεις έχουν ιδιαίτερη σημασία. Πρώτον, η συμμετοχή του Πακιστάν στην R4 άνοιξε τη συζήτηση για πιθανή μεταφορά πυρηνικής τεχνολογίας προς τη Σαουδική Αραβία. Σύμφωνα με την ανάλυση, αυτή η προοπτική ώθησε τον Ντόναλντ Τραμπ να παρέμβει, προτείνοντας μια αμερικανική εναλλακτική. Ωστόσο, η συμφωνία δεν προχώρησε, καθώς ο Αμερικανός πρόεδρος έθεσε νέους όρους, τους οποίους το Ριάντ απέρριψε. Το αποτέλεσμα είναι ότι η Σαουδική Αραβία παραμένει, τουλάχιστον προς το παρόν, χωρίς άμεση πρόσβαση σε πυρηνική τεχνολογία, είτε από το Πακιστάν είτε από τις ΗΠΑ.

Παρά τη σύμπλευσή τους απέναντι στο Ιράν, η Άγκυρα και το Ριάντ εξακολουθούν να ανταγωνίζονται για την ηγεσία του σουνιτικού κόσμου. Ο Ερντογάν προωθεί το νεοοθωμανικό του αφήγημα, τοποθετώντας την Τουρκία στο επίκεντρο ενός γεωπολιτικού άξονα που εκτείνεται από την Κεντρική Ασία έως την Αραβική Χερσόνησο. Αντίθετα, η Σαουδική Αραβία θεωρεί ότι η θρησκευτική της βαρύτητα, ως θεματοφύλακας της Μέκκας και της Μεδίνας, της δίνει τον φυσικό ηγετικό ρόλο στον σουνιτικό κόσμο.

Ενδεικτική είναι και η απουσία των κρατών της Κεντρικής Ασίας από την R4, παρότι πρόκειται για σουνιτικές και τουρκόφωνες χώρες που, θεωρητικά, θα μπορούσαν να ενταχθούν σε ένα νεοοθωμανικό εγχείρημα. Οι κυβερνήσεις τους, ωστόσο, αποφεύγουν κάθε εμπλοκή σε θρησκευτικού χαρακτήρα ανταγωνισμούς, καθώς παραμένουν ιδιαίτερα ευαίσθητες στις επιπτώσεις της αστάθειας που προέρχεται από το Αφγανιστάν.

Παράλληλα, διατηρούν ισορροπημένες σχέσεις τόσο με την Ινδία όσο και με το Ισραήλ — το οποίο έχει αναπτύξει στενή στρατηγική συνεργασία με το Αζερμπαϊτζάν. Επιπλέον, η Ινδία αποτελεί τη σημαντικότερη εμπορική δίοδο προς την Ανατολή που δεν βρίσκεται υπό την επιρροή της Κίνας, η οποία έχει ουσιαστικά εδραιώσει την παρουσία της στα λιμάνια του Πακιστάν. Για τις χώρες αυτές, η οικονομική ανάπτυξη και η διατήρηση ισορροπιών υπερισχύουν των γεωπολιτικών φιλοδοξιών, γεγονός που τις κρατά εκτός των συγκρούσεων της Μέσης Ανατολής.

Πόσο βιώσιμο είναι, όμως, το σχέδιο μιας νέας “σουνιτικής ημισελήνου”; Παρά τις προοπτικές του, υπάρχουν σαφή όρια. Μια άμεση αντιπαράθεση μεταξύ Τουρκίας και Ιράν θεωρείται απίθανη, καθώς οι δύο χώρες έχουν κοινό συμφέρον να αποτρέψουν την ενίσχυση του κουρδικού αυτονομισμού. Καθεμία διαθέτει τη δυνατότητα να αποσταθεροποιήσει την άλλη, ενισχύοντας τις κουρδικές οργανώσεις στην απέναντι πλευρά, γεγονός που λειτουργεί αποτρεπτικά απέναντι σε μια ανοιχτή σύγκρουση.

Αυτό, ωστόσο, δεν αποκλείει τον ανταγωνισμό για περιφερειακή επιρροή. Η Τουρκία έχει ήδη ενισχύσει καθοριστικά τη θέση της στη Συρία, μια χώρα που επί δεκαετίες αποτελούσε βασικό πυλώνα της ιρανικής επιρροής επί καθεστώτος Άσαντ. Το επόμενο μεγάλο πεδίο αντιπαράθεσης αναμένεται να είναι το Ιράκ, όπου η Άγκυρα επιχειρεί να περιορίσει σταδιακά την επιρροή της Τεχεράνης.

Στο Ιράκ, η μάχη για την επιρροή δεν δίνεται μόνο στο πολιτικό και στρατιωτικό πεδίο, αλλά και στο οικονομικό. Όπως η Τεχεράνη στήριξε επί χρόνια σιιτικές πολιτοφυλακές στο Ιράκ και τον Λίβανο, έτσι και η Άγκυρα επιδιώκει να οικοδομήσει τα δικά της δίκτυα επιρροής, πραγματοποιώντας διακριτικές επαφές με ιρακινές φυλές και κουρδικές ομάδες, με στόχο να υποκαταστήσει σταδιακά την προστασία που παρείχε μέχρι σήμερα το Ιράν.

Την ίδια ώρα, ο σχετικά νέος πρωθυπουργός του Ιράκ επιχειρεί να ανατρέψει τις εσωτερικές ισορροπίες μέσω μιας εκτεταμένης εκστρατείας κατά της διαφθοράς. Η προσπάθεια αυτή δεν αποσκοπεί μόνο στην εξυγίανση της οικονομίας, αλλά και στον περιορισμό της επιρροής των φιλοϊρανικών δικτύων που είχαν εδραιωθεί στους κρατικούς μηχανισμούς. Σύμφωνα με τις αρχές, τα ποσά που έχουν κατασχεθεί ξεπερνούν ήδη τα 100 εκατ. δολάρια.

Η πρόσφατη συνάντηση του Ιρακινού πρωθυπουργού με τον Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο ενίσχυσε περαιτέρω τα σενάρια αλλαγής προσανατολισμού της Βαγδάτης. Η μετατόπιση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς φιλοϊρανικές πολιτοφυλακές είχαν συμμετάσχει σε επιθέσεις με ρουκέτες εναντίον αμερικανικών βάσεων κατά τη διάρκεια της τελευταίας κρίσης μεταξύ Ουάσινγκτον και Τεχεράνης.

Οι αλλαγές αυτές, ωστόσο, δύσκολα θα εξελιχθούν ομαλά ή γρήγορα. Η διαδικασία αναδιάταξης των περιφερειακών συμμαχιών αναμένεται να είναι μακρά και σύνθετη, αν και η γενική κατεύθυνση των εξελίξεων είναι ήδη ορατή.

Την ίδια στιγμή, οι φιλοδοξίες του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν συναντούν συγκεκριμένα όρια. Η ανοιχτή στήριξή του προς τη Χαμάς, μέσω δημόσιων δηλώσεων αλλά και επαφών με στελέχη της οργάνωσης, έχει επιδεινώσει σημαντικά τις σχέσεις της Άγκυρας με το Ισραήλ. Ως απάντηση, το Τελ Αβίβ έχει ενισχύσει τις επαφές του με τους Κούρδους, ενώ παράλληλα εμβαθύνει τη στρατηγική συνεργασία του με την Ελλάδα και την Κυπριακή Δημοκρατία, μέσα από κοινές στρατιωτικές ασκήσεις και αμυντικά προγράμματα.

Παρά ταύτα, ούτε το Ισραήλ διαθέτει απόλυτη ελευθερία κινήσεων. Η Τουρκία παραμένει μέλος του ΝΑΤΟ, γεγονός που επιβάλλει περιορισμούς στους χειρισμούς των δυτικών συμμάχων της. Επιπλέον, στην Ελλάδα η στρατηγική σύμπλευση με το Ισραήλ δεν συνοδεύεται πάντα από αντίστοιχη κοινωνική αποδοχή, καθώς ένα σημαντικό μέρος της κοινής γνώμης διατηρεί παραδοσιακά φιλοαραβικά αισθήματα. Έτσι, η ελληνοϊσραηλινή συνεργασία στηρίζεται κυρίως στις στρατηγικές επιλογές των κυβερνήσεων και λιγότερο σε μια ευρεία κοινωνική συναίνεση.

Αντίστοιχες αντιφάσεις παρατηρούνται και στις σχέσεις Ισραήλ–Αρμενίας. Η πρόσφατη πρωτοβουλία στο Ισραήλ για την επίσημη αναγνώριση της Γενοκτονίας των Αρμενίων αντιμετωπίστηκε με επιφυλακτικότητα στο Ερεβάν, έπειτα από χρόνια ψυχρών σχέσεων αλλά και την πρόσφατη αποκλιμάκωση της έντασης μεταξύ Αρμενίας και Τουρκίας. Στις επιφυλάξεις αυτές προστίθεται και το ιστορικό βάθος των σχέσεων μεταξύ εβραϊκών και ανατολικών χριστιανικών κοινοτήτων, που ανάγεται ήδη στην οθωμανική περίοδο.

Το μεγαλύτερο αίνιγμα για την Ουάσινγκτον παραμένει η αδυναμία επίτευξης μιας σταθερής συμφωνίας με το Ιράν. Παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες προσέγγισης και τις σημαντικές παραχωρήσεις που, σύμφωνα με την ανάλυση, έχουν τεθεί στο τραπέζι, η Τεχεράνη εξακολουθεί να απορρίπτει έναν συμβιβασμό.

Οι ΗΠΑ έχουν διαμηνύσει ότι δεν επιδιώκουν αλλαγή καθεστώτος, εμφανίζονται διατεθειμένες να αποδεχθούν τη συνέχιση των ιρανικών εξαγωγών πετρελαίου και αφήνουν ανοιχτό το ενδεχόμενο επιστροφής σε ένα πλαίσιο αντίστοιχο με τη συμφωνία για τα πυρηνικά (JCPOA), μαζί με την επανεκκίνηση των εμπορικών σχέσεων με τη Δύση. Παρ’ όλα αυτά, η Τεχεράνη δεν δείχνει πρόθυμη ούτε να προχωρήσει σε κατάπαυση του πυρός ούτε να περιορίσει τις περιφερειακές της κινήσεις, προκαλώντας προβληματισμό στον Λευκό Οίκο.

Μάλιστα, σύμφωνα με την ανάλυση, Αμερικανοί αξιωματούχοι άφησαν να εννοηθεί ότι θα μπορούσαν να ανεχθούν ακόμη και μια περιορισμένη επαναφορά της ιρανικής επιρροής στον σιιτικό κόσμο, εφόσον η Τεχεράνη εγκατέλειπε οριστικά τις πυρηνικές φιλοδοξίες της και σταματούσε να απειλεί το Ισραήλ. Ούτε αυτή η προοπτική, όμως, φαίνεται να συγκινεί την ιρανική ηγεσία.

Γιατί, λοιπόν, η Τεχεράνη αρνείται έναν συμβιβασμό; Οι πιθανές εξηγήσεις είναι πολλές: οι εσωτερικές αντιπαραθέσεις μεταξύ των κέντρων εξουσίας, η εκτίμηση ότι ο Ντόναλντ Τραμπ είναι πολιτικά ευάλωτος, η πεποίθηση ότι η εξωτερική πίεση συσπειρώνει την ιρανική κοινωνία γύρω από το καθεστώς, αλλά και η διαχρονική δυσπιστία απέναντι στις ΗΠΑ και το Ισραήλ. Σε αυτά προστίθενται οι φιλοδοξίες της Τεχεράνης να διατηρήσει τον ρόλο της ως περιφερειακής δύναμης, ο έλεγχος κρίσιμων θαλάσσιων οδών για το πετρέλαιο, η στήριξη που προσδοκά από τη Ρωσία και την Κίνα, καθώς και ιδεολογικοί παράγοντες που συνδέονται με τη λογική της “αντίστασης”. Κατά την ανάλυση, ένα πιο μετριοπαθές Ιράν θα μπορούσε ακόμη και να οδηγήσει σε εσωτερική αποδυνάμωση του ίδιου του καθεστώτος.

Με λίγα λόγια, το Ιράν δύσκολα θα αλλάξει πορεία στο άμεσο μέλλον. Ωστόσο, η περιφερειακή του επιρροή αναμένεται να περιοριστεί σταδιακά, καθώς η οικονομική του ισχύς υποχωρεί.

Αντίθετα, η Τουρκία δείχνει να ενισχύει τη γεωπολιτική της θέση, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι η άνοδος του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν θα είναι απεριόριστη. Ο Τούρκος πρόεδρος βρίσκεται πλέον αντιμέτωπος με σοβαρές προκλήσεις στο εσωτερικό: είναι 72 ετών, αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας, δεν διαθέτει ξεκάθαρο διάδοχο, ενώ η παρατεταμένη οικονομική κρίση και ο υψηλός πληθωρισμός διαβρώνουν τη λαϊκή του στήριξη.

Η Τουρκία αναμένεται να επωφεληθεί από την αναδιάταξη των ενεργειακών διαδρομών και τη διέλευση πετρελαίου και φυσικού αερίου, καθώς οι παραδοσιακοί άξονες εφοδιασμού στη Μέση Ανατολή μεταβάλλονται. Ωστόσο, τα οφέλη αυτά δύσκολα θα αντισταθμίσουν τις εσωτερικές οικονομικές πιέσεις που αντιμετωπίζει η χώρα. Παράλληλα, όσο η αμερικανική επιρροή στην περιοχή υποχωρεί, η Άγκυρα εκτιμάται ότι θα συνεχίσει να εμβαθύνει τις σχέσεις της με το Πεκίνο, επιδιώκοντας μια πιο αυτόνομη γεωπολιτική πορεία.

ΣΧΕΤΙΚΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ