Οι Tyler Stapleton και Sinan Ciddi, σε ανάλυσή τους που δημοσιεύθηκε στο Foundation for Defense of Democracies (FDD), κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου για τη διαρκώς στενότερη συνεργασία της Τουρκίας με κινεζικούς τηλεπικοινωνιακούς κολοσσούς, όπως η Huawei και η ZTE, εταιρείες που έχουν συνδεθεί με την εξαγωγή τεχνολογιών λογοκρισίας, επιτήρησης και ελέγχου της πληροφορίας. Την ώρα που η Άγκυρα εξαπολύει μια νέα «επίθεση φιλίας» προς το ΝΑΤΟ και την Ευρωπαϊκή Ένωση, επιδιώκοντας παράλληλα να εξασφαλίσει σημαντικό μερίδιο από τις ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις και ευρύτερα τις εφοδιαστικές αλυσίδες, εμβαθύνει την τεχνολογική και πληροφοριακή αλληλεξάρτησή της με το Πεκίνο. Η εξέλιξη αυτή δεν ενισχύει μόνο τις αυταρχικές τάσεις του καθεστώτος Ερντογάν, αλλά εκθέτει ακόμη περισσότερο την ΕΕ και το ΝΑΤΟ σε κινδύνους διαρροής ευαίσθητων δεδομένων, τεχνολογικής εξάρτησης και διείσδυσης από έναν στρατηγικό ανταγωνιστή. «Ο Τούρκος πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν γνωρίζει καλά τους μηχανισμούς της καταστολής. Έχει περιορίσει ασφυκτικά τη λειτουργία των παρόχων διαδικτύου, έχει θέσει υπό παρακολούθηση πολιτικούς αντιπάλους και έχει μετατρέψει τα άλλοτε ανεξάρτητα μέσα ενημέρωσης σε χορωδία πιστών οπαδών του. Τώρα στρέφεται προς την Κίνα για να ενισχύσει τον έλεγχό του επί του πληροφοριακού χώρου —και η Ουάσιγκτον και οι Βρυξέλλες οφείλουν να λάβουν υπόψη την εξέλιξη αυτή.
Ακολουθούν τα βασικότερα σημεία του άρθρου σε μετάφραση
***
Οι κινεζικοί τηλεπικοινωνιακοί κολοσσοί έχουν αθόρυβα καταστεί αναπόσπαστα στοιχεία του ψηφιακού κορμού της Τουρκίας. Οι ZTE και Huawei κατέχουν μεγάλα, και σε ορισμένες περιπτώσεις κυριαρχικά πακέτα στις Netaş, Turkcell, Türk Telekom και Vodafone Turkey — τους τέσσερις μεγαλύτερους παρόχους της χώρας. Η Κίνα αποτελεί ήδη τη μεγαλύτερη πηγή εισαγωγών της Τουρκίας, καλύπτοντας σχεδόν το 14% του συνόλου, μεγάλο μέρος του οποίου αφορά τηλεπικοινωνιακό εξοπλισμό και ηλεκτρονικά προϊόντα. Το Πεκίνο δεν περιορίζεται στην δοκιμαστική εμπλοκή του στις τουρκικές υποδομές· αγοράζει τον έλεγχό τους.
Η χρονική συγκυρία δεν είναι τυχαία. Καθώς κινεζικά κεφάλαια διοχετεύονται στις τουρκικές τηλεπικοινωνίες, η Άγκυρα προωθεί νομοθεσία που επεκτείνει την κρατική παρακολούθηση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και των προσωπικών δεδομένων. Οι υπό εξέταση προτάσεις υποχρεώνουν τους χρήστες να επαληθεύουν τους λογαριασμούς τους με τον αριθμό της εθνικής τους ταυτότητας, περιορίζουν την πρόσβαση σε VPN (ανωνυμοποίηση της σύνδεσης) και παρέχουν στο κράτος την εξουσία είτε να αποκλείει μεμονωμένους χρήστες εξαιτίας πολιτικών τους τοποθετήσεων, ακόμα και να διακόπτει τη λειτουργία ολόκληρων ιστοτόπων.
Αυτό θα πρέπει να ανησυχεί όποιον έχει παρακολουθήσει τη δράση των ZTE και Huawei σε άλλες χώρες. Και οι δύο εταιρείες έχουν συνδεθεί με εκστρατείες εσωτερικής καταστολής στην Κίνα και έχουν χαρακτηριστεί προεκτάσεις των συμφερόντων του Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού. Η ZTE έχει εξαγάγει εργαλεία λογοκρισίας που χρησιμοποιήθηκαν για την ενίσχυση της καταστολής στο Ιράν και των διώξεων στην Κούβα, ενώ έχει επίσης συλληφθεί να παραβιάζει τις κυρώσεις κατά της Βόρειας Κορέας. Η προσθήκη αυτού του δυναμικού στο νέο νομοθετικό οπλοστάσιο του Ερντογάν θα επιταχύνει ακόμη περισσότερο την αυταρχική διολίσθηση της Τουρκίας.
Το διακύβευμα γίνεται ακόμη οξύτερο εξαιτίας του πολιτικού χρονοδιαγράμματος του ίδιου του Ερντογάν. Πλησιάζει στο τέλος της τρέχουσας θητείας του και το Σύνταγμα δεν του επιτρέπει να είναι εκ νέου υποψήφιος. Οι εικασίες ότι σκοπεύει να αλλάξει αυτή την κατάσταση είναι έντονες. Διαθέτει δύο πιθανές οδούς: είτε να τροποποιήσει το όριο των δύο θητειών που προβλέπει το άρθρο 101, όπως έκανε το 2007 και το 2017, είτε να πιέσει το κοινοβούλιο να προκηρύξει πρόωρες εκλογές, κάτι που θα μηδένιζε την καταμέτρηση των θητειών του και θα του επέτρεπε να θέσει ξανά υποψηφιότητα. Τα στελέχη του AKP ενδέχεται να προτιμούν την εκλογική οδό ως την πολιτικά πιο εύπεπτη επιλογή, παρότι και οι δύο επιλογές απαιτούν πλειοψηφία τριών πέμπτων στο κοινοβούλιο, την οποία ο κυβερνητικός συνασπισμός δεν διαθέτει σήμερα από μόνος του.
Όποιον μηχανισμό και αν επιλέξει, ο Ερντογάν θα επιδιώξει να διατηρήσει την εικόνα μιας νομότυπης διαδικασίας και όχι μιας απροκάλυπτης υφαρπαγής της εξουσίας. Ωστόσο, το αποτέλεσμα παραμένει το ίδιο: ένα προσωποπαγές σύστημα, στο οποίο τα μέσα ενημέρωσης, τα δικαστήρια και πλέον οι τηλεπικοινωνιακές υποδομές υπάγονται στην προεδρία. Ένας ηγέτης που επιχειρεί να παρακάμψει τα συνταγματικά όρια των θητειών του, έχει κάθε κίνητρο να εντείνει την εξάρτησή του από τα ίδια εργαλεία επιτήρησης που ελέγχουν την αντιπολίτευση. Η κινεζική τεχνολογία τού προσφέρει ακριβώς αυτό.
Ο κίνδυνος εκτείνεται πολύ πέρα από τα σύνορα της Τουρκίας. Η Άγκυρα προσδοκά να πουλήσει περισσότερη αμυντική τεχνολογία στο εξωτερικό — μεταξύ άλλων στη Μαλαισία, το Αζερμπαϊτζάν, τη Σαουδική Αραβία, το Κατάρ και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Ωστόσο, οι κινεζικές εταιρείες που είναι ενσωματωμένες στα τουρκικά δίκτυα θα έχουν πρόσβαση σε δεδομένα εκατομμυρίων Τούρκων πολιτών, καθώς και των ίδιων των αμυντικών εταιρειών. Η Κίνα έχει ήδη συνδεθεί με προσπάθειες αντίστροφης μηχανικής τουρκικών στρατιωτικών μη επανδρωμένων αεροσκαφών· είναι εύλογο να υποθέσουμε ότι το Πεκίνο κατέχει και άλλα ευαίσθητα τεχνικά δεδομένα.
Η Τουρκία επιδιώκει επίσης να αποκτήσει πρόσβαση στην πρωτοβουλία της Ευρωπαϊκής Ένωσης «Δράση για την Ασφάλεια στην Ευρώπη» (Security Action for Europe – SAFE), ύψους 150 δισ. ευρώ, μέσω της οποίας θα διοχετεύονταν σημαντικές ευρωπαϊκές επενδύσεις σε αμυντικό εξοπλισμό τουρκικής κατασκευής. Δεδομένου του βάθους της κινεζικής διείσδυσης στον τηλεπικοινωνιακό τομέα της Τουρκίας, η ένταξη αυτή θα πρέπει να αναβληθεί έως ότου η Άγκυρα αποδείξει ότι μπορεί να περιορίσει την επιρροή του Πεκίνου στις κρίσιμες υποδομές της.
Ο Ερντογάν ευθυγραμμίζει ολοένα στενότερα την Τουρκία με την Κίνα, προκειμένου να παρατείνει την παραμονή του στην εξουσία και να περιορίσει τον χώρο δράσης της πολιτικής αντιπολίτευσης στο εσωτερικό. Πρόκειται για μια επικίνδυνη συναλλαγή για ένα κράτος-μέλος του ΝΑΤΟ. Η Ουάσιγκτον και οι ευρωπαϊκές πρωτεύουσες οφείλουν να καταστήσουν σαφές ότι η συνέχιση της αμυντικής και τεχνολογικής συνεργασίας με την Τουρκία δεν μπορεί να συνυπάρξει με την αυξανόμενη εξάρτηση της Άγκυρας από το κράτος επιτήρησης του Πεκίνου.
Δημοσιεύθηκε στις 23 Ιουλίου 2026
