Αρχική » Αναγνώσεις της γαλλικής κρίσης

Αναγνώσεις της γαλλικής κρίσης

από Άρδην - Ρήξη

Οι κινητοποιήσεις που συγκλονίζουν τη Γαλλία, ξεκινώντας από τα σχολεία και συναντώντας τη δυσαρέσκεια για την ακρίβεια, εκφράζουν κάτι βαθύτερο από μια ακόμη κοινωνική αναταραχή. Αποτυπώνουν τη διάψευση της μεταπολεμικής υπόσχεσης ότι η εκπαίδευση, η εργασία και η ανάπτυξη εξασφαλίζουν σε κάθε γενιά περισσότερη ευημερία από την προηγούμενη. Σήμερα, ακόμη και τα μορφωμένα μεσαία στρώματα αντιμετωπίζουν εμπόδια στην επαγγελματική σταθερότητα, την απόκτηση κατοικίας και την οικογενειακή αυτονομία. Πρόκειται για νέες μορφές αποκλεισμού, όχι μόνο για τη διεύρυνση της παλαιάς φτώχειας.

Αυτή η κοινωνική ρήξη δεν εκδηλώνεται, ωστόσο, σε ένα ενιαίο πολιτισμικό πεδίο. Τέσσερις δεκαετίες αποβιομηχάνισης, παγκοσμιοποίησης, μεταναστευτικών μεταβολών και εξατομίκευσης έχουν αναδιατάξει τον γαλλικό κοινωνικό ιστό. Οι αναλύσεις των Ζερόμ Φουρκέ, Κριστόφ Γκιλλουΐ, Ζιλ Κεπέλ, Μαρσέλ Γκωσέ, Μισέλ Ονφρέ και Βενσάν Τουρνιέ φωτίζουν διαφορετικές όψεις αυτής της διπλής κρίσης.

Άρδην – Ρήξη

Το τέλος μιας εποχής

«Βρισκόμαστε μπροστά στο τέλος μιας βασιλείας», λέει ο Ζερόμ Φουρκέ στην El País (17 Οκτωβρίου). Δεν αναφέρεται μόνο στη φθορά του Μακρόν: «Το σύστημα έχει ήδη εξαντλήσει τις αντοχές του, τόσο οικονομικά όσο και κοινωνικά». Η μαθητική εξέγερση ξεκίνησε από τις ελλείψεις προσωπικού και τις φθαρμένες εγκαταστάσεις στα λαϊκά προάστια, αλλά η κυβέρνηση, κατά τον ίδιο, δεν μπόρεσε να απαντήσει πέρα από την αστυνομική διαχείριση. «Σήμερα διαθέτουμε περισσότερα χρήματα για την εξυπηρέτηση του χρέους απ’ όσα για την εθνική παιδεία. Είμαστε παγιδευμένοι από τον προϋπολογισμό μας».

Ο Φουρκέ αναδεικνύει συγχρόνως την αντίφαση της εκπαιδευτικής μαζικοποίησης. Το 1985, ο υπουργός Ζαν-Πιερ Σεβενμάν έθεσε τον στόχο να φτάνει στο επίπεδο του μπακαλορεά το 80% μιας γενιάς, από περίπου 30% προηγουμένως (Μπακαλορεά = Το γαλλικό απολυτήριο δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, το οποίο αποκτάται έπειτα από εθνικές εξετάσεις στο τέλος του λυκείου. Αποτελεί τον βασικό τίτλο που πιστοποιεί την ολοκλήρωση της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και παρέχει πρόσβαση στην ανώτατη εκπαίδευση, υπό τους όρους εισαγωγής κάθε προγράμματος σπουδών).

Η διεύρυνση των τίτλων σπουδών δεν κατάργησε όμως τον ανταγωνισμό: «Δεν πρόκειται για εξίσωση των ευκαιριών, αλλά για μετατόπιση του ανταγωνισμού». Καθώς η οικονομία τριτογενοποιούνταν και οι παραδοσιακές παραγωγικές διαδρομές συρρικνώνονταν, το πτυχίο έπαψε να εγγυάται αντίστοιχη κοινωνική άνοδο. Η επιλογή σχολείου, σπουδών και μεταπτυχιακού γίνεται νέα αρένα διαλογής, ενώ οι νέοι ξεκινούν την εργασιακή ζωή αργότερα και συχνά επισφαλώς.

Το χάσμα έχει και διαγενεακή όψη: ο Φουρκέ αναφέρει ότι ένας στους δύο φοιτητές εργάζεται παράλληλα με τις σπουδές του, ενώ η πρόσβαση στη στέγη δυσχεραίνει. Ο μέσος αγοραστής καινούργιου αυτοκινήτου στη Γαλλία είναι 55 ετών και ο μέσος τηλεθεατής των France 2 και France 3 είναι 63. Πρόκειται, όπως λέει, για «ένα ολόκληρο οικονομικό και μιντιακό σύστημα» που «έχει αποκοπεί από την πραγματικότητα των νέων». Η νεανική δυσαρέσκεια δεν περιορίζεται, λοιπόν, στο εισόδημα: αφορά την απομάκρυνση της ίδιας της προοπτικής ενηλικίωσης και κοινωνικής εγκατάστασης.

Η κατάσταση αυτή εγγράφεται σε αυτό που ο Φουρκέ ονόμασε «γαλλικό αρχιπέλαγος» (L’Archipel français): κοινωνικοί και γεωγραφικοί κόσμοι με ολοένα λιγότερα κοινά βιώματα και διαφορετικές διαδρομές κοινωνικής υποβάθμισης.

Η αποβιομηχάνιση και ο ρεαλισμός «από τα κάτω»

Ο γεωγράφος Κριστόφ Γκιλλουΐ, θεωρητικός της «περιφερειακής Γαλλίας», αναζητά τις ρίζες της κρίσης στη μεγάλη παραγωγική και γεωγραφική αναδιάρθρωση της χώρας από τη δεκαετία του 1980. Η αποβιομηχάνιση, η χρηματιστικοποίηση και η μητροπολιτική συγκέντρωση του πλούτου αναμόρφωσαν ριζικά την κοινωνική γεωγραφία: οι μεγάλες μητροπόλεις συγκέντρωσαν τις δυναμικότερες οικονομικές δραστηριότητες, τις επενδύσεις και την απασχόληση υψηλών προσόντων, ενώ η περιφέρεια έχανε σταδιακά την παραγωγική της βάση.

Η μεταβολή αυτή δεν συνεπάγεται μόνο απώλεια θέσεων εργασίας. Συνοδεύεται από την υποβάθμιση ολόκληρων περιοχών, τη συρρίκνωση των τοπικών οικονομιών, τη μεγαλύτερη εξάρτηση από το αυτοκίνητο και τη δυσκολότερη πρόσβαση σε δημόσιες υπηρεσίες. Η μητροπολιτική ευημερία και η περιφερειακή υποβάθμιση αποτελούν, κατά τον Γκιλλουΐ, τις δύο όψεις του ίδιου οικονομικού μοντέλου.

«Έχουμε ξεπεράσει την απόσχιση των ελίτ που περιέγραφε ο Κρίστοφερ Λας. Η πραγματικότητα έχει γίνει εντελώς απρόσιτη για τις γαλλικές ελίτ», αναφέρει χαρακτηριστικά. Πρόκειται για μια βαθύτερη κοινωνική απόσταση: εκείνοι που σχεδιάζουν την οικονομική πολιτική ζουν σε έναν κόσμο πολύ διαφορετικό από εκείνον όπου εκδηλώνονται οι συνέπειές της.

Ο Γκιλλουΐ αποκαλεί τη λαϊκή αμφισβήτηση «κίνημα της λογικής» και τοποθετεί τον «παραλογισμό» στην κορυφή. Οι άνθρωποι που αγωνίζονται να διατηρήσουν τη δουλειά, το βιοτικό επίπεδο και τις κοινότητές τους αντιλαμβάνονται προβλήματα που τα κυβερνητικά επιτελεία επιχειρούν να αντιμετωπίσουν με προσωρινές επιδοτήσεις. «Οι άνθρωποι θέλουν εργασία: πώς τη δημιουργούμε, πώς τοποθετούμαστε διεθνώς ώστε να δημιουργήσουμε απασχόληση;»

Εδώ ακριβώς βρίσκεται το ζήτημα της επανεκβιομηχάνισης. Η ανάκτηση παραγωγικής ισχύος δεν αποτελεί μόνο προϋπόθεση οικονομικής ανάπτυξης, αλλά και ανασυγκρότησης των κοινωνικών δεσμών, της εργασιακής αξιοπρέπειας και της δυνατότητας των περιφερειακών κοινωνιών να σχεδιάζουν το μέλλον τους. Γι’ αυτό και ο Γκιλλουΐ συνοψίζει τα αιτήματα της «συνηθισμένης πλειοψηφίας» σε τέσσερα σημεία: εργασία, υπεράσπιση του κοινωνικού κράτους, ασφάλεια και έλεγχο των μεταναστευτικών ροών.

Η διαίρεση, ωστόσο, έχει πλέον αποκτήσει και πολιτική έκφραση. Στις μητροπόλεις, τμήματα των μορφωμένων μεσαίων στρωμάτων αντιμετωπίζουν τη ματαίωση των προσδοκιών τους, συχνά συναντώντας πολιτικά τους μεταναστευτικών πληθυσμών από τα λαϊκά προάστια στην Ανυπότακτη Γαλλία. Αντίθετα, σημαντικά τμήματα των εργατικών και μεσαίων στρωμάτων της περιφέρειας προσανατολίζονται προς την Εθνική Συσπείρωση. Δύο διαφορετικές κοινωνικές εμπειρίες υποβάθμισης τροφοδοτούν έτσι δύο ανταγωνιστικές πολιτικές συσπειρώσεις.

Όταν η κοινωνική σύγκρουση μεταβάλλεται σε πολιτισμική/ταυτοτική

Ο Ζιλ Κεπέλ προσθέτει μια καθοριστική διάσταση. Στο βιβλίο του Pèlerinage français περιγράφει το οδοιπορικό που πραγματοποίησε στην περιφερειακή Γαλλία, από το Λε Πυί-αν-Βελέ έως το Σεν-Ζιλ-ντυ-Γκαρ: μια διαδρομή με ιδιαίτερη ιστορική βαρύτητα, καθώς εκτείνεται στον άξονα όπου θα πραγματοποιηθεί η ρήξη της Καθολικής με την Προτεσταντική Γαλλία στο δεύτερο μισό του 16ου αιώνα, και την ίδια στιγμή περιλαμβάνει τόπους αποβιομηχάνισης, μεταναστευτικά γκέτο, δημαρχίες υπό τον έλεγχο του Εθνικού Μετώπου.

Στο νεκροταφείο των μεταλλωρύχων της Λα Βερναρέντ, θυμάται, «καθολικοί, προτεστάντες, μουσουλμάνοι και κομμουνιστές θάβονταν μαζί», ενωμένοι από «την κοινή τους ένταξη στην εργατική τάξη». Σήμερα, υποστηρίζει, οι θρησκευτικοί και πολιτισμικοί διαχωρισμοί ανακτούν προτεραιότητα έναντι της ταξικής αλληλεγγύης.

Η παρατήρηση είναι χαρακτηριστική της ιστορικής μεταβολής που περιγράφει. Η βιομηχανική κοινωνία δεν προσέφερε μόνο απασχόληση, αλλά συγκροτούσε και ένα πεδίο κοινής κοινωνικής και πολιτισμικής ένταξης, στο οποίο διαφορετικοί πληθυσμοί μπορούσαν να αναγνωρίζονται ως μέλη της ίδιας τάξης. Η αποσύνθεση αυτού του κόσμου, σε συνδυασμό με τις μεταναστευτικές και δημογραφικές μεταβολές, άνοιξε τον δρόμο για την ενίσχυση ανταγωνιστικών ταυτοτήτων.

Το κρίσιμο στοιχείο εδώ είναι ότι δεν μιλάμε πλέον για νεοεισερχόμενους μετανάστες, αλλά για νεότερες γενιές Γάλλων μεταναστευτικής καταγωγής, σε ορισμένες περιπτώσεις τρίτης ή και τέταρτης γενιάς. Πρόκειται για πληθυσμούς που έχουν γεννηθεί και μεγαλώσει στη Γαλλία, με αυξανόμενη δημογραφική βαρύτητα στα νεότερα ηλικιακά στρώματα των λαϊκών προαστίων. Ωστόσο, για ένα μέρος τους, η κοινωνική περιθωριοποίηση συνδυάζεται με μια βαθύτερη πολιτισμική απόκλιση από τις αξίες και τους θεσμούς της Γαλλικής Δημοκρατίας (République). Η κοσμικότητα (laïcité), η προτεραιότητα της κοινής πολιτικής ιδιότητας έναντι των επιμέρους θρησκευτικών ταυτοτήτων και το γαλλικό οικουμενικό πρότυπο ενσωμάτωσης δεν λειτουργούν πάντοτε ως κοινά σημεία αναφοράς. Αντίθετα, σε ορισμένα περιβάλλοντα αντιμετωπίζονται ως στοιχεία μιας εχθρικής προς τη δική τους ταυτότητα κοινωνικής και πολιτικής τάξης.

Αυτό είναι και το ουσιαστικό πρόβλημα που αναδεικνύει ο Κεπέλ: η κοινωνική σύγκρουση δεν εξαφανίζεται, αλλά μεταγράφεται ολοένα περισσότερο σε πολιτισμική και θρησκευτική αντιπαράθεση.

Ο Κεπέλ εντοπίζει αυτή τη μεταβολή και στις σημερινές μαθητικές κινητοποιήσεις. Αναγνωρίζει τις κοινωνικές τους αιτίες, αναφερόμενος στην «υποβάθμιση των υποδομών», στα «υπεράριθμα τμήματα» και στην πρωτοφανή μείωση της αγοραστικής δύναμης των εκπαιδευτικών. Εκείνο όμως που τον εντυπωσιάζει είναι «η επανακωδικοποίηση των συνθημάτων» μέσα από τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή. Το «Free Palestine» και τα κεφίγιε φανερώνουν, κατά τον ίδιο, πως η αντιπαράθεση ανάμεσα στον «Παγκόσμιο Νότο» και τον Βορρά εισέρχεται στο εσωτερικό της γαλλικής κοινωνίας, επικαλύπτοντας τον παραδοσιακό διαχωρισμό Αριστεράς και Δεξιάς.

Έτσι, οι παγκόσμιες γεωπολιτικές και πολιτισμικές αντιθέσεις εσωτερικεύονται στη Γαλλία, διαμορφώνοντας νέες γραμμές ρήξης πάνω στις ήδη υπάρχουσες κοινωνικές ανισότητες.

Η Ανυπότακτη Γαλλία επωφελείται πολιτικά από αυτή την ταυτοτική κινητοποίηση, εκτιμά ο Κεπέλ, ενώ η αντίδραση φόβου που προκαλεί σε άλλα κοινωνικά στρώματα ενισχύει την Εθνική Συσπείρωση. Η κοινωνική ανασφάλεια, αντί να συγκροτεί ένα ενιαίο αίτημα αλλαγής, τροφοδοτεί δύο αντιμαχόμενα πολιτισμικά και εκλογικά στρατόπεδα, τα οποία ενισχύονται αμοιβαία μέσα από την αντιπαράθεσή τους.

Η απώλεια του κοινού ορίζοντα

Το βαθύτερο πρόβλημα περιγράφει ο Μαρσέλ Γκωσέ. Σε συνέντευξή του με τον Στεφάν Ροζές μιλά για «παγκοσμιοποίηση από τα πάνω» και «ριζική εξατομίκευση από τα κάτω». Η νεοφιλελεύθερη τάξη υπόσχεται ατομικές δυνατότητες και ευημερία, ενώ αποδυναμώνει το εθνικό και πολιτικό πλαίσιο που τις καθιστά εφικτές.

«Ζούμε την εμπειρία μιας κοινωνίας που αφιερώνει το μεγαλύτερο μέρος των μέσων της στο να παράγει άτομα που δεν αναγνωρίζουν την κοινωνία η οποία τα κάνει να υπάρχουν», υποστηρίζει. Η αντίφαση οξύνεται όταν η οικονομική κρίση ακυρώνει ακόμη και την υπόσχεση ατομικής επιτυχίας.

Την ίδια στιγμή, παρατηρεί, «οι κλασικές μορφές πολιτικής κοινωνικοποίησης έχουν καταρρεύσει». Κόμματα με κοινωνικές ρίζες, συλλογικές οργανώσεις και διαρκείς δεσμοί αντικαθίστανται από εφήμερες συσπειρώσεις ετερογενών ατόμων γύρω από ηγέτες: «Ο λαϊκισμός έχει γίνει ο συνηθισμένος τρόπος λειτουργίας της πολιτικής στις εξατομικευμένες κοινωνίες».

Η πολιτική κρίση αφορά, επομένως, κάτι βαθύτερο από την αναποτελεσματικότητα των κυβερνήσεων: την αδυναμία των κοινωνιών να αναγνωρίσουν ένα κοινό συλλογικό συμφέρον και να διαμορφώσουν ένα σχέδιο για το μέλλον τους.

Ο μηδενισμός ως έκφραση της κρίσης

Ο Γάλλος φιλόσοφος Μισέλ Ονφρέ παρεμβαίνει και αυτός στη συζήτηση για τις κινητοποιήσεις, μέσα από την εβδομαδιαία εκπομπή πολιτικού και φιλοσοφικού σχολιασμού Face à Michel Onfray, που μεταδίδεται από το τηλεοπτικό δίκτυο CNews και τον ραδιοφωνικό σταθμό Europe 1.

Στην εκπομπή της 17ης Οκτωβρίου 2026, με αφορμή τις μαθητικές κινητοποιήσεις και τα βίαια επεισόδια που τις συνοδεύουν, αναζητά μια βαθύτερη φιλοσοφική ερμηνεία του φαινομένου, επιστρατεύοντας την έννοια του μηδενισμού. Επικαλείται συγκεκριμένα το έργο του Μαξ Στίρνερ Ο Μοναδικός και η ιδιοκτησία του (1844), το οποίο χαρακτηρίζει «εγχειρίδιο του σύγχρονου μηδενισμού».

Για τον Ονφρέ, ο μηδενισμός εκδηλώνεται όταν το άτομο αρνείται κάθε περιορισμό, κοινό κανόνα και ηθική δέσμευση, αναγνωρίζοντας ως μοναδικό κριτήριο τον εαυτό του. Συνδέει την «ένωση των εγωιστών» του Στίρνερ με τους Black Blocs, τους οποίους περιγράφει ως ομάδες που συγκροτούνται γύρω από έναν κοινό σκοπό: την καταστροφή. «Αυτοί είναι οι μηδενιστές», λέει, όσοι θεωρούν ότι «η καταστροφή είναι η μόνη αλήθεια».

Επιμένει, ωστόσο, σε μια ουσιώδη διάκριση. Αναγνωρίζει ότι οι μαθητές έχουν πραγματικούς λόγους δυσαρέσκειας και ότι οι δημόσιες υπηρεσίες αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα. Δεν ταυτίζει, επομένως, το σύνολο των κινητοποιήσεων με τον μηδενισμό. Αντιθέτως, υπογραμμίζει ότι οι βίαιες μειοψηφίες δεν αντιπροσωπεύουν τη μεγάλη πλειονότητα των διαδηλωτών.

Εδώ βρίσκεται, όμως, και η ιδιαίτερη σημασία της παρέμβασής του. Παρότι αριθμητικά περιορισμένες, οι ομάδες αυτές αποκτούν δυσανάλογη πολιτική και συμβολική βαρύτητα. Η εικόνα των επεισοδίων τείνει να κυριαρχήσει στη δημόσια συζήτηση, επισκιάζοντας τα αιτήματα για την εκπαίδευση, την εργασία και το κοινωνικό κράτος. Η σύγκρουση μετατοπίζεται από την κοινωνική πολιτική στο ζήτημα της βίας και της δημόσιας τάξης, ενισχύοντας τους πολιτικούς ανταγωνισμούς που ήδη περιέγραψε ο Κεπέλ.

Ο Ονφρέ επικρίνει ταυτόχρονα την αδυναμία της κυβέρνησης να αντιμετωπίσει το φαινόμενο, επικαλούμενος την ανάγκη προστασίας του δημοκρατικού συμβολαίου και της νόμιμης δημόσιας εξουσίας. Έτσι, η βίαιη εκτροπή αναδεικνύεται ως σύμπτωμα μιας ευρύτερης κρίσης κοινών αξιών και πολιτικής αυθεντίας, την οποία ο ίδιος έχει περιγράψει στο έργο του Décadence (2017).

Οι αντιφάσεις της Ανυπότακτης Γαλλίας

Ο Βενσάν Τουρνιέ, τέλος, εξετάζει την πολιτική συγκρότηση της συμμαχίας που επιχειρεί η Ανυπότακτη Γαλλία. Αναγνωρίζει ότι η LFI έχει επιτύχει ένα ασυνήθιστο για την Αριστερά εγχείρημα: τη συνένωση μορφωμένων μητροπολιτικών στρωμάτων με λαϊκούς ψηφοφόρους μεταναστευτικής καταγωγής.

Η ιδιαιτερότητα της συμμαχίας βρίσκεται στις βαθιές πολιτισμικές διαφορές των δύο εκλογικών σωμάτων. «Παρότι μοιράζονται ορισμένες ιδέες, δεν μιλούν πραγματικά την ίδια γλώσσα», παρατηρεί ο Τουρνιέ, επισημαίνοντας ότι μπορούν να αντιπαρατίθενται ακόμη και σε θεμελιώδη ζητήματα αξιών, θρησκείας και κοινωνικών ηθών.

Πώς μπορεί, επομένως, να διατηρείται μια τέτοια συμμαχία; Σύμφωνα με τον Τουρνιέ, το συνεκτικό της στοιχείο είναι σε μεγάλο βαθμό η κοινή απόρριψη του γαλλικού κοινωνικού και πολιτικού συστήματος. Η καταγγελία μιας κοινωνίας που παρουσιάζεται συλλήβδην ως ρατσιστική, αποικιοκρατική, σεξιστική ή καταπιεστική προσφέρει ένα κοινό ιδεολογικό πλαίσιο σε ομάδες που δεν μοιράζονται απαραιτήτως τις ίδιες θετικές αξίες.

Για τα μορφωμένα μητροπολιτικά στρώματα, η κριτική αυτή μπορεί να εκφράζει μια ριζοσπαστική, μετααποικιακή αντίληψη της πολιτικής. Για πληθυσμούς μεταναστευτικής καταγωγής που βιώνουν κοινωνικές διακρίσεις και δυσκολίες ένταξης, μπορεί να λειτουργεί ως ερμηνεία της δικής τους κοινωνικής εμπειρίας. Οι διαφορετικές αφετηρίες συναντώνται στην καταγγελία ενός κοινού αντιπάλου: της ίδιας της γαλλικής κοινωνίας όπως ιστορικά συγκροτήθηκε.

Η κοινή άρνηση επιτρέπει, έτσι, να παραμερίζονται προσωρινά οι εσωτερικές αντιφάσεις της συμμαχίας. Ωστόσο, κατά τον Τουρνιέ, αυτή η στρατηγική ενδέχεται να ενθαρρύνει την περιχαράκωση στις επιμέρους ταυτότητες, να δυσχεραίνει την κοινωνική ενσωμάτωση και να ενισχύει τις αντιθέσεις ανάμεσα στα λαϊκά στρώματα διαφορετικής καταγωγής. Η διαπίστωση υπαρκτών διακρίσεων είναι, ασφαλώς, διαφορετικό ζήτημα από τη γενικευμένη απόρριψη της κοινωνίας ως εγγενώς εχθρικής. Η δεύτερη, όμως, μπορεί να αποδειχθεί πολιτικά αποτελεσματικότερη ως στοιχείο συσπείρωσης.

Αυτή η δυναμική συνδέεται και με όσα περιέγραψε ο Κεπέλ: όσο η μία πλευρά ενισχύει την ταυτοτική διάσταση της αντιπαράθεσης, τόσο διευκολύνει την αντίδραση της άλλης, τροφοδοτώντας έναν φαύλο κύκλο πόλωσης.

Το δεύτερο αδιέξοδο είναι οικονομικό. Ο Τουρνιέ αμφισβητεί τη βιωσιμότητα μιας πολιτικής που υπόσχεται αύξηση μισθών, μείωση του χρόνου εργασίας και επέκταση των κοινωνικών παροχών χωρίς αντίστοιχη αύξηση της παραγωγικής βάσης. Θυμίζει την εμπειρία του 1981, όταν η ενίσχυση της κατανάλωσης σε μια ανοιχτή οικονομία αύξησε τις εισαγωγές και τις οικονομικές ανισορροπίες.

«Επειδή υπήρξε ισχυρή ανάπτυξη, κατέστη δυνατή η γενναιόδωρη κοινωνική προστασία», υποστηρίζει, αντιστρέφοντας τη συνήθη αιτιώδη σχέση. Εδώ η κριτική του συναντά, από διαφορετική αφετηρία, εκείνη του Γκιλλουΐ: η αναδιανομή δεν μπορεί να υποκαταστήσει την παραγωγική ανασυγκρότηση.

Αυτό είναι ίσως το ουσιαστικό αδιέξοδο πίσω από την κατάρρευση του μακρονικού κέντρου. Η Γαλλία δεν δυσκολεύεται μόνο να εκπληρώσει την υπόσχεση κοινωνικής ανόδου· δυσκολεύεται να αναγνωρίσει ένα κοινό πολιτικό υποκείμενο που θα την επαναδιατυπώσει. Χωρίς παραγωγική ανασυγκρότηση, κοινωνική προστασία και κοινό πολιτισμικό ορίζοντα, οι διαφορετικές νησίδες του γαλλικού αρχιπελάγους μπορούν να συνεχίσουν να εξεγείρονται απέναντι στο ίδιο αδιέξοδο, χωρίς να συναντώνται σε μια κοινή διέξοδο.


Πηγές

  1. Ζερόμ Φουρκέ, συνέντευξη στην El País, 17.10.2026: https://elpais.com/internacional/2026-10-17/jerome-fourquet-sociologo-estamos-ante-el-final-de-un-reinado-en-francia.html
  2. Κριστόφ Γκιλλουΐ, συνέντευξη στο Le Point, αναδημοσίευση 13.10.2026: https://stephane-sautarel.fr/entretien-christophe-guilluy-les-elites-ne-comprennent-plus-la-realite-du-pays/
  3. Ζιλ Κεπέλ, συνέντευξη στο L’Express, Οκτώβριος 2026: https://www.lexpress.fr/idees-et-debats/la-france-est-confrontee-a-une-crise-didentite-sans-precedent-lanalyse-de-gilles-kepel-KZH4ECHKZFA2FI7GVS2WI6F2GY/
  4. Μαρσέλ Γκωσέ, συνέντευξη στον Στεφάν Ροζές, La Nouvelle Revue Politique, Ιανουάριος 2026: https://nouvellerevuepolitique.fr/entretien-avec-marcel-gauchet-par-stephane-rozes-la-societe-produit-des-individus-qui-ne-se-reconnaissent-pas-en-elle/
  5. Μισέλ Ονφρέ, Face à Michel Onfray, 17.10.2026: https://www.dailymotion.com/video/xboz2fe
  6. Μισέλ Ονφρέ, συνέντευξη για το Décadence, Le Point, 05.01.2017: https://www.lepoint.fr/societe/onfray-et-la-decadence-de-l-occident-05-01-2017-2094727_23.php
  7. Βενσάν Τουρνιέ, συνέντευξη στο Atlantico, 17.05.2026: https://atlantico.fr/article/decryptage/lfi-parti-de-la-ghettoisation-socio-economique-de-ses-electeurs-citoyens-extreme-gauche-vote-democratie-Jean-Luc-Melenchon-fragmentations-sociales-Vincent-Tournier

ΣΧΕΤΙΚΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ