Στα πρώτα δύο μέρη του αφιερώματος για την άνοδο της AfD (Η γερμανική πολιτική σκηνή υπό κρίση – Η ιστορική άνοδος της AfD & Η AfD ως κομμάτι της γερμανικής κοινωνίας – η εδραίωση της ως πολιτική εναλλακτική) δόθηκε βάση στην ιστορική ανέλιξη του κόμματος στο προσκήνιο της γερμανικής πολιτικής σκηνής και επιχειρήθηκε η ανάλυση του προφίλ των ψηφοφόρων της. Σε αυτό το τρίτο και τελευταίο μέρος θα εστιάσουμε στην ιστορική στάση του γερμανικού πολιτικού κατεστημένου απέναντι στην AfD και, κυρίως, στην τρέχουσα πολιτική κατάσταση, όπως αυτή διαμορφώνεται στον απόηχο των τελευταίων εκλογικών αναμετρήσεων.
του Αναστάση Μπαλτατζή
Από την πρώτη εμφάνιση της AfD μέχρι και σήμερα, τα υπόλοιπα κόμματα που εκπροσωπούνται στο ομοσπονδιακό ή στα κρατιδιακά κοινοβούλια δηλώνουν σταθερά την άρνησή τους να συνεργαστούν μαζί της, είτε για τον σχηματισμό κυβερνήσεων είτε ακόμη και για τη υπερψήφιση μεμονωμένων κοινών νομοσχεδίων. Η πολιτική αυτή είναι γνωστή στην Γερμανία ως Brandmauer και μπορεί να μεταφραστεί στα ελληνικά ως τοίχος προστασίας. Αυτή η άρνηση συνεργασίας προκαλούσε έντονες αναταράξεις κάθε φορά που νομοσχέδια από τα υπόλοιπα κόμματα υπερψηφίζονταν τελικά χάρη στις ψήφους της AfD. Αν και η γραμμή αυτή τηρούνταν σε κρατιδιακό και ομοσπονδιακό επίπεδο, τα τελευταία χρόνια είχε αρχίσει να παρακάμπτεται σε δημοτικό επίπεδο, εξαιτίας των αλλαγών στους τοπικούς συσχετισμούς δυνάμεων [1].
Όλα αυτά ίσχυαν μέχρι και την Τρίτη 6 Οκτωβρίου. Την ημέρα αυτή διεξήχθη η ψηφοφορία για εκλογή του προέδρου και των αντιπροέδρων της βουλή στην Σαξονία-Άνχαλτ. Για την εκλογή τους απαιτούνταν 42 συνολικά ψήφοι, με την AfD και το BSW (κόμμα της Ζάρα Βάγκενκνεχτ) να συγκεντρώνουν 44 έδρες και να έχουν δηλώσει ότι θα ψηφίσουν των υποψήφιο της AfD Τομπίας Ράους. Εν τέλει, ο ίδιος στην μυστική ψηφοφορία που ακολούθησε έλαβε 48 ψήφους —δηλαδή 4 επιπλέον ψήφους από βουλευτές άλλων κομμάτων. Παρόμοια ήταν η εξέλιξη και στην ψηφοφορία για τον αντιπρόεδρο, στην οποία ο Χανς-Τόμας Τιλσνάιντερ[1] εξελέγη με 44 ψήφους. Ενδιαφέρον εδώ προκαλεί όμως το ότι το BSW είχε δηλώσει ότι δεν θα ψηφίσει τον συγκεκριμένο υποψήφιο. Αν αυτή η δηλώσει ισχύει τότε αυτό σημαίνει ότι πάλι οι ψήφοι προήλθαν από κάποιο άλλο κόμμα. Ως έτερος αντιπρόεδρος εξελέγη και ο Κάρστεν Μπόρχερτ από τους Χριστιανοδημοκράτες με 64 ψήφους (ψηφίστηκε άρα σίγουρα από μέρος της AfD), ενώ ο υποψήφιος των Σοσιαλδημοκρατών απέτυχε να εκλεγεί.
Όπως αναμενόταν η εκλογή των Ράους και Τιλσνάιντερ προκάλεσε ισχυρούς πολιτικούς κραδασμούς στη Γερμανία. Όχι επειδή αυτή δεν αναμενόταν, αλλά επειδή καθώς φαίνεται μέλη των Χριστιανοδημοκρατών ψήφισαν τουλάχιστον για έναν από τους δύο. Αν και για καμία από τις δύο εκλογές δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι οι ψήφοι προήλθαν από άλλα κόμματα, κάτι τέτοιο θεωρείται από τον γερμανικό Τύπο απίθανο. Όσον αφορά την εκλογή του δεύτερου, ο επικεφαλής των Χριστιανοδημοκρατών στην Σαξονία-Άνχαλτ Σβεν Σούλτσε απέκλεισε την πιθανότητα οι ψήφοι να προήλθαν από το κόμματα του, η αλήθεια είναι όμως ότι ο ίδιος δεν έχει πλέον την στήριξη των βουλευτών του. Πληροφορίες του γερμανικού Τύπου αφήνουν να εννοηθεί ότι οι επιπλέον ψήφοι σχεδόν σίγουρα προήλθαν από κύκλους των Χριστιανοδημοκρατών, ενώ κύκλοι της AfD δηλώνουν ότι υπήρξε συνεννόηση μεταξύ των δύο κομμάτων.
Για τα πρακτικά, σε συνέχεια της εκλογής του προεδρείου της βουλής, ακολουθεί η εκλογή πρωθυπουργού για την οποία οι συζητήσεις είναι ήδη σε εξέλιξη. Ο επικεφαλής της AfD στην Σαξονία-Άνχαλτ, Ούλριχ Ζίγκμουντ δήλωσε ότι δεν θα καλέσει ακόμα σε ψηφοφορία για την εκλογή, καθώς του λείπουν οι απαραίτητες ψήφοι. Το BSW αξιώνει πρωθυπουργό κοινής συναίνεσης ενώ φαίνεται ότι οι διαρροές των Χριστιανοδημοκρατών δεν είναι ακόμα σε αυτό το επίπεδο ώστε να στηρίξουν ανοιχτά κυβέρνηση της AfD. Όπως και να έχει όμως το αναφερθέν συμβάν αποτελεί τομή στην μεταπολεμική ιστορία της Γερμανίας [2,3].
Οι πολιτικοί κραδασμοί έφτασαν γρήγορα στο Βερολίνο, προκαλώντας περαιτέρω τριγμούς στον κυβερνητικό συνασπισμό. Οι Σοσιαλδημοκράτες προέβησαν σε συμβολική διαμαρτυρία στην πλατεία που οι ναζί έκαψαν βιβλία (Bebelplatz), ζητώντας εξηγήσεις από τον κυβερνητικό τους εταίρο. Οι Χριστιανοδημοκράτες μετά από την πρώτη άρνηση να παραδεχτούν ότι οι ψήφοι προήλθαν από τους κόλπους του, άφησαν να εννοηθεί από διάφορα στόματα ότι αυτό ίσως και να έγινε, ασκώντας παράλληλα κριτική στο ενδεχόμενο αυτό [4].
Από την άλλη πλευρά, οι Χριστιανοδημοκράτες πέρασαν στην αντεπίθεση, καλώντας τον κυβερνητικό τους εταίρο να μην προβεί σε συνασπισμό με την Αριστερά για την σχηματισμό κυβέρνησης στο Βερολίνο. Η αλήθεια είναι ότι από τις κρατιδιακές εκλογές στο Βερολίνο τον περασμένο Σεπτέμβριο οι Χριστιανοδημοκράτες έχουν επικεντρώσει πολύ περισσότερο την προσοχή τους στην αποτροπή μία συγκυβέρνησης της Αριστεράς, με τους Σοσιαλδημοκράτες και τους Πράσινους στην γερμανική πρωτεύουσα παρά στην ίδια την AfD. Αφορμή γι’ αυτό αποτελεί το πρόγραμμα κοινωνικοποιήσεων των μεγάλων εταιρειών ακινήτων στο Βερολίνο[2], που ήταν η «σημαία» της Αριστεράς στις εκλογές καθώς και τις κατηγορίες για αντισημιτισμό που βαραίνουν την τοπική της ομάδα στην περιοχή Νοϊκέλν –οι οποίες λόγω του γερμανικού παρελθόντος έχουν ιδιαίτερη βαρύτητα[3]. Για την ιστορία, παρότι το κόμμα της Αριστεράς έχει συνυπάρξει σε αρκετές συγκυβερνήσεις τα τελευταία χρόνια (πολλές από αυτές με τους Σοσιαλδημοκράτες), η πολιτική αντιμετώπιση τους από τους Χριστιανοδημοκράτες ήταν εξισωτική με εκείνη προς την AfD, ενώ υπήρχε και σχετικό κομματικό ψήφισμα για «τείχος προστασίας» απέναντι και στα δύο κόμματα [5].
Ενδεικτικά ο επικεφαλής των Χριστιανοκοινωνιστών στην Βαυαρία, Μάρκους Ζέντερ, δήλωσε μετά την νίκη της Αριστεράς στο Βερολίνο ότι θα διακόψει την χρηματοδότηση που λαμβάνει η πρωτεύουσα από την Βαυαρία στο πλαίσιο του ομοσπονδιακού μηχανισμού οικονομικής εξισορρόπησης των κρατιδίων, σε περίπτωση που σχηματιστεί αριστερόστροφη κυβέρνηση στο Βερολίνο, δήλωση που μάλιστα επανέλαβε [4]. Η ειρωνεία είναι, ότι όταν ο ίδιος ρωτήθηκε μετά την νίκη της AfD εάν θα προέβαινε σε αντίστοιχη κίνηση, κόβοντας την χρηματοδότηση σε μία κυβέρνηση της AfD στην Σαξονία-Άνχαλτ, χαρακτήρισε τέτοια σενάρια «παράλογα» [7,8].
Όλα αυτά συμβαίνουν ενόψει νέων μέτρων τα οποία θα πρέπει να περάσει ο κυβερνητικός συνασπισμός τους επόμενους μήνες. Αυτά αφορούν την αναδιάταξη του συνταξιοδοτικού συστήματος, η οποία συζητιέται έντονα τις τελευταίες εβδομάδες με την καθιέρωση του ορίου ηλικίας στα 67 έτη και την αυστηροποίηση των προϋποθέσεων συνταξιοδότησης, κόντρα στις αρχικές δεσμεύσεις της προγραμματικής συμφωνίας. Άλλα ανοιχτά θέματα είναι η εισαγωγή νέων φόρων και ο προϋπολογισμός του 2027. Μπορεί η τριμηνιαία συνάντηση των δύο πλευρών που πραγματοποιήθηκε στις 8 Οκτωβρίου να κατέληξε σε καλό κλίμα, η συγκυβέρνηση έχει όμως να ανέβει ένα βουνό με τις δημοσκοπήσεις να μην είναι με το μέρος της [9].
Το μεγαλύτερο μέρος των Γερμανών σύμφωνα με τις τελευταίες δημοσκοπήσεις θεωρεί αποτυχημένη την θητεία του Φρίντριχ Μερτς. Το ποσοστό δυσαρέσκειας αγγίζει το 67% στην τελευταία δημοσκόπηση της Ipsos, ενώ σε άλλες δύο δημοσκοπήσεις μόλις 15% και 11% δηλώνουν ευχαριστημένοι από τον Γερμανό καγκελάριο. Παράλληλα οι Χριστιανοδημοκράτες υποχωρούν πλέον κάτω από το όριο του 20% στις δημοσκοπήσεις και οι Σοσιαλδημοκράτες κινούνται κοντά στο 13,5%, ενώ δεν έχουν συμπληρωθεί δύο χρόνια από τις τελευταίες ομοσπονδιακές εκλογές (όπου συγκέντρωσαν 28,5% και 16,4% αντίστοιχα). Πριν λίγα χρόνια, ο Μερτς από την αντιπολίτευση ήταν αυτός που κουνούσε το δάχτυλο στον τότε καγκελάριο Σολτς ότι θα πρέπει να παραιτηθεί -του οποίου βέβαια η αποδοχή, αν και χαμηλή, ήταν πολύ μεγαλύτερη από αυτή του Μερτς. Ο Μερτς καταγράφεται πλέον ως ο λιγότερο δημοφιλής καγκελάριος στην ιστορία της Γερμανίας [6,10].
Στους κύκλους των Χριστιανοδημοκρατών συζητιέται εδώ και αρκετό καιρό η αντικατάσταση του καγκελαρίου. Το πρόβλημα είναι ότι ούτε υπάρχει ξεκάθαρος υποψήφιος, ούτε πλάνο διαδοχής, ούτε και κάποιο στέλεχος που θα πάρει την πρωτοβουλία να βγει μπροστά. Αυτή την στιγμή, το πιθανότερο πρόσωπο είναι ο πρωθυπουργός της Ρηνανίας-Βεστφαλίας Χέντρικ Βιστ, ενώ το όνομα του Μάρκους Ζέντερ δεν απουσιάζει από την συζήτηση. Ένας συνδυασμός παραγόντων όμως δεν επέτρεψαν ακόμα την αλλαγή. Ένας από αυτούς είναι οι εκλογές στο κρατίδιο του Βιστ που είναι προγραμματισμένες τον Απρίλιο του 2027, εκλογές τις οποίες οι Χριστιανοδημοκράτες δεν αντέξουν να χάσουν. Αίσθηση του αρθρογράφου είναι ότι και το χρονικό σημείο δεν βολεύει για την αλλαγή, ενόψει των αντιδημοφιλών μεταρρυθμίσεων που καλείται να περάσει η συγκυβέρνηση τους επόμενους μήνες. Αν προχωρήσει το σενάριο της αντικατάστασης θα συμβεί αφού ο Μερτς επωμιστεί το φορτίο των μεταρρυθμίσεων και αποχωρήσει μαζί με αυτό.
Κλείνοντας το κείμενο θα αναφερθούμε και στις σκέψεις αντιμετώπισης της AfD μέσω των συνταγματικών μηχανισμών. Αυτό αφορά σε δύο σημεία προς το παρόν.
Το πρώτο είναι το ενδεχόμενο απαγόρευσης του κόμματος. Το γερμανικό σύνταγμα προβλέπει της απαγόρευση κομμάτων εάν τηρούνται τρεις προϋποθέσεις: η απειλή για τον φιλελεύθερο-δημοκρατικό χαρακτήρα του πολιτεύματος, η ενεργή, μαχητική του στάση για την ανατροπή του πολιτεύματος και η ύπαρξη πραγματικών δυνατοτήτων ανατροπής του[5]. Η αίτηση μπορεί να υποβληθεί από το κοινοβούλιο, το ομοσπονδιακό συμβούλιο ή την κυβέρνηση, ενώ αρμόδιο όργανο για την λήψη της τελικής απόφασης είναι το ομοσπονδιακό δικαστήριο της Καρλσρούης. Η αλήθεια είναι ότι το γερμανικό πολιτικό σύστημα είναι αρκετά διαιρεμένο ως προς αυτή την προοπτική. Ο Μερτς θεωρεί ότι αυτό θα δημιουργήσει πολιτικούς «μάρτυρες», ενώ οι Σοσιαλδημοκράτες ζητούν την δημιουργία ομάδων εργασίας για την νομική προεργασία [11,13].
Το δεύτερο είναι η χρήση του άρθρου 37 του γερμανικού συντάγματος γνωστού και ως Bundeszwang (πιο πιστή μετάφραση στα ελληνικά θα ήταν ο όρος «ομοσπονδιακός καταναγκασμός»). Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση εξετάζει την εφαρμογή του άρθρου αυτού σε περίπτωση που μία κυβέρνηση της AfD στην Σαξονία-Άνχαλτ προσπαθεί να παρεκκλίνει από τις «αρχές του δημοκρατικού, ρεπουμπλικανικού και κοινωνικού κράτους δικαίου, κατά την έννοια του παρόντος Συντάγματος». Αυτό γιατί πολλά από τα κύρια σημεία του προγράμματος της AfD αντιτίθενται στην νομοθεσία του κεντρικού κράτους (π.χ. δικαίωμα ασύλου ή τη μη εφαρμογή των κυρώσεων κατά της Ρωσία) [14].
Δεν αποτελεί υπερβολή να ειπωθεί ότι το πολιτικό τοπίο στην Γερμανία είναι σήμερα πιο τεταμένο από ποτέ στην μεταπολεμική ιστορία της χώρας. Η συγκυβέρνηση διανύει μόλις το δεύτερο έτος της και ήδη αντιμετωπίζεται ως η πιο αντιδημοφιλής της σύγχρονής ιστορίας της Γερμανίας. Η AfD έχει καταφέρει να γιγαντωθεί χρησιμοποιώντας αυτές τις ευκαιρίες και επηρεάζει πλέον ευθέως την γραμμή που χαράσσει η κυβέρνησης εκμεταλλευόμενη και τις εσωτερικές αντιθέσεις του δικομματισμού. Οι επόμενοι μήνες με τις μεταρρυθμίσεις που αναμένεται να περάσει η κυβέρνηση θα φανούν καθοριστικοί για την πολιτική σταθερότητα στη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης.
Για να στηρίξετε το Άρδην μπορείτε να κάνετε μια προσφορά ΕΔΩ.
[1]: https://www.stuttgarter-nachrichten.de/wissen/brandmauer-bedeutung-politik-mhsd-79217397.html
[2]: https://www.zeit.de/politik/deutschland/2026-10/landtag-sachsen-anhalt-konstituierung-afd-bsw-live
[3]: https://www.zeit.de/politik/deutschland/2026-10/friedrich-merz-afd-cdu-sachsen-anhalt-bsw-gxe
[4]: https://www.tagesschau.de/inland/innenpolitik/spd-reaktion-koalition-sachsenanhalt-100.html
[10]: https://dawum.de/Bundestag/
[12]: https://www.zdfheute.de/politik/deutschland/afd-verbot-huerden-pruefung-100.html
[1] Ο Χανς-Τόμας Τιλσνάιντερ αποτέλεσε στο παρελθόν ένα από τα ηγετικά μέλη της «Φτερούγας» του Μπιόρν Χέκε και φαίνεται να είναι ο αρχιτέκτονας του προγράμματος της AfD στην Σαξονία-Άνχαλτ. Παράλληλα είναι ένθερμος υποστηρικτής της Ρωσίας. [15,16]
[2] Το 2021 παράλληλα με τις τοπικές και τις ομοσπονδιακές εκλογές στο Βερολίνο διεξήχθη το δημοψήφισμα για την κοινωνικοποίηση όσων εταιριών κατέχουν άνω των 3000 κατοικιών. Το 59% ψήφισε «ναι». Το δημοψήφισμα αυτό δεν συνιστούσε πρόταση νόμου, αλλά περισσότερο πολιτική εντολή στην επόμενη κυβέρνηση να ασχοληθεί με το θέμα ώστε να κατατεθεί πρόταση νόμο πάνω στο ερώτημα. Στο σήμερα, η Αριστερά και δευτερευόντως οι Πράσινοι έκαναν πολιτική καμπάνια για την εφαρμογή του. Οι Σοσιαλδημοκράτες, αν και το έχουν υπερψηφίσει εσωτερικά την πρόταση, εξέλεξαν υποψήφιο ο οποίος αντιτίθεται στην εφαρμογή της [17].
[3] Προσωπική εκτίμηση του συντάκτη είναι ότι οι Χριστιανοδημοκράτες ανησυχούν πολύ περισσότερο για το πρώτο και δεν θέλουν να απογοητεύσουν ακόμα παραπάνω το συντηρητικό τους ακροατήριο.
[4] Εδώ να αναφέρουμε ότι θεωρητικά μπορεί να σχηματιστεί κυβέρνηση υπό τους Χριστιανοδημοκράτες μαζί με τους Πράσινους και τους Σοσιαλδημοκράτες, το σενάριο όμως αυτό συγκεντρώνει μικρές πιθανότητες.
[5] Επί παραδείγματι, στο τελευταίο κριτήριο είχε αποτύχει η απαγόρευση του NPD το 2017, ακριβώς επειδή το ακροδεξιό κόμμα δεν θεωρούταν πολιτικά ικανό ώστε να μπορεί να ανατρέψει το πολίτευμα [12].
