Ardin-rixi.gr
Τρία χρόνια μετά τις επιθέσεις της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023 και τον καταστροφικό πόλεμο που ακολούθησε, η παλαιστινιακή κοινωνία αναπτύσσει αξιοσημείωτη στάση απέναντι στο μείζον πολιτικό της ζήτημα, της αυτοδιάθεσης και των σχέσεών της με το Ισραήλ: ενώ οι συνθήκες διαβίωσης έχουν επιδεινωθεί δραματικά, η κοινή γνώμη δεν έχει στραφεί προς τη ριζοσπαστικοποίηση και την ολοκληρωτική αντιπαράθεση με το Ισραήλ. Αντιθέτως, καταγράφεται μια ενίσχυση των μετριοπαθών πολιτικών επιλογών, αυξανόμενη απογοήτευση από τη Χαμάς και τη Φατάχ, καθώς και αναζήτηση μιας ρεαλιστικής πολιτικής διεξόδου.
Αυτά είναι τα βασικά πορίσματα μιας εκτεταμένης έρευνας του Arab Barometer, την οποία παρουσιάζουν οι Michael Robbins, Amaney Jamal και Mark Tessler στο Foreign Affairs της 2ας Οκτωβρίου 2026. Η έρευνα πραγματοποιήθηκε τον Οκτώβριο του 2025, με προσωπικές συνεντεύξεις 855 κατοίκων της Γάζας και 800 της Δυτικής Όχθης.
Τα ευρήματα για τις συνθήκες διαβίωσης είναι συγκλονιστικά. Το 85% των κατοίκων της Γάζας είχε εκτοπιστεί τουλάχιστον μία φορά από την έναρξη του πολέμου, ενώ από αυτούς το 70% είχε εκτοπιστεί τρεις ή περισσότερες φορές. Το 61% των νοικοκυριών δήλωσε ότι κάποιος στην οικογένεια έχασε την εργασία του λόγω του πολέμου. Λιγότεροι από τους μισούς ερωτηθέντες είχαν καταφέρει να φάνε καθημερινά κατά την προηγούμενη εβδομάδα, ενώ μόλις το 9% είχε πρόσβαση σε ηλεκτρικό ρεύμα και το 6% σε καύσιμα ή αέριο μαγειρέματος.
Στη Δυτική Όχθη, το 92% χαρακτήριζε την οικονομική κατάσταση κακή ή πολύ κακή, το 51% αντιμετώπιζε προβλήματα επάρκειας τροφίμων και μόλις το 58% αισθανόταν ασφαλές στη γειτονιά του. Κι όμως, παρά την καταστροφή, η πλειονότητα των κατοίκων της Γάζας δεν επιθυμούσε να εγκαταλείψει τον τόπο της.
Η επιδείνωση των υλικών συνθηκών, δεν μεταφράζεται όμως σε πολιτική ριζοσπαστικοποίηση. Το ποσοστό όσων στη Γάζα υποστηρίζουν τη λύση των δύο κρατών αυξήθηκε από 54% τον Οκτώβριο του 2023 σε 64% τον Οκτώβριο του 2025. Στη Δυτική Όχθη έφτασε το 56%, 7 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερα από το 2023. Αντιθέτως, η επιλογή «άλλη λύση», που συχνά εκφράζει προτίμηση στην ένοπλη αντίσταση, μειώθηκε στη Γάζα από 20% σε μόλις 7%.
Η μεταστροφή είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα στους νέους. Στην ηλικιακή ομάδα 18–29 ετών, η υποστήριξη της «άλλης λύσης» υποχώρησε από 27% σε 14%. Μια νεότερη έρευνα του Παλαιστινιακού Κέντρου Πολιτικής και Δημοσκοπικών Ερευνών, τον Αύγουστο του 2026, επιβεβαιώνει την τάση: το 61% των κατοίκων της Γάζας προτιμά δύο κράτη στα σύνορα του 1967, ενώ το 65% συμφωνεί ότι η ένοπλη αντίσταση απέτυχε να προστατεύσει τους Παλαιστινίους και αντίθετα προκάλεσε καταστροφές.
Ανάλογος πραγματισμός καταγράφεται και στο ζήτημα της εξομάλυνσης των σχέσεων μεταξύ Ισραήλ και αραβικών κρατών. Μόλις το 11% των Παλαιστινίων την υποστηρίζει ανεπιφύλακτα. Όταν, όμως, συνδέεται με τη δημιουργία ανεξάρτητου παλαιστινιακού κράτους, το ποσοστό υποστήριξης ανεβαίνει στο 50% στη Γάζα και υπερβαίνει το ένα τέταρτο στη Δυτική Όχθη. Η αντίθεση, συνεπώς, δεν αφορά αναγκαστικά την συνύπαρξη με το Ισραήλ, αλλά για μια διπλωματική προσέγγιση που παρακάμπτει το αίτημα για την αυτοδιάθεση της Παλαιστίνης.
Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η κρίση αντιπροσώπευσης. Μόλις το 1/3 των κατοίκων της Γάζας εμπιστεύεται την κυβέρνηση της Χαμάς, ποσοστό που δεν παρουσιάζει ουσιαστική βελτίωση συγκριτικά με το 2023.
Στην ερώτηση για το τι θα ψήφιζαν σε υποθετικές παλαιστινιακές βουλευτικές εκλογές, η Χαμάς συγκεντρώνει μόλις 19% (22% στη Γάζα και 17% στη Δυτική Όχθη), ενώ η Φατάχ περιορίζεται στο 16% (19% και 14% αντίστοιχα). Αξιοσημείωτο είναι ότι η υποστήριξη της Χαμάς στη Γάζα έχει μειωθεί από 24% το 2023 σε 22% το 2025, ενώ στη Δυτική Όχθη έχει αυξηθεί από 9% σε 17%. Ωστόσο, η κυρίαρχη τάση δεν είναι η ενίσχυση κάποιας από τις δύο παρατάξεις, αλλά η πολιτική αποστασιοποίηση: το 55% των Παλαιστινίων δεν θα υποστήριζε κανένα από τα κόμματα των προηγούμενων εκλογών ή δεν θα ψήφιζε καθόλου, ποσοστό που φτάνει το 63% στη Δυτική Όχθη και το 43% στη Γάζα.
Η μεγαλύτερη πολιτική δύναμη στην Παλαιστίνη δεν είναι πλέον κάποια από τις δύο παρατάξεις, αλλά οι πολιτικά αποξενωμένοι. Αυτό δεν σημαίνει ότι η κοινωνία εγκατέλειψε την επιθυμία για δημοκρατία. Στη Δυτική Όχθη, το 77% εξακολουθεί να θεωρεί τη δημοκρατία το καλύτερο πολίτευμα, αν και το 51% αποδέχεται την ανάγκη για μια ισχυρή ηγεσία που «να κάνει την δουλειά» ακόμα και παρακάμπτοντας τους κανόνες. Το αντιφατικό αίτημα για εκδημοκρατισμό, και ισχυρή ηγεσία ταυτόχρονα αντικατοπτρίζει την πολιτική κόπωση του πληθυσμού, που θα ήθελε μια διέξοδο, δεν αντιπροσωπεύεται από τις παρούσες πολιτικές επιλογές, και ομνύει στην έλευση μιας ηγεσίας που θα την επέβαλε.
Στην ισραηλινή κοινωνία, αντίθετα, οι επιθέσεις της 7ης Οκτωβρίου επέτειναν τη δυσπιστία και την αδιαλλαξία. Σύμφωνα με δημοσκόπηση του 2025, σχεδόν το 70% των Εβραίων Ισραηλινών απορρίπτει τη δημιουργία παλαιστινιακού κράτους υπό οποιεσδήποτε συνθήκες. Σε άλλη έρευνα του Ιουλίου 2026, το 72% θεωρούσε ότι οι Παλαιστίνιοι αντιτίθενται στις ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις.
Η εξέλιξη αυτή αποτέλεσε, εξ άλλου, και προσδοκία του ευρύτερου στρατηγικού υπολογισμού της Χαμάς ως προς τις επιθέσεις της 7ης Οκτωβρίου. Αναλυτές του αμερικανικού CSIS είχαν ήδη επισημάνει το 2023 ότι η οργάνωση ανέμενε μια σφοδρή ισραηλινή αντίδραση και επιδίωκε να αξιοποιήσει την επακόλουθη πόλωση, για να ανακτήσει πολιτική νομιμοποίηση και να υπονομεύσει τις προοπτικές εξομάλυνσης. Η παγίδευση του Ισραήλ σε μια αδιάλλακτη στάση μπορούσε, έτσι, να προσφέρει στη Χαμάς τον λόγο συνέχισης της ύπαρξής της: έναν διαρκή πόλεμο, χωρίς ορατή εναλλακτική.
Οι ισραηλινές εκλογές της 27ης Οκτωβρίου, βέβαια, ενδέχεται να μεταβάλλουν τους πολιτικούς συσχετισμούς. Ωστόσο, ακόμη και μια κυβερνητική αλλαγή δεν εγγυάται την αποδοχή της παλαιστινιακής κρατικής υπόστασης. Η απόσταση ανάμεσα στις δύο κοινωνίες παραμένει μεγάλη, αν και τα ευρήματα δείχνουν ότι μπορεί να γεφυρωθεί.
Υπόγεια φιλελεύθερη μεταστροφή
Τα παλαιστινιακά ευρήματα αποκτούν ευρύτερο ενδιαφέρον όταν συσχετιστούν με μια δεύτερη μελέτη, του κοινωνιολόγου Mansoor Moaddel, που δημοσιεύτηκε στο Foreign Affairs στις 15 Οκτωβρίου 2026 με τίτλο The Middle East’s Quiet Liberal Revolution.
Ο Moaddel παρουσιάζει διαχρονικές έρευνες που διεξήχθησαν μεταξύ 2000 και 2020 στην Αίγυπτο, το Ιράν, το Ιράκ, τη Σαουδική Αραβία και την Τουρκία. Το κεντρικό του συμπέρασμα είναι ότι κάτω από την κυριαρχία αυταρχικών και ισλαμιστικών πολιτικών συστημάτων αναπτύσσεται μια σταδιακή στροφή προς την εκκοσμίκευση, την ατομική αυτονομία και την ισότητα των φύλων.
Στην Αίγυπτο, το ποσοστό όσων συμφωνούν με τον διαχωρισμό θρησκείας και πολιτικής αυξήθηκε από 44% το 2007 σε 81% το 2020. Η υποστήριξη ενός δυτικού τύπου πολιτεύματος εκτινάχθηκε από 30% σε 82%. Ταυτόχρονα, το ποσοστό όσων θεωρούν μια ισλαμική κυβέρνηση «πολύ καλή» επιλογή μειώθηκε από 25% το 2011 σε 16% το 2020. Οι ερευνητές συνδέουν τη μεταβολή με την απογοήτευση από τη διακυβέρνηση της Μουσουλμανικής Αδελφότητας, αλλά και με την αναζήτηση αποτελεσματικότερων θεσμών.
Στο Ιράν, τα ποσοστά εμπιστοσύνης στους θρησκευτικούς θεσμούς μειώθηκαν από 59% το 2000 σε 36% το 2020. Όσοι θεωρούσαν σημαντικό τα παιδιά να αποκτούν θρησκευτική πίστη περιορίστηκαν από 71% σε 55%, ενώ η απόρριψη γειτόνων διαφορετικής θρησκείας υποχώρησε εντυπωσιακά, από 80% σε 34%. Οι τάσεις αυτές συνδέονται με την πολιτική αμφισβήτηση του θεοκρατικού καθεστώτος, που εκδηλώθηκε χαρακτηριστικά στο κίνημα «Γυναίκα, Ζωή, Ελευθερία» του 2022.
Στο Ιράκ, η υποστήριξη του διαχωρισμού θρησκείας και πολιτικής αυξήθηκε από 54% το 2004 σε 80% το 2018. Παράλληλα, το ποσοστό εκείνων που δηλώνουν την προτεραιότητα της εθνικής ταυτότητας έναντι της θρησκευτικής ενισχύθηκε από 23% (2004) στο 68% (2020). Η πικρή εμπειρία των σεκταριστικών εθνοθρησκευτικών συγκρούσεων φαίνεται ότι ενίσχυσε κατ’ αντιδιαστολή την ανάγκη μιας κοινής πολιτικής ταυτότητας, πέρα από τις διαιρέσεις.
Ακόμη και στην Τουρκία του Ερντογάν, η πρωταρχική ταύτιση με τη μουσουλμανική ταυτότητα μειώθηκε από 64% το 2001 σε 24% το 2020, ενώ η ταύτιση με την τουρκική εθνική ταυτότητα αυξήθηκε από 34% σε 63%. Ίσως εδώ να εντοπίζεται και ο καινούργιος αξονισμός του τουρκικού αυτοκρατορικού εγχειρήματος από τον νεο-οθωμανισμό, που παρ’ όλα αυτά συνεχίζει να λειτουργεί ως προς την Αφρική, την Κεντρική Ασία, ή το λεγόμενο «ευρωπαϊκό Ισλάμ», στο πιο κοσμικό αφήγημα της «Γαλάζιας Πατρίδας».
Οι τάσεις αυτές δεν συνεπάγονται ότι η Μέση Ανατολή οδεύει στο μονοπάτι της δυτικού τύπου φιλελεύθερης δημοκρατίας, όπως πίστευαν κάποιοι δυτικοί διανοούμενοι την δεκαετία του 1990.
Αποδεικνύουν, όμως, κάτι ουσιώδες: η πολιτική κυριαρχία του θρησκευτικού αυταρχισμού δεν συνεπάγεται και αντίστοιχη κοινωνική ηγεμονία. Αντιθέτως, η ίδια η εμπειρία της θρησκευτικής καταπίεσης, της σεχταριστικής βίας και της αποτυχίας των ισλαμιστικών πολιτικών εγχειρημάτων φαίνεται να ενθαρρύνει την αμφισβήτησή τους. Και οι διεργασίες αυτές συμβαίνουν στο ιδεολογικό και αξιακό υπόβαθρο, προτού αποφέρουν πολιτικούς κάρπους. Όπως εξ άλλου είχε συμβεί και πρωτύτερα, και με τον αραβικό εθνικισμό, και με την αναγέννηση του Ισλάμ.
Το παράδοξο των δυτικών κινημάτων
Εδώ ανακύπτει ένα τελευταίο, δυσάρεστο ζήτημα. Μήπως τμήματα της μουσουλμανικής διασποράς και των δυτικών κινημάτων αλληλεγγύης παραμένουν περισσότερο προσκολλημένα σε αδιάλλακτες πολιτικές αναπαραστάσεις από τις ίδιες τις κοινωνίες στο όνομα των οποίων κινητοποιούνται;
Μια έρευνα του Pew Research Center, τον Μάιο του 2026, κατέγραψε θετική γνώμη για τη Χαμάς στο 44% των μουσουλμάνων ερωτηθέντων στις ΗΠΑ, έναντι μόλις 10% του συνόλου των Αμερικανών. Τα ποσοστά δεν είναι άμεσα συγκρίσιμα με τις παλαιστινιακές μετρήσεις, ούτε επιτρέπουν γενικεύσεις για ολόκληρη τη διασπορά. Αναδεικνύουν, ωστόσο, ότι η ισλαμιστική οργάνωση εξακολουθεί να διαθέτει αξιοσημείωτη αποδοχή σε ένα τμήμα του μουσουλμανικού πληθυσμού της Δύσης.
Το πρόβλημα αποκτά συγκεκριμένο πολιτικό περιεχόμενο. Τον Μάρτιο του 2025 πραγματοποιήθηκαν στη Γάζα διαδηλώσεις εναντίον της Χαμάς, με αιτήματα τον τερματισμό του πολέμου και την αλλαγή πολιτικής. Ο Παλαιστίνιος δικηγόρος και αντιφρονούντας Moumen al-Natour, σε άρθρο του τον Ιούλιο του 2026, κατήγγειλε ότι ορισμένοι δυτικοί ακτιβιστές αντιμετωπίζουν τις αντιπολιτευόμενες τη Χαμάς παλαιστινιακές φωνές ως προδότες ή υποστηρικτές του Ισραήλ.
Αυτή ακριβώς είναι η αντίφαση ενός μέρους του αναπτυσσόμενου στη Δύση κινήματος. Εκείνου που διολισθαίνει σε άνευ όρων υποστήριξη της «αντίστασης», χωρίς διάκριση ανάμεσα στο δίκαιο αίτημα της αυτοδιάθεσης και τον ισλαμιστικό ολοκληρωτισμό. Εν τέλει, ηθελημένα ή άθελά του το κομμάτι αυτό καταλήγει να συντελεί στη διατήρηση της πολιτικής κυριαρχίας της Χαμάς.
Το παράδοξο λοιπόν είναι ότι, ενώ μέσα στη Μέση Ανατολή οι κοινωνίες επανεξετάζουν τις αυταρχικές ιδεολογίες που τις οδήγησαν σε αδιέξοδο, στη Δύση ένα μέρος του πολιτικού ακτιβισμού εξακολουθεί να τις εξιδανικεύει ως μορφές απελευθέρωσης.
