Κάποιες ιδιαίτερες όψεις της νίκης της «Φοιτητικής Λίστας» στη Σερβία και του κινήματος που προηγήθηκε: επανοικειοποίηση εθνικών παραδόσεων και συμβόλων / έμπρακτη ανασκευή του αφηγήματος των κρατούντων – συμπεριληπτικότητα / παλλαϊκή και πανεθνική απεύθυνση – αντίκτυπος στην ευρύτερη περιοχή
του Αργύρη Μακρή, πρέσβυ επί τιμή
Αντί προοιμίου
Στην ιστοσελίδα του «Άρδην» αναρτήθηκαν πρόσφατα δυο ενδιαφέροντα άρθρα που αναδεικνύουν με ανάγλυφο τρόπο τα εκπληκτικά χαρακτηριστικά του φοιτητικού κινήματος των τελευταίων δυο ετών στη Σερβία: τον αμεσοδημοκρατικό και οριζόντιο τρόπο λειτουργίας του, την συνειδητή απόρριψη «αρχηγών», την άρνηση για συμμετοχή των ίδιων των φοιτητών στο ψηφοδέλτιο, την επιτόπια προσέγγιση των απλών ανθρώπων σε όλη την επικράτεια και πολλά άλλα (βλ. «Σερβία: αντικαθεστωτική νίκη-όλες οι γενιές πανηγυρίζουν», του Νίκου Κόμπλα, 26.10.2026 και «Μετά την ήττα του Βούτσιτς: Πώς το φοιτητικό κίνημα της Σερβίας ανέτρεψε έναν αυταρχικό ηγέτη», του Michael Martens, αναδημοσιευμένο από την Frankfurter Allgemeine Zeitung, 3.11.2026). Συμπληρωματικά προς τα άρθρα αυτά, το παρόν κείμενο αποπειράται να σκιαγραφήσει, αδρομερώς, κάποιες επιπλέον πτυχές της αυτής της κινηματικής εποποιϊας, που συμβάλλουν, κατά την ταπεινή άποψη του γράφοντoς, στην περαιτέρω κατανόηση των τεκταινομένων, σε ευρύτερο πολιτιστικό και ιδεολογικό πλαίσιο.
Α. Η ανάκτηση / επανιδιοποίηση, από το κίνημα, στοιχείων της εθνικής/λαϊκής παράδοσης
Σε όλη τη διάρκεια της πολύχρονης διακυβέρνησης της χώρας από το «Σερβικό Προοδευτικό Κόμμα» και τον ηγέτη του Αλεκσάνταρ Βούτσιτς, η κυβερνητική πλευρά επεδίωκε –σε επίπεδο εκφερομένου δημοσίου λόγου– να μονοπωλεί τον πατριωτισμό, την εθνική υπερηφάνεια, τις παραδόσεις, τα ιερά και όσια του σερβικού λαού. Το φοιτητικό κίνημα, από τότε που αναδύθηκε πριν δυο περίπου χρόνια, έγινε αντικείμενο συστηματικής συκοφάντησης από την καθεστωτική πλευρά. Σταχυολόγηση των κυριότερων συκοφαντιών: οι κινητοποιούμενοι φοιτητές και οι περί αυτούς, είναι «μίσθαρνα όργανα ξένων δυνάμεων», δρουν «αντεθνικώς», εξυπηρετούν αντισερβικές σκοπιμότητες γειτονικών χωρών, προετοιμάζουν μία ακόμη «έγχρωμη επανάσταση» στην ανατολική Ευρώπη, είναι ή συμπράττουν με «ουστάσα»[1] και πολλά άλλα. Και φυσικά αποκαλούνταν απαξιωτικά, από τον ίδιο τον κ. Βούτσιτς, από κυβερνητικούς παράγοντες και προσκείμενα ΜΜΕ, «blokaderi» δηλ. ταραξίες που δεν κάνουν τίποτε άλλο παρά να μπλοκάρουν διαρκώς δρόμους, πλατείες, σχολές και γενικώς τα πάντα στη δημόσια ζωή.
Μια από τις μεγάλες επιτυχίες του φοιτητικού κινήματος και συνολικά των πολιτών που το συνόδευσαν, έγκειται στο ότι έσπασαν το «μονοπώλιο» (δηλαδή, ουσιαστικά, την καπήλευση) των εθνικών παραδόσεων και συμβόλων από το καθεστώς. Και τούτο ήρεμα, ειρηνικά, με ψυχραιμία, αυτοσυγκράτηση αλλά και αποφασιστικότητα, καθώς και -κατά περιπτώσεις– με πηγαίο χιούμορ: Στους δρόμους οι φοιτητές τραγουδούσαν γνωστά πατριωτικά άσματα, που παραπέμπουν σε τραγικές στιγμές της νεότερης σερβικής ιστορίας[2], αλλά και πολλά λαϊκά και δημοφιλή τραγούδια, μερικές φορές παραλλάσσοντας στίχους, για να διακωμωδήσουν τα κακώς κείμενα. Ας λεχθεί, με την ευκαιρία, ότι είναι παροιμιώδης η δημιουργικότητα και το ευφάνταστο των Σέρβων σε αυτό το πεδίο, καμιά φορά με «τολμηρό» τρόπο για «καθωσπρέπει» ψυχές, ένα «χάρισμα» για το οποίο και οι ίδιοι «σεμνύνονται» ή «αυτοσαρκάζονται», αλλά που τους το αναγνωρίζουν και πολίτες γειτονικών τους χωρών, όταν τους κρίνουν απροκατάληπτα, δηλ. πέρα από τις όποιες προκαταλήψεις (δικαιολογημένες ή αδικαιολόγητες) ή ιστορικές αντιπαλότητες. Προς συμπλήρωση της εικόνας, στις διαδηλώσεις δεν έλειψαν και υψωμένα εκκλησιαστικά λάβαρα, με απεικονίσεις οικείες στην «καθ’ημάς ορθόδοξη ανατολή».
Στην ίδια γραμμή σκέψης, πολύ σημαντική είναι, κατά τη γνώμη μου, η επανοικειοποίηση, από την πλευρά του κινήματος, της ευρείας χρήσης του κυριλλικού αλφαβήτου (στη σερβική του εκδοχή, εννοείται): στις ανακοινώσεις, τις προκηρύξεις, τα πλακάτ, τα πανώ, τα συνθήματα στους τοίχους κλπ. Για να αξιολογήσουμε πληρέστερα την σπουδαιότητα του πράγματος, ας αναφερθούμε, επιγραμματικά, στα ακόλουθα: Στη Σερβία το κυριλλικό είναι, τυπικά, το επίσημο αλφάβητο (λ.χ. στη νομοθεσία, στα προεδρικά διατάγματα κλπ). Πλην όμως στην καθημερινή πράξη, η χρήση του λατινικού, από πολίτες, εφημερίδες και έντυπα, κλπ (στην εκδοχή λατινικού που χρησιμοποιείται και σε άλλα μέρη της παλαιάς Γιουγκοσλαβίας) είναι ευρύτατα διαδεδομένη, αν όχι και περισσότερο ακόμη από εκείνη του κυριλλικού. Υπ’όψιν ότι, μέχρι το 1918, δηλ. την δημιουργία της λεγόμενης «πρώτης Γιουγκοσλαβίας» την επαύριο του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου («Βασίλειο Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων αρχικά – από 1929 έως 1941 «Βασίλειο της Γιουγκοσλαβίας»), στο Βελιγράδι όλες οι επιγραφές ήταν αποκλειστικά γραμμένες στα κυριλλικά, όπως μού έλεγε Σέρβος ιστορικός προ πολλών ετών. Θα πρόσθετα ότι, ιστορικά μιλώντας, η ευρεία παράλληλη χρήση και του λατινικού, από τους Σέρβους, συνιστά μεγάλη «πολιτιστική παραχώρηση» του έθνους αυτού προς χάριν του «γιουγκοσλαβισμού», της ιδέας για την ενότητα των «νοτίων Σλάβων», χωρίς οι άλλοι οι οποίοι μετέρχοντο του λατινικού να τους ανταποδώσουν, εθελουσίως και μαζικώς, την αβρότητα, δηλ. να γράφουν και εκείνοι, παράλληλα και στο κυριλλικό (παρόλο ότι στην λεγόμενη δεύτερη, τιτοϊκή, Γιουγκοσλαβία και τα δυο αλφάβητα ήταν, τυπικώς, ισότιμα και ισόκυρα). Μέγα και πολύ ευρύτερο θέμα, για πολλά βιβλία και διδακτορικά, που δεν είναι της παρούσης.
Για να το εκτιμήσουμε καλύτερα το όλον πράγμα, ας πάμε λίγο στα πιο «σύγχρονα»: Σε όλη την τραγική δεκαετία του 1990, το τότε φοιτητικό κίνημα και πλατύτερα τμήματα της κοινωνίας των πολιτών που πάλευαν για εκδημοκρατισμό, χρησιμοποιούσε, ως επί το πλείστον, το λατινικό αλφάβητο. Το ροκ εν ρολ και άλλα «δυτικά ακούσματα» κυριαρχούσαν, ούτε λόγος για δημοτικά ή λαϊκά τραγούδια (πολλώ μάλλον που μια μορφή καινούριου, τότε, «σκυλάδικου» μουσικού είδους – γνωστού ως turbo-folk, μετάφραση περιττή – είχε, εν πολλοίς συνδεθεί με ένα χώρο διαπλοκής μεταξύ «μαφίας» του κοινού ποινικού δικαίου και διακηρυκτικά «εθνο-πατριωτών», μάλιστα με αμφίβολο ρόλο (επιεικώς λεγόμενο) στις πολιτικές αλλά και αιματηρές εμπόλεμες ενδο-γιουγκοσλαβικές συρράξεις της εποχής. Γενικότερα, κυριαρχούσε στο δημόσιο λόγο, ρητά ή υπόρρητα, ένας σχεδόν «μανιχαϊστικός» διχασμός/δυϊσμός «προόδου – συντήρησης», όπου το πρώτο σκέλος του διπόλου ταύτιζε κάθε καλό με την «φιλελεύθερη και δημοκρατική Δύση» και όλα τα συμπαρομαρτούντα σε πολιτιστικό, ιδεολογικό και σημειολογικό επίπεδο. Και τούτο, εις βάρος της δημώδους ή νεότερης λαϊκής παράδοσης, της ορθόδοξης χριστιανικής παρακαταθήκης, του κυριλλικού αλφαβήτου και άλλων στοιχείων της σερβικής εθνικής ταυτότητας, ακριβώς επειδή αυτά είχαν κακοποιηθεί και εργαλειοποιηθεί, από το τότε καθεστώς. Τηρουμένων των αναλογιών φυσικά, ας αναλογιστούμε πόσο κακό έκανε στη χώρα μας ο διασυρμός της «πατρίδας-θρησκείας-οικογένειας» και άλλων πατροπαράδοτων αξιών (από τη χούντα και όχι μόνο) και πόσο τούτο «συνέβαλε», κατά την μακρά μας μεταπολίτευση, ώστε να μετακινηθεί το ιδεολογικό εκκρεμές στο άλλο άκρο (βλ. τα διάφορα εθνο-αποδομητικά ιδεολογήματα· για να μη μιλήσουμε βέβαια για την ελληνορθόδοξή μας παράδοση….[3]
Β. Συμπεριληπτικότητα / απεύθυνση προς όλους, χωρίς αποκλεισμούς / η αντανάκλαση του κινήματος στις χώρες της πρώην Γιουγκοσλαβίας και πέραν αυτής
Όπως αποτυπώθηκε και στα προαναφερθέντα άρθρα που δημοσίευσε το «Άρδην», οι φοιτητές διεξήγαγαν μια πρωτοφανή εκστρατεία προσέγγισης των πολιτών σε όλη την επικράτεια, πόλεις, κωμοπόλεις και χωριά. Και το έκαναν –θα συμπλήρωνα– όχι μόνο μέσα από τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης, αλλά με τα πόδια τους, την φυσική τους παρουσία, με την ψυχή τους και τις νεανικές τους αντοχές· επρόκειτο για μια «μακρά πορεία», που συνετίθετο από επιμέρους μικρότερες ή μεγαλύτερες «πορείες προς τον λαό». Συνέβαλαν καταλυτικά ώστε να καλυφθεί το κενό ενημέρωσης, να αναστραφεί η κυβερνητική παραπληροφόρηση και κυρίως να σπάσει ο φόβος, ιδίως σε μικρότερες επαρχιακές και αγροτικές κοινότητες. Και η κοινωνία τους ανταπέδωσε το θερμό αγκάλιασμα. Επιπροσθέτως, όπερ μεγίστης σπουδαιότητας στα συμφραζόμενα της χώρας και της ευρύτερης περιοχής, επεδίωξαν και επέτυχαν να εγκολπωθούν, πέραν των «καθαρόαιμων» Σέρβων, χριστιανών ορθοδόξων, «αγνωστικιστών» ή ό,τι άλλο, και τους εθνοτικά/θρησκευτικά «άλλους»: Χαρακτηριστική, εν προκειμένω, αλλά και εξόχως εμβληματική, είναι η περίπτωση της επαρχίας «Σάντζακ» (από το όνομα παλαιάς οθωμανικής διοικητικής μονάδας, γνωστής και ως «σαντζάκιον», στα ελληνικά παλαιότερων ιστορικών και συγγραφέων μας). Ο τόπος αυτός κατοικείται, κατά πλειονότητα, από σλάβους μουσουλμάνους, που αυτοαποκαλούνται (αλλά και επισήμως αναγνωρίζονται έτσι) «Βοσνιάκοι»[4]. Η «μεγάλη πορεία», επί το έργον: Ήταν πραγματικά συγκλονιστικό και συγκινητικό να βλέπεις στο Νόβι Πάζαρ (πρωτεύουσα του Σάντζακ), νεαρές Βοσνιάκες φοιτήτριες, με τις χαρακτηριστικές μαντήλες τους, να τραγουδάνε και να φωνάζουν συνθήματα, αγκαλιασμένες με Σέρβες συνομήλικές τους, ενδεδυμένες με «κοσμική περιβολή». Και ιδού το «θαύμα». Εκλογικά αποτελέσματα στο Σάντζακ την 25η Οκτωβρίου: Η «Φοιτητική Λίστα» κατήγαγε περιφανή νίκη, ήλθε πρώτη ξεπερνώντας σε ψήφους και τα τρία μείζονα βοσνιάκικα μειονοτικά κόμματα μαζί! Πνευματικός και πολιτικός σεισμός! Ασύλληπτο και ανήκουστο για τα δεδομένα, τόσο της επαρχίας όσο και όλης της περιοχής, τα τελευταία 35 χρόνια.
Το κίνημα στη Σερβία είχε άμεση αντανάκλαση σε όλες τις Δημοκρατίες της πρώην Γιουγκοσλαβίας αλλά και πέραν (σε βίντεο από επινίκιες συγκεντρώσεις στη Σερβία διέκρινα και ρουμανικές σημαίες). Κατ’ αρχάς, τούτο δεν είναι καινοφανές ή απρόσμενο: Πάντα οι πρώην «Γιουγκοσλάβοι» παρακολουθούν στενά τι συμβαίνει στον διπλανό τους (για καλό ή για κακό, με ουδέτερη, θετική ή αρνητική προδιάθεση). Παράλληλα, εδώ και πολλά χρόνια έχει αυξηθεί η πολιτιστική ώσμωση (λ.χ. μουσικά σχήματα ή μεμονωμένοι καλλιτέχνες που, περιοδεύοντας, συγκεντρώνουν ενθουσιώδη πλήθη, διαπερνώντας εγκαρσίως εθνικές/εθνοτικές γραμμές, στο Βελιγράδι, το Ζάγκρεμπ, το Σεράγεβο, την Ποντγκόριτσα, τη Λιουμπλιάνα, τα Σκόπια και όπου αλλού). Η όλη κατάσταση θα μπορούσε, συμπυκνωμένα, να συνοψισθεί σε δυο ελληνικές λαϊκές ρήσεις: «το αίμα νερό δεν γίνεται», αφενός, «μαζί δεν κάνουμε μα και χώρια δεν μπορούμε», αφετέρου. Το όλο θέμα θα δικαιολογούσε, κάλλιστα, χωριστή ανάλυση. Σε αυτό το περίπλοκο πολιτιστικό /ιδεολογικό /ιστορικό/ πολιτικό φόντο, δεν είναι να εκπλήσσεται κάποιος που το κίνημα στη Σερβία είχε/έχει άμεσο θετικό αντίκτυπο «στους γύρω», μιλάω για τους «απλούς» πολίτες, όχι για τους κυβερνώντες. Δειγματοληπτικά και μόνο, δυο στιγμιότυπα, που όμως αντικατοπτρίζουν γενικότερες τάσεις: α) Κροάτες/Κροάτισσες, στο Σπλιτ της Δαλματίας (Κροατία) να υψώνουν πανώ με συνθήματα συμπαράστασης προς τους κινητοποιούμενους Σέρβους γραμμένα στα κυριλλικά (ακριβώς πάνω σε επίμαχο συμβολικό επίπεδο, από κροατικής οπτικής γωνίας! (βλ. και ανωτέρω υπό Α’). β) Κροάτισσα, σχετικά νέας ηλικίας, στα Μ.Κ.Δ., επαινώντας το ηθικό σθένος και μήνυμα που εκπέμπουν οι εξεγερμένοι νέοι της «γείτονος», να μην μπορεί να συγκρατήσει τους λυγμούς της, επί της οθόνης. Και για να «χαριτολογήσουμε» λίγο, πριν ένα περίπου χρόνο (στην άψη του κινήματος), μιλώντας με φίλες και φίλους από το Βελιγράδι – γύρω στα πενήντα τους σήμερα, μετείχαν στις διαδηλώσεις της δεκαετίας του ’90 που προαναφέραμε – μοιράστηκαν μαζί μου το «καλαμπούρι» που κυκλοφορούσε τότε: περίπου επί λέξει, «ο Βούτσιτς, με αυτά που κάνει κατόρθωσε το ακατόρθωτο: παρά τη θέλησή του, ξανασυμφιλίωσε, μετά από πολλά χρόνια, τους Κροάτες με τους Σέρβους»!
Γ. Εν κατακλείδι….
Το όλο ζήτημα του κινήματος στη Σερβία επιδέχεται ανάλυση και σε πολλά άλλα επίπεδα, που ξεφεύγουν από τη στόχευση του παρόντος κειμένου. Τηλεγραφικά και μόνο: Εξωτερική πολιτική και εθνικά θέματα (Κόσοβο, σχέσεις με Ε.Ε. και συναφές ζήτημα ευθυγράμμισης με κυρώσεις κατά της Ρωσίας και πολλά άλλα). Όλα αυτά θα αποτελέσουν προκλήσεις για την νέα κυβέρνηση, όποτε τούτη σχηματισθεί· η «εντολή» της όμως να επικεντρωθεί πρωτίστως στα «του οίκου μας», στην κάθαρση της κόπρου του Αυγεία εσωτερικά: Ανάταξη συστήματος Δικαιοσύνης και γενικότερα του κράτους δικαίου, διασφάλιση πραγματικής ανεξαρτησίας των Μ.Μ.Ε. (ιδιαίτερα πονεμένο ζήτημα) και ό,τι άλλο εννοούν οι Σέρβοι με την έκφραση «να ξαναγίνει επιτέλους η Σερβία ομαλή/κανονική χώρα (υπονοώντας, οι περισσότεροι τουλάχιστον, ευνομούμενη δημοκρατική ευρωπαϊκή χώρα, χωρίς όμως να απεμπολούμε την ταυτότητά μας, την ιδιοπροσωπία μας). Συναφώς, κάποιοι αναλυτές[5], επισημαίνουν την ανάγκη να δοθεί στην όποια νέα κυβέρνηση «περίοδος χάριτος» έξι μηνών ή και ενός έτους ακόμη, ιδιαίτερα από πλευράς Ε.Ε., έχοντας κατά νουν το πόσο σύνθετα, λεπτά και ευαίσθητα είναι τα «εξωτερικά» και τα «γεωπολιτικά». Επίσης, άλλο ενδιαφέρον θέμα, είναι το μέλλον ή μάλλον το μη μέλλον της «επίσημης δημοκρατικής αντιπολίτευσης», που μην καταφέρνοντας να διαβεί το κατώφλι του 3%, ή κάπου τόσο, μένει εκτός Βουλής. Αρκετοί εκεί σχολιαστές επισημαίνουν την έλλειψη, από την πλευρά της, διορατικότητάς ή ενσυναίσθησης ως προς την ορθή διάγνωση της δυναμικής στους δρόμους και στο φρόνημα του λαϊκού σώματος. Το αντιδιαστέλλουν, μάλιστα, με την ευαισθησία και εύστοχη διάγνωση, την επιδειχθείσα από μικρά κόμματα (εντός ή εκτός απερχόμενου κοινοβουλίου), που αποφάσισαν να μην κατέβουν αυτόνομα στις εκλογές, αλλά να μείνουν συνειδητά εκτός κούρσας, απευθύνοντας δημόσια έκκληση για υπερψήφιση της «Φοιτητικής Λίστας». Θα περιοριστώ στις εύγλωττες κομματικές επωνυμίες μόνο δυο εξ αυτών που καταδεικνύουν την συμπεριληπτικότητα και την –καλώς εννοούμενη– «πολυσυλλεκτικότητα», που διέπουν την όλη «φιλοσοφία» του κινήματος: «Πράσινο-Αριστερό Μέτωπο», το ένα, «Κίνημα για την ανασύσταση/ανασυγκρότηση του Βασιλείου της Σερβίας», το άλλο, μεταξύ αρκετών ετέρων μικρών πολιτικών σχηματισμών που τήρησαν παρόμοια στάση.
Τα διακυβεύματα είναι υψηλά και δύσκολα. Ας μας έχει ο Θεός καλά –και βέβαια να τους έχει και εκείνους καλά– (ή «να είμαστε ζωντανοί και υγιείς», όπως λένε στις γλώσσες τους Βούλγαροι, Σέρβοι και άλλοι Βαλκάνιοι) και έχουμε να ιδούμε πολλά να εκτυλίσσονται, κατά το προσεχές μέλλον, ή μεσοπρόθεσμα, στην φίλη αυτή χώρα. Τίποτα, βέβαια, δεν προδικάζει το πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα, τουλάχιστον στην κεντρική πολιτική σκηνή. Μέσα, όμως, στην κοινωνία η ρωγμή (ηθική, πνευματική, συνειδησιακή) έχει ήδη επισυμβεί και μάλιστα – θέλω να πιστεύω – αναντίστρεπτα. Πάντως, όσο το κίνημα εμμένει και επιμένει στον αμεσοδημοκρατικό του χαρακτήρα, στις αξιακές και προγραμματικές αυτοδεσμεύσεις του, στη διαρκή από τα κάτω διαβούλευση (εκ φύσεως χρονοβόρα και συχνά επώδυνη διεργασία), με άλλα λόγια, ενόσω θα παραμένει ζωντανό κίνημα, τόσο θα παραμένει ζωντανή και η ελπίδα.
Αθήνα, 06.11.2026
Αργύρης Μακρής
(Πρέσβυς επί τιμή)
[1] Αναφορά στο διαβόητο κροατικό φασιστικό κίνημα ustaša, στη διάρκεια της γερμανικής κατοχής κατά τον Β’ Παγκ. Πόλεμο, δημιουργό του αλήστου μνήμης «Ανεξάρτητου Κράτους της Κροατίας», (υπό την εποπτεία των ναζιστών κατακτητών) το οποίο ευθύνεται, μεταξύ άλλων, για την εξόντωση εκατοντάδων χιλιάδων Σέρβων (πρωτίστως), Εβραίων, Ρομά αλλά και αντιφρονούντων-αντιφασιστών Κροατών και άλλων, στο φρικτό στρατόπεδο συγκέντρωσης Jasenovac (Γιασένοβατς), αποκληθέν και Άουσβιτς των Βαλκανίων. Στο χώρο όλης της πρώην Γιουγκοσλαβίας, όχι μόνο στη Σερβία, ο χαρακτηρισμός «ουστάσα» ενέχει μια ιδιαζόντως βαριά συναισθηματική και ιδεολογική φόρτιση, που επιβάλλει φειδώ και περίσκεψη κατά τη χρήση του.
[2] Όπως το εμβληματικό – και άκρως συγκινητικό – ово је Србија-знаш ли одакле си сине («αυτό είναι η Σερβία/ξέρεις από που κατάγεσαι γιέ μου;»), αναφερόμενο, μεταξύ άλλων, στους κατεσπαρμένους σε όλη τη χώρα αναρίθμητους τάφους (αλλά και στο συμμαχικό στρατιωτικό νεκροταφείο Ζεϊτινλίκ στη Θεσσαλονίκη), αποτέλεσμα του τεράστιου φόρου αίματος, από στρατιώτες και αμάχους, που κατέβαλε το τότε Βασίλειο της Σερβίας στον Α’ Παγκ. Πόλεμο). Η μελωδία θυμίζει τα λεγόμενα τραγούδια της παλιάς πόλης (староградске песме), όχι μακριά από τον γνωστό ήχο του βιεννέζικου βαλς. Το εγγύτερο αντίστοιχο στα καθ’ημάς, για να έχουμε κάποια εικόνα, είναι κάποια από τα «παλιά πλακιώτικα» του μεσοπολέμου και του πρώτου μεταπολέμου.
[3] Φτάσαμε ακόμη και η χρήση ή μη των αρχαίων τριτόκλιτων ουσιαστικών σε ις-έως //η πόλις της πόλεως ή η πόλη της πόλης// να αποτελεί, συχνά λανθανόντως και εμμέσως, κριτήριο «προοδευτισμού»-«συντηρητισμού», «αριστεροφροσύνης»-«δεξιοφροσύνης» κ.λπ.
[4] Bošnjaci στα σερβικά/κροατικά/βοσνιακά, Bosniaks στα αγγλικά. Πρέπει να διακρίνεται από το «Βόσνιοι» (Bosanci, Bosnians) που δηλώνει, ουδέτερα, τον γεωγραφικό τόπο καταγωγής, ανεξάρτητα από εθνικό ή άλλον αυτοπροσδιορισμό. Από ζωντανής μνήμης γράφοντας, αυτό το νέο «εθνικό όνομα» αποφάσισαν να λάβουν, αρχές δεκαετίας ’90, όταν διαλυόταν η Γιουγκοσλαβία, σε κάποια «πανεθνική» διάσκεψή τους. Πρόκειται πρωτίστως και κυρίως για τους μουσουλμάνους της Βοσνίας & Ερζεγοβίνης (Β&Ε). Στο ίδιο έθνος (ή «έθνος») κατατάχθηκαν (ως «εθνική» και «πολιτιστική» αναφορά) και οι μουσουλμάνοι του Σάντζακ στη νοτιο-δυτική Σερβία, κοντά στα σύνορα με Β&Ε και Μαυροβούνιο. Παρεμπιπτόντως – και αναμενόμενο – πρόκειται για χώρο όπου η Τουρκία δραστηριοποιείται από χρόνια, πολιτιστικά και οικονομικά/επενδυτικά.
[5] Ενδεικτικά, βλ. το άρθρο «čekajući vladu», «αναμένοντας την κυβέρνηση», του Mijat Lakićević, αναρτηθέν 30.10.2026 στον ιστότοπο peščanik.net.
Για να στηρίξετε το Άρδην μπορείτε να κάνετε μια προσφορά ΕΔΩ.
