Καθίζηση της παιδείας και αποσύνθεση της κοινής κουλτούρας
Η κρίση που εκδηλώνεται σήμερα στη Γαλλία δεν αφορά μόνο τη διάψευση της υπόσχεσης κοινωνικής ανόδου, την αποβιομηχάνιση ή την εξάντληση του μεταπολεμικού κοινωνικού συμβολαίου. Διαθέτει και μια βαθύτερη εκπαιδευτική και πολιτισμική διάσταση. Το γαλλικό σχολείο, που για περισσότερο από έναν αιώνα αποτέλεσε τον κατεξοχήν θεσμό μετάδοσης της γνώσης, κοινωνικής ενσωμάτωσης και συγκρότησης της république, εμφανίζεται σήμερα ολοένα πιο αδύναμο να επιτελέσει αυτή την αποστολή.
Τα αποτελέσματα του PISA 2025 επιβεβαιώνουν την υποχώρηση των μαθησιακών επιδόσεων. Σε σχέση με το 2015, το ποσοστό των Γάλλων μαθητών με χαμηλές επιδόσεις αυξήθηκε κατά 12 ποσοστιαίες μονάδες στα μαθηματικά και κατά 11 στην κατανόηση κειμένου. Πρόκειται, βέβαια, για μια τάση που παρατηρείται ευρύτερα στον δυτικό κόσμο.
Κρίση της μετάδοσης: αριστεία, αυθεντία και δημοκρατική παιδεία
Ο πολιτικός επιστήμονας Αρνό Μπενεντέτι, σε άρθρο του στη Nouvelle Revue Politique στις 9 Οκτωβρίου, υποστηρίζει ότι θα ήταν σφάλμα να αναζητήσουμε τις αιτίες της εκπαιδευτικής κρίσης αποκλειστικά στην έλλειψη οικονομικών πόρων. Η αποτυχία, γράφει, προέρχεται από μια μακροχρόνια στάση «παραίτησης και αποδόμησης».
Κατά τον Μπενεντέτι, ο συνδυασμός του παιδαγωγισμού με μια ιδεολογική αντίληψη που αντιμετωπίζει τις εκπαιδευτικές ιεραρχίες κυρίως ως μηχανισμούς κοινωνικής καταπίεσης οδήγησε στην υποχώρηση τριών θεμελιωδών αρχών: της αριστείας, της αυθεντίας και της ιστορικής ιδιαιτερότητας του γαλλικού πολιτισμού.
«Ο παιδαγωγισμός βρήκε στη στρατευμένη κοινωνιολογία τον πιο διαβρωτικό σύμμαχό του για την αποδόμηση της αναζήτησης της αριστείας, της αρχής της αυθεντίας και της γαλλικής ιδιαιτερότητας», υποστηρίζει χαρακτηριστικά.
Η μαζικοποίηση της εκπαίδευσης, χωρίς αντίστοιχη μέριμνα για τη διατήρηση των γνωστικών απαιτήσεων, δεν εξάλειψε τις ανισότητες. Αντίθετα υποβάθμισε την αξία των τίτλων σπουδών, δημιούργησε νέες ματαιώσεις και υπονόμευσε τη μορφωτική λειτουργία του σχολείου.
Εκείνο όμως που έχει ιδιαίτερη σημασία είναι η σύνδεση της εκπαιδευτικής υποβάθμισης με τον κοινωνικό κατακερματισμό. «Η εθνική παιδεία, κινητήρια δύναμη συνοχής της κοινωνίας μας από τα τέλη του 19ου αιώνα, έχει γίνει ο σεισμογράφος της βαλκανοποίησής μας», παρατηρεί. Και όχι μόνο: αντί να αντιμετωπίζει τον κατακερματισμό, συμβάλλει στην επιδείνωσή του.
Όταν η ισότητα υπονομεύει την γνώση
Ο φιλόσοφος Αλέν Φινκελκρότ, σε εκτενή συνέντευξή του στην εφημερίδα Le Figaro στις 9 Οκτωβρίου, προχωρεί ένα βήμα παραπέρα, αναζητώντας τις πνευματικές ρίζες αυτής της μεταβολής.
Στρέφεται ιδιαίτερα προς την κριτική της κοινωνικής αναπαραγωγής που ανέπτυξαν ο Πιερ Μπουρντιέ και ο Ζαν-Κλοντ Πασερόν στα έργα τους Οι Κληρονόμοι και Η Αναπαραγωγή. Οι δύο κοινωνιολόγοι ανέδειξαν τον τρόπο με τον οποίο το σχολείο μετατρέπει τα κοινωνικά πλεονεκτήματα των ανώτερων τάξεων σε φαινομενικά ατομικά επιτεύγματα, νομιμοποιώντας έτσι τις ανισότητες στο όνομα της αξιοκρατίας.
Κατά τον Φινκελκρότ, οι διαδοχικές εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις επιχείρησαν να διορθώσουν αυτή την αδικία, αλλά κατέληξαν να αποδυναμώσουν την ίδια τη διαδικασία μάθησης.
«Καθιερώθηκε το ενιαίο γυμνάσιο. Η επανάληψη τάξης σχεδόν εξαφανίστηκε. Το μπακαλορεά έγινε ανθρώπινο δικαίωμα», αναφέρει ειρωνικά. Ένας εξισωτισμός που, αντί να προσφέρει σε όλα τα παιδιά τη δυνατότητα να φθάσουν σε υψηλό μορφωτικό επίπεδο, υποχωρεί ως προς τις απαιτήσεις, ώστε σχεδόν όλοι να μπορούν να αποκτήσουν έναν τίτλο. Το μπακαλορεά, αντιμετωπίζεται έτσι λιγότερο ως επιστέγασμα συγκεκριμένων μαθησιακών κατακτήσεων και περισσότερο ως κάτι που οφείλει να απονέμεται σε όλους.
Η προσπάθεια άρσης των εκπαιδευτικών ανισοτήτων κατέληξε, κατά τον Φινκελκρότ, να τις αναπαράγει. Οι εύπορες οικογένειες διατηρούν τη δυνατότητα προσφυγής στην ιδιωτική εκπαίδευση και στα ιδιαίτερα μαθήματα, ενώ τα παιδιά των λαϊκών στρωμάτων εξαρτώνται περισσότερο από την ποιότητα του δημόσιου σχολείου.
Η κριτική του Φινκελκρότ συνοψίζεται με μια ιδιαίτερα αιχμηρή διατύπωση: «Δώσαμε τον λόγο στους μαθητές πριν τους δώσουμε τη γλώσσα». Το σχολείο, όμως, δεν οφείλει απλώς να επιβεβαιώνει τις ήδη διαμορφωμένες εμπειρίες και αντιλήψεις των μαθητών. Αλλά να τους εισάγει σε έναν κόσμο γνώσεων, εννοιών και πολιτισμικών επιτευγμάτων που υπερβαίνει τον άμεσο περίγυρό τους.
Γι’ αυτό και σύμφωνα με τον συγγραφέα απαιτείται η επιστροφή των ανθρωπιστικών σπουδών, της χρονολογικής διδασκαλίας της Ιστορίας, της συστηματικής καλλιέργειας της γαλλικής γλώσσας, και του χρόνου για ανάγνωση «αντί να έχουν όλοι στραμμένο το βλέμμα στα κινητά τους». Η γνώση δεν αντιμετωπίζεται εδώ απλώς ως μέσο επαγγελματικής επιτυχίας, αλλά ως προϋπόθεση πνευματικής ελευθερίας και συμμετοχής στον πολιτισμό.
Κρίση των μαθησιακών διαδικασιών
Ο εκπαιδευτικός και συγγραφέας Ζαν-Πολ Μπριγελί, γνωστός από το βιβλίο του La Fabrique du crétin, εστιάζει ακόμη περισσότερο στον μηχανισμό της μάθησης.
Σε εκτενή συνέντευξή του στον Σιρίλ Σεβρό, στις 13 Σεπτεμβρίου 2026, συνδέει τη διαρκή υποχώρηση των εκπαιδευτικών επιδόσεων με την επικράτηση παιδαγωγικών μεθόδων που υποβάθμισαν τη συστηματική διδασκαλία, την άσκηση, την απομνημόνευση και την κατάκτηση της γλώσσας.
Ο Μπριγελί εντοπίζει κρίσιμη καμπή στον νόμο Ζοσπέν του 1989, που τοποθέτησε μετέβαλε την εκπαιδευτική διαδικασία σε αμιγώς παιδοκεντρική. Η μετατόπιση αυτή, κατά την ερμηνεία του, συνοδεύτηκε από τη σταδιακή υποβάθμιση του εκπαιδευτικού ως φορέα εξειδικευμένης γνώσης.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδει στη σύνταξη, στη γλωσσική ακρίβεια και στη συστηματική εξάσκηση. Η γλώσσα δεν είναι απλώς όργανο επικοινωνίας. Είναι το μέσο συγκρότησης της σκέψης. Όσο περιορίζεται το λεξιλόγιο και εξασθενεί η ικανότητα κατανόησης σύνθετων κειμένων, τόσο δυσκολότερη γίνεται και η ανάπτυξη σύνθετης κρίσης.
Η κριτική του συναντά εκείνη του Φινκελκρότ, αλλά διαθέτει εντονότερη την διάσταση που αφορά στην διδασκαλία: η μετάδοση της πολιτισμικής κληρονομιάς προϋποθέτει πρώτα την κατάκτηση των στοιχειωδών γνωστικών εργαλείων. Χωρίς επαρκή γνώση της γλώσσας, της ιστορίας και των επιστημονικών εννοιών, η επίκληση της κριτικής σκέψης κινδυνεύει να παραμένει κενό σύνθημα.
Απώλεια των πνευματικών θεμελίων
Ο ιστορικός και εκπαιδευτικός Αμπρουάζ Τουρνιόλ ντυ Κλο τοποθετεί την εκπαιδευτική κρίση σε ένα ακόμη ευρύτερο ιστορικό και πολιτισμικό πλαίσιο.
Σε άρθρο του στο Journal du Dimanche, στις 15 Οκτωβρίου, με τίτλο «Από τον Μάη του 1968 στον Οκτώβριο του 2026: μισός αιώνας σχολικής κρίσης στη Δύση», υποστηρίζει ότι η σημερινή κατάσταση αποτελεί συνέπεια μιας μακράς διαδικασίας αποχριστιανοποίησης, εκκοσμίκευσης και αμφισβήτησης της αυθεντίας.
Στο ίδιο μήκος κύματος με τους προηγούμενους, ο ντυ Κλο αποδίδει καθοριστική σημασία στην επικράτηση του λεγόμενου «παιδαγωγισμού». Και εντοπίζει και αυτός ως αφετηρία μετατόπισης προς μια μαθητοκεντρική εκπαίδευση, τον νόμο Ζοσπέν του 1989, οπότε και ο εκπαιδευτικός έπαψε να αντιμετωπίζεται ως φορέας γνώσης και αυθεντίας, και περιορίστηκε στον ρόλο του συνοδού μιας μαθησιακής διαδικασίας, όπου ο μαθητής καλείται να ανακαλύψει μόνος του τη γνώση.
Επικαλείται τον Σαρλ Πεγκύ, ο οποίος ήδη από το 1904 περιέγραφε την εκπαιδευτική κρίση ως «κρίση ζωής», πνευματική και μεταφυσική. Το σχολείο, κατά τον Τουρνιόλ ντυ Κλο, δεν μπορεί να αποσπαστεί από τη γενικότερη στάση μιας κοινωνίας απέναντι στην ιστορία, την παράδοση, την αλήθεια και τις υποχρεώσεις του ανθρώπου.
Ο Μάης του 1968 δεν αποτέλεσε, σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, την απόλυτη αφετηρία της κρίσης, αλλά τον καταλύτη της. Η αμφισβήτηση της εξουσίας του κράτους, της Εκκλησίας, της οικογένειας και του σχολείου συνοδεύτηκε από την απονομιμοποίηση των πολιτισμικών ιεραρχιών και την επικράτηση ενός σχετικισμού που αντιμετωπίζει με καχυποψία κάθε μορφή μετάδοσης.
Η μεταβολή αυτή εξέφραζε μια ευρύτερη αντίληψη για το άτομο και τη σχέση του με την κοινωνία: την υποχώρηση των υποχρεώσεων έναντι των δικαιωμάτων, την απονομιμοποίηση της ιεραρχίας και την αμφισβήτηση κάθε κληρονομημένης αυθεντίας. Το αποτέλεσμα ήταν να υπονομευθούν οι ίδιες οι προϋποθέσεις της μαθησιακής διαδικασίας: η συγκέντρωση, η πειθαρχία, ο σεβασμός προς τον δάσκαλο και η αναγνώριση ότι η κατάκτηση της γνώσης προϋποθέτει προσωπικό μόχθο.
Γι’ αυτό και ο Ντυ Κλο προτείνει την επιστροφή στις κλασικές παιδαγωγικές μεθόδους, στην καλλιέργεια της προσοχής και στη μετάδοση της πνευματικής κληρονομιάς, ως αναγκαίες προϋποθέσεις για τη μορφωτική ανασυγκρότηση του σχολείου.
Η κριτική από τα αριστερά: οικονομισμός εναντίον γνώσης
Η παρέμβαση του κοινωνιολόγου Μπερνάρ Λαΐρ προσφέρει μια διαφορετική ερμηνεία της ίδιας εκπαιδευτικής κρίσης.
Σε συνέντευξή του στον Αλέν Πολικάρ, στο En attendant Nadeau στις 10 Οκτωβρίου, ο Λαΐρ συνδέει τη μαθητική εξέγερση με τις συνέπειες δεκαετιών νεοφιλελεύθερης πολιτικής. Ωστόσο, η κριτική του δεν εξαντλείται στην έλλειψη πόρων. Αφορά τον ίδιο τον προσανατολισμό του εκπαιδευτικού συστήματος.
«Η σύνδεση σχολείου και αγοράς εργασίας είναι η μοναδική έγνοια των κυβερνώντων μας, από το δημοτικό μέχρι το πανεπιστήμιο», υποστηρίζει.
Κατά τον Λαΐρ, η εκπαίδευση έχει υποταχθεί σε μια οικονομίστικη λογική, όπου η γνώση αξιολογείται πρωτίστως ως επένδυση σε μελλοντικές επαγγελματικές αποδόσεις. Η προσαρμογή στην αγορά εργασίας υποκαθιστά σταδιακά τη βαθύτερη αποστολή του σχολείου: να προσφέρει στους μαθητές τη δυνατότητα να κατανοήσουν τον φυσικό, τον κοινωνικό και τον ιστορικό κόσμο.
Η διαρκής αξιολόγηση, βαθμολόγηση και κατάταξη των μαθητών δημιουργεί, υποστηρίζει, ένα περιβάλλον όπου ο βαθμός γίνεται σημαντικότερος από τη μάθηση. «Δεν θα έπρεπε να μαθαίνουμε στο σχολείο για να πετυχαίνουμε καλές αξιολογήσεις, αλλά για να κατανοούμε τον κόσμο».
Σε αυτό το μοντέλο ο συγγραφέας αντιπαραθέτει την αξία της συνεργασίας. Επικαλούμενος τον ιστορικό Μαρκ Μπλοχ, ζητεί την αντικατάσταση του πνεύματος του ανταγωνισμού από το πνεύμα της συνεργασίας, επισημαίνοντας ότι «η συλλογική νοημοσύνη είναι αποτελεσματικότερη» στην επίλυση σύνθετων προβλημάτων.
Ο Λαΐρ έχει δίκιο όταν καταγγέλλει τη χρησιμοθηρική υποταγή της γνώσης στην αγορά εργασίας και στη λογική των μετρήσιμων επιδόσεων. Όμως η διάγνωσή του παραμένει μονομερής. Παρακάμπτει σχεδόν ολοκληρωτικά την ηθική και αξιακή αποσύνθεση του σχολείου: την εξασθένηση της ευθύνης, της πειθαρχίας, του σεβασμού προς τον εκπαιδευτικό και την επιστημονική γνώση, αλλά και της αίσθησης ότι οι μαθητές συμμετέχουν σε μια κοινή ιστορική και πολιτική κοινότητα.
Η παιδεία δεν εξαντλείται στην κατανόηση του κόσμου· καλείται επίσης να μεταδώσει κανόνες συμβίωσης, κριτήρια διάκρισης και μια πολιτισμική κληρονομιά. Η συνεργασία, όσο σημαντική κι αν είναι, δεν παράγει αυτομάτως κοινό ήθος ούτε υποκαθιστά την αυθεντία της γνώσης.
Αυτό είναι το όριο της κριτικής του: αποκαλύπτει πώς ο οικονομισμός αλλοιώνει τους σκοπούς της μάθησης, αλλά δεν απαντά στο τι αξίζει να μεταδίδεται και ποια κοινά αξιακά θεμέλια καθιστούν δυνατή την εκπαίδευση ως πράξη κοινωνικής και πολιτισμικής συγκρότησης. Η κρίση του σχολείου δεν είναι μόνο κρίση αποτελεσματικότητας, αλλά και κρίση προσανατολισμού και νοήματος.
Νατάσα Πολωνί: Το σχολείο της Δημοκρατίας και η απειλή της βαλκανοποίησης
Μια σύνθεση της κοινωνικής, της εκπαιδευτικής και της πολιτισμικής διάστασης επιχειρεί η δημοσιογράφος και δοκιμιογράφος Νατάσα Πολωνί, εκφράζοντας μια αριστερόστροφη εκδοχή υπέρ της ρεπουμπλικανικής κυριαρχίας. Στις 14 Οκτωβρίου 2026 ανακοίνωσε επίσης ότι θα είναι υποψήφια στις προεδρικές εκλογές του 2027, με το κίνημα «Nous sommes la France» («Είμαστε η Γαλλία»).
Σε βιντεοσκοπημένη παρέμβασή της που δημοσιεύθηκε στην προσωπική της ιστοσελίδα στις 3 Οκτωβρίου, υπό τον τίτλο «École, jeunesse, démocratie : je refuse le déclin» («Σχολείο, νεολαία, δημοκρατία: αρνούμαι την παρακμή»), η Πολωνί αναγνωρίζει τα πραγματικά προβλήματα των μαθητών και απορρίπτει την ιδέα ότι η εκπαιδευτική παρακμή είναι αναπόφευκτη. Υποστηρίζει την ανάγκη για «ένα σχολείο απαιτητικό χωρίς να ταπεινώνει, με κατανόηση χωρίς να παραιτείται από τη μετάδοση». Η διατύπωση αυτή επιχειρεί να υπερβεί τη συνηθισμένη αντιπαράθεση ανάμεσα στην αυστηρότητα και την ισότητα. Η πρόσβαση στη γνώση, η καλλιέργεια της κριτικής σκέψης και η αναγνώριση της αυθεντίας του εκπαιδευτικού δεν αντιμετωπίζονται ως αντίπαλοι της κοινωνικής δικαιοσύνης, αλλά ως προϋποθέσεις της.
Η Πολωνί επανέρχεται στην πολιτισμική αποστολή της εκπαίδευσης με δεύτερη βιντεοσκοπημένη παρέμβαση, δημοσιευμένη στις 16 Οκτωβρίου στην ίδια ιστοσελίδα με τίτλο «Samuel Paty, Dominique Bernard : ne jamais oublier, ne plus céder face à l’islamisme». Αφορμή είναι η συμπλήρωση έξι ετών από τη δολοφονία του καθηγητή Ιστορίας και Γεωγραφίας Σαμιέλ Πατί από ισλαμιστή τρομοκράτη. Υπενθυμίζει επίσης τη δολοφονία του καθηγητή λογοτεχνίας Ντομινίκ Μπερνάρ στο Αράς, το 2023.
«Δύο εκπαιδευτικοί δολοφονήθηκαν για όσα ενσαρκώνει το γαλλικό σχολείο: τη μετάδοση της γνώσης, την κριτική σκέψη, την ελευθερία της σκέψης και τις αξίες της Δημοκρατίας», επισημαίνει.
Το ζήτημα εδώ υπερβαίνει την ασφάλεια των εκπαιδευτικών. Αγγίζει τον πυρήνα της ρεπουμπλικανικής αντίληψης για την εκπαίδευση. Το γαλλικό δημόσιο σχολείο συγκροτήθηκε ιστορικά ως ένας θεσμός που επέτρεπε σε ανθρώπους διαφορετικών κοινωνικών, θρησκευτικών και πολιτισμικών καταβολών να αποκτήσουν κοινή γλώσσα, κοινές ιστορικές αναφορές και την ιδιότητα του πολίτη σε μια ενιαία πολιτική κοινότητα.
Η δολοφονία του Πατί, επειδή δίδασκε την ελευθερία της έκφρασης, ανέδειξε με τον τραγικότερο τρόπο την αντιπαράθεση ανάμεσα στην ελευθερία της διδασκαλίας και στον ισλαμιστικό φονταμενταλισμό. Φανερώνει μια πρόκληση για το γαλλικό σχολείο να υπερασπίζεται τις κοινές αρχές του απέναντι στη θρησκευτική ή ιδεολογική πολιορκία που βιώνει.
Η Πολωνί ζητεί να αποκατασταθούν η συνοχή, η αυθεντία και η δυνατότητα των εκπαιδευτικών να ασκούν το έργο τους χωρίς εκφοβισμό. Και αυτό αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα σε μια κοινωνία όπου οι πολιτισμικές ταυτότητες και οι συλλογικές αναφορές διαφοροποιούνται ολοένα περισσότερο.
Εδώ επανερχόμαστε στη «βαλκανοποίηση» που περιγράφει ο Μπενεντέτι. Εάν το σχολείο δεν προσφέρει πλέον ένα κοινό μορφωτικό υπόβαθρο, αλλά αδυνατεί να υπερβεί τους επιμέρους κοινωνικούς και πολιτισμικούς διαχωρισμούς, τότε κινδυνεύει να μετατραπεί από θεσμό ενσωμάτωσης σε μηχανισμό αναπαραγωγής της κοινωνικής αποσύνθεσης.
Η κρίση της γαλλικής παιδείας δεν αφορά, επομένως, μόνο την υποχώρηση των γνώσεων ή την απαξίωση των πτυχίων. Αφορά την ίδια τη δυνατότητα μιας κοινωνίας να μεταδίδει στα νεότερα μέλη της ένα κοινό πολιτισμικό απόθεμα, χωρίς να αναιρεί τις ατομικές τους ελευθερίες και τις διαφορετικές τους καταβολές.
Πηγές
- Arnaud Benedetti, «Sur la crise lycéenne : ne pas se tromper de diagnostic», La Nouvelle Revue Politique, 9.10.2026.
https://nouvellerevuepolitique.fr/sur-la-crise-lyceenne-ne-pas-se-tromper-de-diagnostic/ - Alain Finkielkraut, «Le baccalauréat est devenu un droit de l’homme», Le Figaro, 9.10.2026.
https://kiosque.lefigaro.fr/catalog/le-figaro/le-figaro/2026-10-10 - Jean-Paul Brighelli, «École : les méthodes qui ont fait chuter le niveau», συνέντευξη στον Cyril Chevrot, 13.9.2026.
https://podcast.fr/episode/ecole-les-methodes-qui-ont-fait-chuter-le-niveau-entretien-avec-jean-paul-brighelli/ - Ambroise Tournyol du Clos, «De mai 68 à octobre 2026 : un demi-siècle de crise scolaire en Occident», Le Journal du Dimanche, 15.10.2026.
https://www.lejdd.fr/Societe/de-mai-68-a-octobre-2026-un-demi-siecle-de-crise-scolaire-en-occident-186123 - Bernard Lahire, «L’intelligence collective est plus efficace», συνέντευξη στον Alain Policar, En attendant Nadeau, 10.10.2026.
https://www.en-attendant-nadeau.fr/2026/10/10/entretien-avec-bernard-lahire-lintelligence-collective-est-plus-efficace/ - Natacha Polony, «École, jeunesse, démocratie : je refuse le déclin», 3.10.2026.
https://www.npolony.fr/videos?v=QgCb2Aiaxs8 - Natacha Polony, «Samuel Paty, Dominique Bernard : ne jamais oublier, ne plus céder face à l’islamisme», 16.10.2026.
https://www.npolony.fr/videos?v=GrLpoRiI5Uw - ΟΟΣΑ, PISA 2025 Results – France, 8.9.2026.
https://www.oecd.org/en/publications/pisa-2025-results-volume-i-country-notes_2d4ff9ea-en/france_6d229453-en.html - Natacha Polony, «Nous sommes la France», επίσημη ιστοσελίδα της προεδρικής υποψηφιότητάς της (ανακοίνωση 14.10.2026). https://natachapolony2027.fr/
