του Βασίλη Βιλιάρδου, από το Άρδην τ. 95, Ιανουάριος-Φεβρουάριος

Οι περισσότερες αναπτυσσόμενες οικονομίες, στις οποίες υποβιβάσθηκε πρόσφατα και η Ελλάδα, αναζητούν εναγώνια μία νέα πολιτική ταυτότητα, με απρόβλεπτα αποτελέσματα για το μέλλον τους: η Ταϊλάνδη, η Σιγκαπούρη, η Βραζιλία, η Ουκρανία και η Τουρκία.

«Στην περίπτωση της Ελλάδας, σχετικά με τα νέα μέτρα λιτότητας που απαιτούνται από τους δανειστές της για το 2014, ισχύει το ότι, δεν φτάνει να είναι μία χώρα κατακρεουργημένη και πεσμένη στο έδαφος, αλλά πρέπει και να την πατάς από πάνω».

Οι πολιτικές κρίσεις αποτελούν συνήθως ένα παράπλευρο προϊόν μίας οικονομικής εξέλιξης – είτε καλής, είτε κακής. Στην περίπτωση της Ταϊλάνδης, μίας από τις μεγαλύτερες ασιατικές οικονομίες, οι εξεγέρσεις των τελευταίων ημερών θεωρείται ότι οφείλονται στη διαδικασία μετασχηματισμού της – η οποία έλαβε χώρα τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες.

Στα πλαίσια αυτά, η Ταϊλάνδη (ΑΕΠ 365,6 δισ. $, εργαζόμενοι 39,41 εκ.) αναζητάει μία καινούργια πολιτική ταυτότητα -όπως επίσης πολλές άλλες αναπτυσσόμενες οικονομίες. Το γεγονός αυτό είναι συνδεδεμένο με πάρα πολλά ρίσκα, ενώ έχει προκαλέσει τον «διαμελισμό» των πολιτών της σε δύο μεγάλες ομάδες, αντιμαχόμενες μεταξύ τους. Κάτι ανάλογο συμβαίνει βασικά και στην Ελλάδα, λόγω όμως της χρεοκοπίας της, με αποτέλεσμα τον χωρισμό της σε δύο εχθρικά στρατόπεδα (διαίρει και βασίλευε), υπέρ και κατά των μνημονίων.

Η κατάσταση που επικρατεί σήμερα στην Ταϊλάνδη είναι πολύ επικίνδυνη για τη σταθερότητά της, εγείροντας παράλληλα πολλά ερωτήματα, σχετικά με τον κοινωνικό εκσυγχρονισμό που επιχειρείται σε άλλες ανάλογες χώρες. Πόσο μάλλον όταν δεν πρόκειται για μία κομματική αντιπαράθεση, με επιδιωκόμενο «λάφυρο» την κατάληψη της εξουσίας -όπως συμπεραίνεται από τη στάση του αρχηγού της αντιπολίτευσης, ο οποίος απαιτεί την εκλογή της επόμενης κυβέρνησης από ένα μη εκλεγμένο «λαϊκό συμβούλιο».
Ουσιαστικά επιχειρείται η κατάργηση της νεαρής δημοκρατίας της χώρας, ενώ η Ταϊλάνδη κινδυνεύει να βυθιστεί στην αναρχία, αφού κανένα από τα υφιστάμενα κόμματα δεν μπορεί να την κυβερνήσει. Σε κάθε περίπτωση, φαίνεται πως πλανάται το φάντασμα ενός πραξικοπήματος ή ενός εμφυλίου πολέμου, με δυσμενή επακόλουθα για την οικονομική κατάσταση της χώρας, αλλά και για τους γείτονές της.

Περαιτέρω, η αναβολή των αποφάσεων για επενδύσεις, η εκροή κεφαλαίων στο εξωτερικό, καθώς επίσης ο περιορισμός της τουριστικής κίνησης, έχουν προκαλέσει τη μείωση του ρυθμού ανάπτυξης στο 3%, από 6% περίπου το 2012. Παράλληλα, δεν φαίνεται καμία διέξοδος από την πολιτική κρίση, αφού η αντιπολίτευση, το δημοκρατικό κόμμα της αστικής ελίτ, δηλαδή, το οποίο δεν μπόρεσε να κερδίσει καθαρά την εκλογή του τα τελευταία είκοσι χρόνια, δημιουργεί κάθε φορά και περισσότερα προβλήματα.

Συνοψίζοντας, τα μεσαία στρώματα του πληθυσμού, τα οποία κατάφεραν να αυξήσουν την εμπιστοσύνη στον εαυτό τους, μέσω της καλύτερης μόρφωσης που απέκτησαν με τη βοήθεια της οικονομικής ευημερίας των τελευταίων ετών, απαιτούν τη μεγαλύτερη συμμετοχή τους στις αποφάσεις που λαμβάνονται.

Από την άλλη πλευρά, η παραδοσιακή ελίτ φοβάται πως, εάν το επιτρέψει, εάν εξελιχθεί η δημοκρατία δηλαδή, θα χάσει την κοινωνική θέση και τα προνόμιά της, με αποτέλεσμα να δρομολογείται ένας εμφύλιος πόλεμος στη χώρα, με αντικείμενο την πολιτική επιρροή, καθώς επίσης τους πλουτοπαραγωγικούς πόρους.

Εν τούτοις, το χρηματιστήριο της πρωτεύουσας (Μπανγκόγκ) δεν έχει αντιδράσει ακόμη, ενώ το νόμισμα της χώρας έχει υποτιμηθεί ελάχιστα (διάγραμμα που ακολουθεί).

Όμως, η κατάσταση μπορεί να αλλάξει πολύ σύντομα, μεταξύ άλλων επειδή ο ηγέτης της αντιπολίτευσης δεν φαίνεται να επιδιώκει κάποια διαπραγμάτευση με την κυβέρνηση, λόγω των προσωπικών του προβλημάτων. Ειδικότερα, κατηγορείται για ανθρωποκτονίες, επειδή το 2010, όταν ήταν αντιπρόεδρος, είχε διατάξει να πυροβολήσουν εναντίον διαδηλωτών.

Ας μην ξεχνάμε δε τα προβλήματα που προκάλεσε η ασιατική κρίση σε ολόκληρο τον πλανήτη το 1997-98, καθώς επίσης την πρόσφατη εξέγερση των μεταναστών στην «Ελβετία της Ασίας», τη Σιγκαπούρη, παρά το ότι θεωρείται ασφαλέστατη λόγω του απολυταρχικού καθεστώτος της – το οποίο θα μπορούσε φυσικά να ανατραπεί βίαια.

ΒΡΑΖΙΛΙΑ

Ο ρυθμός ανάπτυξης της χώρας (εργαζόμενοι 106,3 εκ. ΑΕΠ 2,396 τρισ. $) μειώνεται συνεχώς, ενώ η αριστερή πρόεδρος της, για να καθησυχάσει τους διαδηλωτές του Ιουνίου, δαπάνησε 25 εκ. $ για τις δημόσιες συγκοινωνίες, υποσχόμενη πως τα έσοδα από το πετρέλαιο θα διατεθούν για την παιδεία, καθώς επίσης για την υγεία (προσέλκυση γιατρών από το εξωτερικό). Η οικονομική στασιμότητα όμως δεν εμπνέει μεγάλη εμπιστοσύνη, όπως φαίνεται από το διάγραμμα που ακολουθεί.
Ο δείκτης των αγοραστών είναι αρνητικός, ενώ τόσο το νόμισμα, όσο και το χρηματιστήριο της χώρας, ακολουθούν πτωτική πορεία, με τον ρυθμό ανάπτυξης για το 2014 να αναμένεται να διαμορφωθεί σε πολύ χαμηλά επίπεδα (2,5%).
Στο τρίτο τρίμηνο όμως το ΑΕΠ της χώρας μειώθηκε κατά 0,5%, για πρώτη φορά από το 2011, οπότε είναι δυνατόν να παραμείνει σε ύφεση, δυσκολεύοντας κατά πολύ τη διατήρηση της πολιτικής ομαλότητας. Τέλος, οι εκλογές στα τέλη του 2014 αναγκάζουν την κυβέρνηση να αυξάνει τις παροχές, αν και οι προϋποθέσεις επανεκλογής της είναι πολύ θετικές.

ΟΥΚΡΑΝΙΑ

Οι οικονομικές προοπτικές της χώρας (ΑΕΠ 176,2 δισ. $, εργαζόμενοι 22,11 εκ.) έχουν επιδεινωθεί σε μεγάλο βαθμό, ενώ η ύφεση δυσκολεύει τη χρηματοδότηση του ελλείμματος του προϋπολογισμού. Τα ασφάλιστρα κινδύνου χρεοκοπίας της Ουκρανίας (CDS) έχουν εκτοξευθεί στα ύψη, λόγω των διαδηλώσεων που λαμβάνουν χώρα, ενώ τα συναλλαγματικά της αποθέματα είναι πολύ χαμηλά.
Το 2014 θα πρέπει να εμβάσει 15 δισ. $ στη Ρωσία, για την πληρωμή του φυσικού αερίου, γεγονός αρκετά δύσκολο, εκτός εάν αποδεχθεί τις προϋποθέσεις που έθεσε το ΔΝΤ για να την δανείσει. Όπως φαίνεται πάντως από το διάγραμμα που ακολουθεί, οι οικονομικοί δείκτες της είναι όλοι αρνητικοί.
Η κυβέρνησή της, για να μην έρθει σε αντίθεση με τη Ρωσία, δεν υπέγραψε τη συμφωνία συνεργασίας με την ΕΕ, γεγονός που επανέφερε στη συνείδηση των πολιτών της τον παραδοσιακό εθνικό διαχωρισμό: στις ανατολικές επαρχίες, όπου ομιλούνται κυρίως τα ρωσικά (το 30% μιλούν στο σπίτι μόνο ρωσικά), και εκπροσωπούνται από το κυβερνητικό κόμμα, καθώς επίσης στις δυτικές, οι οποίες είναι προσανατολισμένες προς την Ευρώπη και εκπροσωπούνται από την αντιπολίτευση.
Οι βασικές αντιθέσεις πάντως μέσα στη χώρα δεν πρόκειται να επιλυθούν εάν κερδίσει η αντιπολίτευση τις εκλογές -ενώ δεν φαίνεται καμία προοπτική οικονομικής και πολιτικής καλυτέρευσης στο εγγύς μέλλον.

ΤΟΥΡΚΙΑ

Όπως συμβαίνει και στη Βραζιλία, οι εκλογές στην Τουρκία πλησιάζουν (2014) -όπου ο πρόεδρός της θα εκλεγεί για πρώτη φορά απευθείας από τους πολίτες. Πιθανότατα ο σημερινός πρωθυπουργός της θα κερδίσει την πλειοψηφία τον Αύγουστο, αν και υπάρχουν πολλές αντιδράσεις εκ μέρους της αστικής μεσαίας τάξης, των νεαρών κυρίως, οι οποίοι έχουν ενωθεί μεταξύ τους στην καταπιεζόμενη από την αστυνομία «Γενιά Γκεζί».
Εν τούτοις, η πλειοψηφία των κατοίκων είναι στο πλευρό της ισλαμικής συντηρητικής κυβέρνησης, η οποία, εκτός απροόπτου, θα κερδίσει τις εκλογές. Αν και ο ρυθμός ανάπτυξης υπολογίζεται στο 4% για το 2014, η εγχώρια βιομηχανία δεν έχει εμπιστοσύνη στο μέλλον, γνωρίζοντας, φυσικά, ότι η ανάπτυξη στηρίζεται στις κατασκευές, ενώ έχει δημιουργηθεί μία τεράστια φούσκα στην αγορά ακινήτων.
Από την άλλη πλευρά οι επενδυτές, οι οποίοι είχαν αποσύρει μαζικά τα κεφάλαιά τους τον Μάιο, δεν έχουν επιστρέψει στο σύνολό τους, γεγονός που επηρεάζει όλους τους οικονομικούς δείκτες της χώρας, όπως φαίνεται από το παραπάνω διάγραμμα, αφού η οικονομία της είναι εξαρτημένη από την εξωτερική χρηματοδότηση.
Τυχόν περιορισμός της «ποσοτικής χαλάρωσης» (QE) εκ μέρους της Fed θα δημιουργούσε τεράστια προβλήματα στην Τουρκία, κυρίως στη λίρα, που υποφέρει από το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, το οποίο υπολογίζεται στο 6% το επόμενο έτος. Η Κεντρική Τράπεζα δεν αυξάνει το βασικό της επιτόκιο, παρά το ότι με τον τρόπο αυτό θα κέρδιζε την εμπιστοσύνη των επενδυτών, σταματώντας την καθοδική πορεία της λίρας, φοβούμενη προφανώς τον πληθωρισμό.
Η κατάσταση της Τουρκίας πάντως είναι κρίσιμη, κυρίως λόγω του υπερχρεωμένου νεαρού πληθυσμού της, αλλά και της αδυναμίας της να ισοσκελίσει το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, επειδή είναι υποχρεωμένη να εισάγει πρώτες ύλες και ενέργεια.
Η δεινή οικονομική της θέση, σε συνδυασμό με τη μεγαλομανία του πρωθυπουργού της, την οδηγεί σε δύσβατα μονοπάτια αφού, για να καλύψει τα εσωτερικά της προβλήματα, επιχειρεί την εξωτερίκευσή τους, τη «φυγή προς τα εμπρός» δηλαδή, μέσω ανόητων εδαφικών διεκδικήσεων στα Βαλκάνια.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Ίσως δεν κατανοεί κανείς με την πρώτη ματιά ότι όλες οι παραπάνω χώρες έχουν ένα κοινό γνώρισμα μεταξύ τους: έχουν υποστεί στο παρελθόν την εισβολή του ΔΝΤ, από την οποία αφενός μεν έχουν λεηλατηθεί, αφετέρου έχουν υποστεί τα πάνδεινα, ενώ οι οικονομίες τους θα είναι για πολλές δεκαετίες «ελαττωματικές».
Οι μπράβοι των διεθνών τοκογλύφων, όταν εισβάλλουν σε κάποιο κράτος, το οποίο έκανε το λάθος να υπερχρεωθεί και να μη δηλώσει αμέσως στάση πληρωμών, αλλά να προσπαθήσει να αποφύγει «με τη βοήθειά τους» τη χρεοκοπία, λειτουργούν ουσιαστικά όπως οι φυλακές -όχι δηλαδή σαν «σωφρονιστήρια», αλλά σαν «κολαστήρια», αφήνοντας ανεξίτηλα και για πάντα τα σημάδια των βασανιστηρίων, στα οποία καταδικάζουν τις χώρες-θύματα τους.
Στα πλαίσια αυτά, είναι πολλές φορές προτιμότερη η χρεοκοπία, παρά το ότι είναι εξαιρετικά οδυνηρή για τους πολίτες μίας χώρας, από την προσφυγή της στο ΔΝΤ, αφού τουλάχιστον δεν λεηλατείται η ιδιωτική και δημόσια περιουσία της, οπότε έχει πολλές πιθανότητες να επανέλθει στην προηγούμενή της κατάσταση. Αντίθετα, όταν προσφύγει στο ΔΝΤ, οι πιθανότητες επαναφοράς της είναι σχεδόν μηδενικές, γεγονός που, στην περίπτωση της Ελλάδας, σημαίνει ότι θα ήταν προτιμότερη η εκδίωξη του ΔΝΤ με κάθε θυσία, πριν ακόμη εκτελέσει το μακάβριο έργο του.
Ολοκληρώνοντας, υπενθυμίζουμε ότι με τους δολοφόνους των λαών δεν διαπραγματεύεσαι, είτε τους δέχεσαι όπως είναι, εφαρμόζοντας πιστά τις εντολές τους, είτε τους διώχνεις αμέσως. Εκείνες οι χώρες οι οποίες, όπως η πατρίδα μας, επέλεξαν τον μέσο δρόμο, υπέφεραν περισσότερο από όλες τις άλλες -με το μεγαλύτερο μέρος των πολιτών τους να οδηγείται κυριολεκτικά στο ικρίωμα, στην απόλυτη εξαθλίωση και στον θάνατο.
Εάν λοιπόν δεν εκδιωχθεί αμέσωςτο ΔΝΤ, η Γερμανία επίσης, με κάθε κόστος, τότε αυτά που βιώνουμε δεν είναι απολύτως τίποτα μπροστά σε αυτά που θα ακολουθήσουν – ξεπερνώντας ακόμη και τις καταστροφές, ψυχικές και υλικές, που προκαλεί ένας συμβατικός πόλεμος.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek