Αρχική » Ρωσικό ντίζελ, Lukoil και «η μαφία του Mar‑a‑Lago»

Ρωσικό ντίζελ, Lukoil και «η μαφία του Mar‑a‑Lago»

από Άρδην - Ρήξη

Τι καταγγέλλει ο Δημοκρατικός γερουσιαστής της Τζόρτζια Τζον Όσοφ

Μιλώντας στις 17 Οκτωβρίου σε προεκλογική συγκέντρωση στην Ατλάντα, ο εν ενεργεία Δημοκρατικός γερουσιαστής της Τζόρτζια και υποψήφιος για επανεκλογή Τζον Όσοφ διατύπωσε εξαιρετικά σοβαρές κατηγορίες για τις μεθοδεύσεις που, κατά τον ίδιο, βρίσκονται πίσω από την πρόσφατη συμφωνία Τραμπ–Πούτιν για την αγορά ρωσικού ντίζελ από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Υποστήριξε ότι η συμφωνία δεν είναι μια αυτοτελής ενεργειακή διευθέτηση, αλλά συνδέεται χρονικά και πολιτικά με τις διαπραγματεύσεις για τα διεθνή περιουσιακά στοιχεία της Lukoil, στις οποίες εμπλέκονται πρόσωπα με στενές οικονομικές σχέσεις με την οικογένεια Τραμπ, τον Τζάρεντ Κούσνερ και τον Στιβ Γουίτκοφ.

Ο Όσοφ είναι 39 ετών, εκπροσωπεί την Τζόρτζια στη Γερουσία από το 2021 και επαναδιεκδικεί την έδρα του σε μια Πολιτεία την οποία κέρδισε ο Τραμπ στις προεδρικές εκλογές του 2024. Το πολιτικό του στίγμα τοποθετείται συνήθως στον ρεαλιστικό, κεντροαριστερό κορμό των Δημοκρατικών. Πριν εκλεγεί, εργάστηκε ως κοινοβουλευτικός συνεργάτης σε θέματα εξωτερικής πολιτικής και εθνικής ασφάλειας και διηύθυνε εταιρεία παραγωγής ερευνητικών ντοκιμαντέρ για τη διαφθορά, το οργανωμένο έγκλημα, την εμπορία ανθρώπων και εγκλήματα πολέμου (U.S. Senator for Georgia Jon Ossoff AP News).

Ο Όσοφ υποστηρίζει, ουσιαστικά, ότι η αμερικανική εξωτερική πολιτική, οι κυρώσεις κατά της Ρωσίας και τα επιχειρηματικά συμφέροντα του προεδρικού περιβάλλοντος έχουν αρχίσει να συγχέονται επικίνδυνα. Δεν έχει, όμως, αποδείξει ότι ο Τραμπ ή οι απεσταλμένοι του πρόκειται να αποκομίσουν άμεσα προσωπικό κέρδος από τη συγκεκριμένη συναλλαγή. Η διάκριση αυτή είναι ουσιώδης.

Lukoil, η ουρά της συμφωνίας Τραμπ-Πούτιν

Η γνωστή συμφωνία Τραμπ–Πούτιν για το ρωσικό ντίζελ δεν έρχεται μόνη της. Έχει μια λιγότερο γνωστή «ουρά»: τις παράλληλες διαπραγματεύσεις για την πώληση των διεθνών περιουσιακών στοιχείων της Lukoil. Δεν πρόκειται για την ίδια συναλλαγή, αλλά για δύο υποθέσεις που τέμνονται ως προς τον χρόνο, τα εμπλεκόμενα πρόσωπα και τη χρήση της αμερικανικής διπλωματικής και κυρωτικής ισχύος.

Η πρώτη είναι η συμφωνία Τραμπ–Πούτιν για το ρωσικό ντίζελ. Ο Τραμπ ανακοίνωσε ότι η Ρωσία θα διαθέσει αρχικά 300.000 τόνους, άλλους 500.000 τον Νοέμβριο και ένα εκατομμύριο τόνους αμέσως μετά, με στόχο να υποχωρήσουν οι διεθνείς τιμές. Στις 21 Οκτωβρίου η Μόσχα ανακοίνωσε ότι το πρώτο δεξαμενόπλοιο, με φορτίο 40.000 τόνων, επρόκειτο να αναχωρήσει για τις ΗΠΑ (Reuters).

Η δεύτερη υπόθεση αφορά την πώληση των διεθνών περιουσιακών στοιχείων της Lukoil: πετρελαιοπηγών, διυλιστηρίων και πρατηρίων καυσίμων σε πολλές χώρες, συνολικής εκτιμώμενης αξίας 20–22 δισ. δολαρίων. Η Lukoil αναγκάστηκε να τα θέσει προς πώληση αφού υπήχθη σε αμερικανικές κυρώσεις. Η ολοκλήρωση της συναλλαγής εξαρτάται συνεπώς από την αμερικανική κυβέρνηση, η οποία ελέγχει την εφαρμογή και την άρση των σχετικών περιορισμών.

Σύμφωνα με πληροφορίες που δημοσίευσαν οι New York Times και μετέδωσε το Reuters, ο Βλαντίμιρ Πούτιν έθεσε το θέμα της Lukoil σε συνάντηση που είχε στις 5 Σεπτεμβρίου με τους Τζάρεντ Κούσνερ και Στιβ Γουίτκοφ, τους βασικούς απεσταλμένους του Τραμπ για τις συνομιλίες με τη Ρωσία. Η αμερικανική κυβέρνηση επιβεβαίωσε ότι οι δύο άνδρες συμμετείχαν στη διαπραγμάτευση των οικονομικών όρων της σχεδιαζόμενης αμερικανικής κρατικής επένδυσης (Reuter).

Στις 21 Οκτωβρίου το Κρεμλίνο επιβεβαίωσε ότι η τύχη των διεθνών δραστηριοτήτων της Lukoil εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο αμερικανορωσικών συνομιλιών (Reuters).

Οι καταγγελίες του Όσοφ

Στην ομιλία του στην Ατλάντα, στις 17 Οκτωβρίου, ο Όσοφ συνέδεσε ευθέως τις δύο υποθέσεις:

«Ενώ ο Τραμπ παρακαλεί τον Πούτιν για ντίζελ, ο Λευκός Οίκος μεσολαβεί για την πώληση ρωσικών ενεργειακών περιουσιακών στοιχείων στους φίλους της πρώτης οικογένειας».

Ο Όσοφ κατονόμασε τους ανθρώπους που συγκροτούν ή υποστηρίζουν το επενδυτικό σχήμα:

  • Τον Αμερικανό δισεκατομμυριούχο Τοντ Μπόελι, ο οποίος έχει προσφέρει συνολικά περίπου 2 εκατ. δολάρια σε οργανώσεις και εκδηλώσεις που συνδέονται με τον Τραμπ.
  • Τους συριακής καταγωγής επιχειρηματίες Μουτάζ και Ραμέζ αλ-Χαγιάτ, οι οποίοι συνεργάζονται με τον Κούσνερ και την Ιβάνκα Τραμπ για μια μεγάλη τουριστική επένδυση στη νότια Αλβανία, στην παράκτια ζώνη του Ζβέρνετς κοντά στην Αυλώνα και στο νησί Σάσων. Η σχεδιαζόμενη ανάπτυξη, που εκτείνεται δίπλα στην προστατευόμενη περιοχή Βιόσα–Νάρτα, έχει ήδη προκαλέσει μεγάλες κινητοποιήσεις και διαδηλώσεις με αιτήματα την προστασία του περιβάλλοντος και τη διαφάνεια των διαδικασιών (Reuters).
  • Επενδυτικό σχήμα ελεγχόμενο από τον σεΐχη Ταχνούν μπιν Ζαγέντ αλ-Ναχιάν, Σύμβουλο Εθνικής Ασφαλείας των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων. Όμιλος που συνδέεται με τον Ταχνούν είχε επενδύσει 500 εκατ. δολάρια στη World Liberty Financial, την εταιρεία κρυπτονομισμάτων της οικογένειας Τραμπ, την οποία είχε συνιδρύσει ο Γουίτκοφ.

Παράλληλα, η αμερικανική International Development Finance Corporation εξετάζεται να αποκτήσει περίπου το 15% του νέου εταιρικού σχήματος. Έτσι, μία υπηρεσία του αμερικανικού κράτους θα συμμετείχε ως επενδυτής σε μια συναλλαγή της οποίας την έγκριση καλείται να αποφασίσει μια άλλη υπηρεσία της ίδιας κυβέρνησης (rsn.org).

Ο Όσοφ κάλεσε το ακροατήριό του να «ακολουθήσει το χρήμα», χαρακτήρισε το προεδρικό περιβάλλον «μαφία του Mar-a-Lago» και προειδοποίησε ότι όσοι συμμετέχουν στις σχετικές διαπραγματεύσεις ενδέχεται να κληθούν να καταθέσουν ενόρκως ενώπιον του Κογκρέσου (tommyxtopher.substack.com).

Κυβέρνηση ή deal broker;

Οι κυρώσεις επιβλήθηκαν για να περιορίσουν τα έσοδα με τα οποία η Μόσχα χρηματοδοτεί τον πόλεμο στην Ουκρανία. Η χαλάρωσή τους, σε συνδυασμό με την αγορά ρωσικού ντίζελ, θα μπορούσε να προσφέρει στη Ρωσία μια σημαντική οικονομική και πολιτική διέξοδο, χωρίς να έχει προηγηθεί ουσιαστική παραχώρηση στο ουκρανικό ζήτημα. Γι’ αυτό και η συμφωνία έχει προκαλέσει αντιδράσεις όχι μόνο στους Δημοκρατικούς αλλά και σε Ρεπουμπλικανούς γερουσιαστές, οι οποίοι προειδοποιούν ότι τα νέα έσοδα ενδέχεται να λειτουργήσουν ως χρηματοδοτική ανάσα για τη ρωσική πολεμική μηχανή (AP News).

Όμως, δεν πρόκειται απλώς για μια αμφιλεγόμενη αλλαγή της αμερικανικής πολιτικής απέναντι στη Ρωσία. Ο πρόεδρος Τραμπ και πρόσωπα του στενού του κύκλου επιδιώκουν τη χαλάρωση των κυρώσεων την ίδια στιγμή που ο Τζάρεντ Κούσνερ και ο Στιβ Γουίτκοφ —οι οποίοι συμμετέχουν ως προεδρικοί απεσταλμένοι στις διαπραγματεύσεις για την Ουκρανία— προωθούν μια εξαιρετικά επικερδή ενεργειακή συναλλαγή με επενδυτές που διατηρούν επιχειρηματικούς δεσμούς με τους ίδιους ή με την οικογένεια Τραμπ. Έτσι, ένα βασικό εργαλείο της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής κινδυνεύει να μετατραπεί σε μηχανισμό παραγωγής κερδών για έναν κλειστό κύκλο πετρελαϊκών μεγιστάνων, πολιτικών χρηματοδοτών και επιχειρηματικών εταίρων του προεδρικού περιβάλλοντος.

Ο μηχανισμός είναι κρίσιμος: η αμερικανική κυβέρνηση ελέγχει εάν και με ποιους όρους θα εγκριθεί η πώληση των διεθνών περιουσιακών στοιχείων της Lukoil. Όσο αυτά παραμένουν δεσμευμένα από τις κυρώσεις, η εμπορική τους αξία είναι περιορισμένη. Εάν, όμως, η Ουάσιγκτον επιτρέψει τη μεταβίβασή τους και τα απελευθερώσει από τους σχετικούς περιορισμούς, η αξία τους ενδέχεται να αυξηθεί δραστικά.

Η ίδια κυβέρνηση εμφανίζεται έτσι ταυτόχρονα ως ρυθμιστής των κυρώσεων, διπλωματικός διαπραγματευτής, εγγυητής της συναλλαγής και πιθανός συνεπενδυτής. Αυτό δεν αποδεικνύει από μόνο του παράνομο προσωπικό πλουτισμό. Συγκροτεί, όμως, ένα σοβαρό ζήτημα σύγκρουσης συμφερόντων και θεσμικής αξιοπιστίας: την υποψία ότι ο Τραμπ και το περιβάλλον του φαλκιδεύουν τον δημόσιο σκοπό της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, μετατρέποντάς την σε μοχλό για την εξασφάλιση επικερδών συμφωνιών προς όφελος ενός δικτύου προσώπων που βρίσκεται κοντά στην προεδρική εξουσία.

ΣΧΕΤΙΚΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ