Uncategorized

«Η Αθήνα Ελεύθερη»

Ο θεσμός-αντίβαρο στην εθνική μας εορτή της 28ης Οκτωβρίου συνεχίστηκε και φέτος

του Θανάση Κωτσάκη από την Ρήξη φ. 155

«Για πέμπτη χρονιά φέτος οι εκδηλώσεις «12 Οκτωβρίου 1944. Η Αθήνα ελεύθερη» γέμισαν την πόλη. Πέντε φορείς, το Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία, η Περιφέρεια Αττικής, ο Δήμος Αθηναίων, τα Γενικά Αρχεία του Κράτους και η ΕΡΤ, ανέλαβαν τη διοργάνωση και υποστήριξαν ένα σύνολο δράσεων για την ανάδειξη της επετείου της απελευθέρωσης της πρωτεύουσας από τις ναζιστικές δυνάμεις κατοχής τον Οκτώβριο του 1944 ως μιας πάνδημης γιορτής της πόλης. Οι εκδηλώσεις στοχεύουν να αποτυπώσουν τα δεινά που υπέστη η χώρα κατά την περίοδο του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και της Κατοχής ειδικότερα, αλλά κυρίως να αναδείξουν τον αγώνα του ελληνικού λαού ενάντια στον φασισμό/ναζισμό, την προσήλωσή του στην ιδέα της ελευθερίας και την ανάπτυξη του αντιστασιακού κινήματος. Στη φετινή διοργάνωση, έμφαση δίνεται στην καλλιτεχνική ζωή στα χρόνια της Κατοχής, με ειδικές εκδηλώσεις για το θέατρο, τα εικαστικά και το ρεμπέτικο τραγούδι.
Εκθέσεις, εκδηλώσεις λόγου, ιστορικοί περίπατοι, μουσική, κινηματογραφικές προβολές, εκπαιδευτικά προγράμματα αποτελούν διαύλους διάχυσης της επιστημονικής έρευνας στο ευρύ κοινό. Στις εκδηλώσεις συμμετέχει και συνεργάζεται ένα πολύμορφο σύνολο φορέων (υπουργεία, δήμοι, αρχειακοί φορείς, μουσεία, σχολεία, πανεπιστημιακά ιδρύματα) και ομάδων πολιτών.
Η «Αθήνα ελεύθερη», ένα δυναμικό και φιλόδοξο πρόγραμμα Δημόσιας Ιστορίας, έρχεται να καλύψει ένα μεγάλο κενό στην επίσημη μνήμη της περιόδου της Κατοχής».

Εκδηλώσεις που θεσπίστηκαν το 2015 επί ΣΥΡΙΖΑ, με σκοπό να υπηρετήσουν συγκεκριμένες ιδεολογικές στοχεύσεις, στο πλαίσιο της καλλιέργειας και διάχυσης στις νέες γενιές των ιδεολογημάτων της παγκοσμιοποιητικής liberal Αριστεράς, συνεχίζονται και φέτος. Στόχος η υπονόμευση της εθνικής μας εορτής της 28ης Οκτωβρίου 1940 και του ΟΧΙ, με απώτερο σκοπό την αντικατάστασή της από την 12η Οκτωβρίου 1944, ημέρα απελευθέρωσης της πόλεως των Αθηνών από τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής. Προφανώς και δεν θα ήταν κάτι το μεμπτό, εάν εορταζόταν απλώς η απελευθέρωση της πρωτεύουσας από τον ζυγό του Άξονα, αλλά αντιθέτως αυτό θα συνέβαλε σημαντικά στη διάσωση της ιστορικής μνήμης και της εθνικής μας αυτοσυνειδησίας. Ωστόσο, εδώ γίνεται προσπάθεια, σύμφωνα με τα λεγόμενα των ίδιων των εισηγητών των εν λόγω εκδηλώσεων, για αποδόμηση του «μεταπολεμικού ομογενοποιητικού μύθου της ενιαίας και καθολικής αντίστασης» και για αποσιώπηση κάθε ηρωικής πράξης, στο πλαίσιο της καταπολέμησης του «διδακτισμού» και «φρονηματισμού» της Ιστορίας, με παράλληλη διάθεση ανάδειξης άλλων πτυχών της ιστορικής πραγματικότητας της περιόδου εκείνης υπό ένα μεταμοντέρνο και εν πολλοίς μηδενιστικό οπτικό πρίσμα, που κάθε άλλο παρά εξάρουν το αντιστασιακό εθνικό φρόνημα. Αυτό εδώ προφανώς και αποτελεί πρόβλημα.
Έτσι λοιπόν το ΟΧΙ και ο αγώνας και οι θυσίες του ελληνικού του 1940 είτε αποσιωπώνται είτε υποβαθμίζονται, ενώ, στον αντίποδα, αναδεικνύονται σχεδόν μονομερώς και επιλεκτικά πτυχές που αποδομούν στα μάτια ιδιαίτερα των μικρών μαθητών την εικόνα της πανεθνικής και παλλαϊκής αντίστασης από την 28η Οκτωβρίου 1940 μέχρι και την αποχώρηση και του τελευταίου Γερμανού στρατιώτη (1944-45). Στις εκδηλώσεις αυτές δεν γίνεται κάποια εκτενής αναφορά ούτε δίδεται έμφαση στο έπος του ΟΧΙ του 1940, αλλά απεναντίας, προσφιλής θεματολογία τους είναι οι δωσίλογοι, τα τάγματα ασφαλείας, η πείνα, η μαύρη αγορά, η καθημερινή ζωή, ο υλικός και οικονομικός βίος κατά την Κατοχή και κυρίως τα εμφύλια πάθη της ευρύτερης εποχής, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το αφιέρωμα στον Νίκο Πλουμπίδη…
Αυτή η διάθεση αλλοίωσης του χαρακτήρα και του περιεχομένου των εορταστικών εκδηλώσεων για την εθνική μας αντίσταση (που παύουν πλέον να έχουν ως σημείο αναφορά τους τον εθνικοαπελευθερωτικό μας αγώνα –με όρους εθνικούς– αλλά αναφέρονται με έναν μάλλον αόριστο τρόπο στον αντιφασισμό και τον αντιναζισμό με όρους αμιγώς ιδεολογικούς, καθώς και στην σύγκρουση Αριστεράς-Δεξιάς της περιόδου 1944-1949), και η απόπειρα αναβίωσης διχαστικών γραμμών ή και εμφυλιοπολεμικών παθών του παρελθόντος υπαγορεύεται προφανώς από το ιστορικό και ιδεολογικό υπόστρωμα της απελθούσας κυβέρνησης. Η δε προώθηση της κατάργησης της εθνικής μας εορτής της 28ης Οκτωβρίου, ως «εθνοκεντρικής», δεδομένου ότι ζούμε πλέον σε μία Ενωμένη Ευρώπη και σε μια παγκοσμιοποιημένη κοινωνία, συνδέεται αναμφίβολα με τις παγκοσμιοποιητικές και εθνομηδενιστικές ιδεολογικές θέσεις της liberal Αριστεράς.
Θα περίμενε ίσως κανείς ότι με την πρόσφατη αλλαγή κυβέρνησης θα εξέλιπαν πλέον οι εν λόγω εκδηλώσεις με τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Κι όμως, οι διοργανωτές των εκδηλώσεων αυτών παραμένουν σε θέσεις-κλειδιά στον κρατικό μηχανισμό και μάλιστα στο υπουργείο Παιδείας, με χαρακτηριστικό παράδειγμα εκείνο της κ. Βασιλικής Σακκά, Συντονίστριας Εκπαιδευτικού Έργου (ΠΕ02) του 3ου ΠΕ.ΚΕ.Σ. Αττικής, γνωστής από παλαιότερες εισηγήσεις της προς εκπαιδευτικούς, με θέμα: «Να γιορτάσουμε την απελευθέρωση και όχι την κήρυξη του πολέμου (…)», η οποία συμμετέχει και φέτος ως εισηγήτρια των εκδηλώσεων του «Η Αθήνα Ελεύθερη» μετά του γνωστού για τις εθνοαποδομητικές του θέσεις δημοσιογράφου του «Ιού» και της Εφημερίδας των Συντακτών, κ. Τάσου Κωστόπουλου, ενώ κάτι ανάλογο ισχύει και για τους λοιπούς εισηγητές των εν λόγω εκπαιδευτικών δράσεων.
Παρά λοιπόν τις εξαγγελίες της νέας κυβέρνησης περί «επιστροφής στην κανονικότητα», τίποτα επί της ουσίας δεν έχει αλλάξει ως προς τους σχεδιασμούς υπονόμευσης της εθνικής μας εορτής της 28ης Οκτωβρίου και αποδόμησης των διδαγμάτων που αυτή αποπνέει, ιδίως στις νέες γενιές. Είτε λόγω φοβικών συνδρόμων της κυβερνώσας παράταξης έναντι της ιδεολογικά ηγεμονεύουσας liberal Αριστεράς είτε λόγω εκλεκτικών ιδεολογικών συγγενειών και συναντίληψης των δύο ιδεολογικών πόλων περί της αναγκαιότητας μετατροπής της Ελλάδας από χώρα σε «χώρο», ο εθνομηδενισμός παραμένει κυρίαρχο ιδεολόγημα στον κρατικό μηχανισμό και μάλιστα στο τόσο νευραλγικό για τη διαμόρφωση των συνειδήσεων της νέας γενιάς, υπουργείο Παιδείας. Ο αγώνας λοιπόν για μία δημοκρατική και πατριωτική δημόσια εκπαίδευση, απαλλαγμένη από τον ισοπεδωτισμό της παγκοσμιοποίησης και τον κάθε μορφής εθνομηδενισμό, αποτελεί μονόδρομο.

* Δρα. Ιστορίας

3 Σχόλια

  1. <> : Δε σας καταλαβαίνω, ομολογώ..Να υποθέσω πως όλα τα παραπάνω δε θα θέλατε να συζητηθούν…

  2. Στην Ελλαδα ολοι ειναι “αριστεροι”.

  3. Ζώντας Επικινδύνως

    Ζητώ συγγνώμη για το εκτεταμένο μου σχόλιο αλλά πάνω σ’αυτό το ζήτημα διαφώνησα πρόσφατα με ένα καλό μου φίλο που ασπάζεται τις απόψεις περί αντιδραστικών παρελάσεων. Αντιλήφθηκα εκείνη τη στιγμή ότι η ιστορία δεν είναι δεδομένη αλλά πρέπει να την καλλιεργούμε.

    Η εγγενής αντίφαση των εορτασμών του ΟΧΙ είναι ότι ενώ από τη μια πλευρά αναδεικνύει το αντιστασιακό φρόνημα του λαού μας, από την άλλη αυτοί που κλήθηκαν να το μετατρέψουν σε εθνικό αφήγημα μετά το Β’ ΠΠ ήταν συχνά εκείνοι που είχαν συνεισφέρει στον αγώνα λιγότερο από άλλους. Αναφέρομαι τόσο στη περίοδο ’40-’41 όσο και στη περίοδο της Εθνικής Αντίστασης ’41-’44.

    Την περίοδο ’44-49 την αφήνω σκόπιμα έξω αν και η συνάντηση Βαφειάδη-Τσακαλώτου το 1983 και η στιχομυθία τους είναι παράδειγμα συμφιλίωσης για τους έλληνες.

    Το ΟΧΙ είναι πράγματι έπος του ελληνικού έθνους και όχι απλά της κυβέρνησης Μεταξά. Πρέπει όμως ορθά να τονίζεται η προπαρασκευή που έγινε τα προηγούμενα χρόνια πριν την έναρξη του πολέμου από τη κυβέρνησή του δικτάτορα Μεταξά, έστω και αν σε κάποιους δεν αρέσει.

    Αν θέλουμε η ιστορική εθνική μνήμη αυτής της περιόδου (’40-’44) να είναι ΕΝΙΑΙΑ, δε μπορούμε να αγνοήσουμε το γεγονός ότι η παράταξη που έδωσε τη μορφή που έχει σήμερα ο εορτασμός (δεν αναφέρομαι στη παρέλαση αν σε κάποιους εκεί πάει το μυαλό) μιλάει για το ’40-’41 και σταματά εκεί.

    Για κάθε έλληνα που πολέμησε στην Αλβανία ή στα οχυρά της Μακεδονίας και μετά πήγε σπίτι του υπάρχει άλλος ένας που αφότου γύρισε από το πόλεμο, συμμετείχε στην Εθνική Αντίσταση χώρια τα νέα παιδιά που γαλουχήθηκαν από το ’40 και γι’αυτό πήραν μέρος στην Αντίσταση. Δε κατηγορώ τον πρώτο αλλά δε μπορώ να αγνοήσω από την εθνική ιστορία τους υπόλοιπους.
    Η δε “αναγνώριση” που έγινε το 1982, επέφερε και τον εκμαυλισμό της Εθνικής Αντίστασης από το ΠΑΣΟΚ αφού τη μετέτρεψε σε μόρια πρόσληψης παιδιών πραγματικών ή δήθεν αντιστασιακών σε δημόσιες υπηρεσίες και ΔΕΚΟ. Ήταν δυστυχώς υποπροϊόν της λογικής άλωσης των δομών του δεξιού μετεμφυλιακού κράτους που είχε το ΠΑΣΟΚ.

    Αναφέρομαι στο να διδάσκεται και η Εθνική Αντίσταση ’41-’44 στους εορτασμούς της 28ης Οκτωβρίου. Το ΕΑΜ, η ΕΠΟΝ, ο ΕΛΑΣ, ο ΕΔΕΣ, η ΕΚΚΑ, ο Γοργοπόταμος, οι απεργίες του 1943 εναντίον της επιστράτευσης και της επέκτασης της ζώνης βουλγαρικής κατοχής στη Μακεδονία, η απαγωγή του στρατηγού Κράϊπε στη Κρήτη, η σφαγή στο Δίστομο και σε τόσα άλλα χωριά, ο αγώνας εναντίον των συνεργατών των ιταλογερμανών τσάμηδων στην Ήπειρο. Τόσα και τόσα μπορούν να μάθουμε όλοι και όλες μας.

    Για να χρησιμοποιήσω ένα σχήμα λόγου. Αν η ιστορία είναι σαν ένα ποτάμι, το νερό της η ιστορία του καθένος μας, και η ροή αυτού του ποταμιού καθορίζεται από μια ευρέως αποδεκτή εθνική μνήμη, αυτή τη στιγμή κάποιοι προσπαθούν να κάνουν την εκτροπή της για δικούς τους λόγους και ίσως υποστηριζόμενοι από εξωγενή κέντρα εξουσίας.

    Αυτή η προσπάθεια εκτροπής δε θα είχε καμιά τύχη αν δε πατούσε σε προηγούμενες ανεπίλυτες εκκρεμότητες. Η συμφιλίωση έχει πραγματωθεί ανάμεσα στους έλληνες. Όμως δεν έχει κωδικοποιηθεί επαρκώς από την ιστορία μας γι’αυτό βρίσκουν χώρο εκδηλώσεις άγνοιας και ημιμάθειας όπως της Νέας Φιλαδέλφειας ή τα “φρονηματικά συνθήματα” χρυσαυγιτών επ’ευκαιρία παρελάσεων.

    Αν ισχύει το γεγονός ότι οι ψυχροπολεμικές κατηγοριοποιήσεις Δεξιάς και Αριστεράς δεν έχουν νόημα στην Ελλάδα του σήμερα, πρέπει να βρούμε και το νήμα που μας ενώνει. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να μιλήσουμε για μαυραγορίτες, για συνεργάτες των γερμανών, για αντιστασιακούς, για όσους συνέχισαν το πόλεμο στη Μέση Ανατολή και την Ιταλία, για το ρόλο των τσάμηδων, για το διχαστικό ρόλο των ξένων δυνάμεων (Αγγλίας και ΕΣΣΔ), για τα πολιτικά πάθη που υπέβοσκαν.
    Για τις αντιφατικές διαδρομές των ίδιων των ανθρώπων (επιστολές Ζαχαριάδη που πρώτα υποστηρίζει και μετά καταγγέλει τον αγώνα των ελλήνων απέναντι στην Ιταλία, φυσιογνωμία Τσολάκογλου που ενώ συνέβαλε στην επιτυχία του ελληνικού στρατού εναντίον του ιταλικού το ’40-’41 στη συνέχεια υπέγραψε με πρωτοβουλία τη συνθηκολόγηση και έγινε κατοχικός πρωθυπουργός).

    Αυτή τη διδασκαλία πρέπει να την κάνει το ίδιο το ελλαδικό κράτος στις νέες γενιές και να τις θυμίζει στις παλιότερες.
    Η γνώση της ιστορίας και η σημασία της ΕΝΟΤΗΤΟΣ των ελλήνων τη σήμερον ημέρα είναι βασική προϋπόθεση. Γι’αυτό ακριβώς το λόγο δεν πρέπει να αφεθεί στα χέρια ορισμένων ανθρώπων που σκοπός τους είναι οι εσαεί διαχωρισμοί.

    Δε μπορεί να υπάρχει μια αριστερή και μια δεξιά ιστορία, πόσο μάλλον από ανθρώπους που φορούν το μανδύα του δεξιού και του αριστερού ανάλογα με το πώς τους βολεύει. Πρέπει να υπάρχει μια εθνοκεντρική ιστορία, χωρίς να μπορούν κάποιοι να την απονομιμοποιήσουν σα δήθεν σωβινιστική, προδοτική ή αντιευρωπαϊκή (διαλέχτε και πάρτε). Αυτή η ανάγκη νομίζω ότι μπορεί να γίνει κατανοητή από όσους αγαπούν τη χώρα μας, ανεξαρτήτως πολιτικών προτιμήσεων ενώ θα αφαιρέσει το φύλλο συκής από όσους προσαρμόζουν την ιστορία στις ανάγκες των συμφερόντων τους.

Leave a Comment

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*