Προϋπολογισμός 2020

Του Γιάννη Ξένου από την Ρήξη φ. 156

Ψηφίστηκε στη Βουλή την προηγούμενη Τετάρτη ο προϋπολογισμός για το 2020. Παρά την κυβερνητική αλλαγή, ελάχιστα τον διαφοροποιούν από αυτούς των προηγούμενων χρόνων. Πρόκειται για έναν προϋπολογισμό με πρόβλεψη εσόδων κρατικού προϋπολογισμού τα 54,71 δισ. ευρώ (αύξηση σε σχέση με το 2019 0,8%) και εκτιμώμενο πρωτογενές πλεόνασμα Γενικής Κυβέρνησης 3,8% του ΑΕΠ (με το εκτιμώμενο ΑΕΠ να φτάνει τα 197,315 δισ. ευρώ) ή 7,488 δισ. ευρώ, άρα καλύπτει τον μνημονιακό όρο για 3,5% πλεόνασμα.

Η κυβέρνηση εκτιμά ότι το 2020 η ελληνική οικονομία θα κινηθεί με ρυθμό αύξησης 2,8% από το 2% αύξησης που κατέγραψε το 2019. Στα θετικά μέτρα που φέρνει ο προϋπολογισμός συμπεριλαμβάνονται το επίδομα των 2.000 ευρώ στις νέες οικογένειες για κάθε παιδί που γεννιέται (εκτίμηση για 123 εκ. ευρώ) και η μείωση του ΦΠΑ στον χαμηλό συντελεστή για τα είδη βρεφικής ηλικίας, η αναμόρφωση φορολογίας φυσικών προσώπων με εισαγωγικό συντελεστή 9% και αύξηση του αφορολόγητου για κάθε τέκνο (εκτίμηση για 281 εκατ. ευρώ), η μείωση ασφαλιστικών εισφορών για απασχολούμενους πλήρους απασχόλησης (123 εκατ. ευρώ). Για τις επιχειρήσεις, μείωση φόρου εισοδήματος από το 28% στο 24% και μείωση στη φορολογία στα μερίσματα από 10% σε 5% (σύνολο ωφελείας για τις επιχειρήσεις 616 εκατ. ευρώ).
Από την άλλη, το οικονομικό επιτελείο εκτιμά ότι θα βρει επιπλέον έσοδα από τον περιορισμό των λειτουργικών δαπανών του δημοσίου κατά 500 εκατ. ευρώ, αναδιάρθρωση του προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων με ενίσχυση του συγχρηματοδοτούμενου σκέλους (εξοικονόμηση 170 εκατ. ευρώ). Από την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και τη διεύρυνση της φορολογικής βάσης (μέτρα προώθησης ηλεκτρονικών συναλλαγών και ποινές σε όσους δεν καλύπτουν το ελάχιστο όριο) ευελπιστεί ότι θα αυξήσουν τα έσοδα κατά 557 εκατ. ευρώ.
Τη μέρα που ψηφίστηκε ο προϋπολογισμός δημοσιεύτηκε το Δελτίο Οικονομικών Εξελίξεων του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ. Παρατηρεί το ΙΝΕ ότι η ελληνική οικονομία έχει υψηλές πιθανότητες να προσεγγίσει το 2,8% ως ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ, αλλά αυτό θα οφείλεται και πάλι στις εξαγωγές και τον τουρισμό και στο ξεπάγωμα της οικοδομής, ενώ οι παραγωγικές επενδύσεις και η ιδιωτική κατανάλωση παραμένουν αναιμικές. Από την άλλη χτυπά καμπανάκι προς την κυβέρνηση ότι η ελληνική οικονομία είναι ιδιαιτέρως ευάλωτη σε εξωτερικές συνθήκες, όπως η παγκόσμια οικονομική επιβράδυνση και οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι (επιθετικότητα Τουρκίας και μεταναστευτικό), που μπορούν να προκαλέσουν νέα οικονομική ύφεση ή ακόμα και κρίση.
Οι εξαγωγές αγαθών, που τα τελευταία χρόνια έχουν μια θετική τροχιά, κινδυνεύουν λόγω της παγκόσμιας επιβράδυνσης να πληγούν. Ήδη τα πρώτα ανησυχητικά σημάδια φαίνονται, αφού τους 5 από τους 10 μήνες του 2019 έχουν σημειώσει κάμψη σε ετήσια βάση, με κορυφαία την κάμψη της επίδοσης του Οκτωβρίου (–9,1% έναντι 25,3% τον Οκτώβριο του 2018). Συνολικά στο 10μηνο Ιανουάριος-Οκτώβριος 2019 οι εξαγωγές αγαθών αυξήθηκαν μόλις 1,2% έναντι 17,8% την αντίστοιχη περίοδο του 2018. Ουσιαστικά, ο τουρισμός ήταν αυτός που το 2019 τροφοδότησε την αναιμική ανάπτυξη, μιας και το 9μηνο ενισχύθηκε κατά 14% έναντι 8,4% το αντίστοιχο διάστημα το 2018.
Δίχως παραγωγικές επενδύσεις και ενίσχυση της ιδιωτικής κατανάλωσης, η ελληνική οικονομία βαδίζει στην κόψη του ξυραφιού. Οι ακαθάριστες πάγιες επενδύσεις στην Ελλάδα μειώνονται από το 14,2% 2017 σε το 11,3% το 2019 όταν στην Ευρωζώνη ακολουθούν ανοδική πορεία από το 20,4% το 2017 σε 22% το 2019. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι η ιδιωτική κατανάλωση, παρά την αύξηση της απασχόλησης, τις φορολογικές ελαφρύνσεις κ.ά. που είχαν σαν αποτέλεσμα να αυξηθεί το διαθέσιμο εισόδημα το α΄ εξάμηνο κατά 5%, κινείται εντελώς υποτονικά, με ρυθμό αύξησης μόλις 0,2% το 9μηνο του 2019. Οι αυξημένες υποχρεώσεις των νοικοκυριών και οι ρυθμίσεις για χρέη παλαιότερων ετών εξαντλούν το διαθέσιμο εισόδημα, καθώς οι δεκάδες χιλιάδες (31.481) ηλεκτρονικοί πλειστηριασμοί που διενεργήθηκαν τη διετία Νοέμβριος 2017-Δεκέμβριος 2019, σε συνδυασμό με τις τραπεζικές κατασχέσεις που έχουν υποστεί 1,2 εκατ. φορολογούμενοι είχαν σαν αποτέλεσμα να σπεύσουν οι πολίτες να ρυθμίσουν παλαιότερα χρέη. Το αποτέλεσμα είναι, σύμφωνα με έρευνα των ΣΕΛΠΕ-ELTRUN, το 44% του μηνιαίου εισοδήματος των νοικοκυριών να κατευθύνεται σε πληρωμές λογαριασμών (ΔΕΚΟ κ.ά.) και φόρων. Καταλαβαίνουμε πόσο επίπλαστη είναι η εικόνα «κανονικότητας» που φιλοτεχνείται από κυβέρνηση και αξιωματική αντιπολίτευση.

Δημόσιες Επενδύσεις και Αμυντικές Δαπάνες

Για να επιστρέψουμε στον προϋπολογισμό του 2020, σε δύο κυρίως σημεία η κυβέρνηση Μητσοτάκη ακολουθεί την πεπατημένη της προηγούμενης κυβέρνησης. Το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων (ΠΔΕ) με το μεγάλο έλλειμμα επενδύσεων που έχει η χώρα θα έπρεπε να αποτελεί προτεραιότητα της κυβέρνησης για να τραβήξει την ελληνική οικονομία. Αντιθέτως, είναι κολλημένες στα 6,75 δισ. ευρώ, εκ των οποίων τα 6 δισ. είναι η συμμετοχή της Ελλάδας σε ευρωπαϊκά συγχρηματοδοτούμενα έργα και τα 750 εκατ. σε αυτοχρηματοδοτούμενα. Κονδύλι που είναι μικρό για τις ανάγκες, γιατί το ΠΔΕ τα χρόνια των μνημονίων κουτσουρεύτηκε: από τα 9,6 δισ. που ήταν το 2008, σταθεροποιήθηκε στα 7,7 δισ. την τριετία 2013-2015 για να πέσει στα 6,75 δισ. από το 2016 μέχρι σήμερα. Μάλιστα, σύμφωνα με καταγγελία του νυν υπ. Οικονομικών, Χρ. Σταϊκούρα, τον περασμένο Ιανουάριο, τα περιορισμένα ΠΔΕ επί Σύριζα δεν εκτελούνταν ποτέ εξολοκλήρου, στην τριετία 2016-2018 σωρευτικά υστέρησαν κατά σχεδόν 2 δισ. ευρώ. Δεν φτάνει λοιπόν που είναι περιορισμένα, αλλά δεν εκτελούνται κιόλας, προκειμένου να επιτυγχάνονται πρόσκαιρα υπερπλεονάσματα. Το αποτέλεσμα είναι καταστροφικό, επειδή επιταχύνεται η κατάρρευση των υποδομών της χώρας, αλλά και η οικονομία στερείται τις αναγκαίες επενδύσεις.
Στις αμυντικές δαπάνες, πέρα από κινήσεις για το θεαθήναι, όπως η υπερψήφισή τους από βουλευτές τριών κομμάτων, ΝΔ, Σύριζα και Ελληνική Λύση, η πραγματικότητα παραμένει εξόχως αρνητική. Το κονδύλι του προϋπολογισμού που θα πάει στο υπουργείο Άμυνας είναι 3,397 δισ. ευρώ, αυξημένο μόλις κατά 50 εκατ. ευρώ από το 2019. Εξ αυτών όμως οι δημόσιες επενδύσεις είναι μόλις 14 εκατ. ευρώ! Για νέα εξοπλιστικά προγράμματα θα δαπανηθούν 540 εκατ. ευρώ από 542 εκατ. ευρώ το 2019. Οι δαπάνες για την άμυνα το 2009 ήταν 6,5 δισ. ευρώ εκ των οποίων σε επενδύσεις και αγορά εξοπλισμού τα 2,2 δισ. Έκτοτε ο συνολικός προϋπολογισμός μειώθηκε κατά το ήμισυ, αλλά οι δαπάνες για εξοπλιστικά προγράμματα μειώθηκαν κατά τέσσερις φορές! Οι κυβερνήσεις μπορεί προσπαθούν να εφησυχάσουν την κοινή γνώμη ότι η Ελλάδα, παρά τη δεκαετή οικονομική κρίση, συνεχίζει να δαπανά ετησίως το 2% του ΑΕΠ για την άμυνα, πιάνοντας τον σχετικό στόχο του ΝΑΤΟ, αλλά δεν πιάνει από το 2013 μέχρι σήμερα τη δεύτερη κατευθυντήρια οδηγία του ΝΑΤΟ, το 20% του συνόλου της δαπάνης να κατευθύνεται στην απόκτηση και προμήθεια εξοπλισμών και υποδομών.
Με την ένταση στο Αιγαίο καθημερινά να αυξάνεται και το «θερμό επεισόδιο» να είναι πιθανότατα θέμα χρόνου, είναι αδιανόητο που η κυβέρνηση δεν αύξησε κατά σημαντικό ποσό τις δαπάνες για προμήθεια εξοπλισμού και βελτίωση των αμυντικών υποδομών. Θα αναβάθμιζε την άμυνα της χώρας, που έχει υστερήσει τα τελευταία χρόνια, στέλνοντας και ένα χειροπιαστό μήνυμα στην Τουρκία, ότι η Ελλάδα βγαίνει από την κρίση και έχει τη δυνατότητα και πάλι να επενδύει στην άμυνά της και παράλληλα θα μπορούσε να ενισχύσει την εγχώρια βιομηχανική παραγωγή εάν ένα μέρος τους κατευθυνόταν στις ελληνικές αμυντικές βιομηχανίες. Η Τουρκία το 2014 δαπάνησε 3,3 δισ. δολ. για εξοπλισμούς και υποδομές, ενώ οι δαπάνες σε αυτούς τους τομείς ξεπερνά το 30% του συνόλου. Έκτοτε δε, κάθε χρόνο η Τουρκία αυξάνει το ποσοστό που δαπανά για την άμυνα.
Επομένως, ο προϋπολογισμός του 2020 δεν θεραπεύει τα βασικά προβλήματα της ελληνικής οικονομίας:
– Την ενίσχυση των γεννήσεων, διότι μακροπρόθεσμα η υπογεννητικότητα θα αποτελέσει το σημαντικότερο πρόβλημα (και) στην οικονομία. Το μέτρο της επιδότησης των 2.000 για κάθε παιδί είναι σε θετική κατεύθυνση, αλλά πολύ λίγο.
– Οι Δημόσιες Επενδύσεις παραμένουν κολλημένες στο χαμηλό επίπεδο της κυβέρνησης Σύριζα και δεν προσεγγίζουν καν αυτές που ήταν επί κυβέρνησης Σαμαρά.
– Αποτελεί τεράστιο σφάλμα το γεγονός ότι οι αμυντικές δαπάνες και προπαντός για εξοπλισμό παρέμειναν στα επίπεδα των προηγούμενων χρόνων και δεν αυξήθηκαν στέλνοντας μηνύματα στο εσωτερικό της χώρας, αλλά και στην Τουρκία.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek