του Γ. Ρακκά, από το Άρδην τ. 103, Δεκέμβριος 2015 – Φεβρουάριος 2016

Η όλη συζήτηση που προκάλεσε ο ΣΥΡΙΖΑ με την κατάθεση του νομοσχεδίου περί του συμφώνου συμβίωσης ανοίγει μια ολόκληρη γκάμα πολιτισμικών ζητημάτων, τα οποία μάλιστα λειτουργούν άκρως πολιτικά στην κοινωνία μας, σήμερα, υπό πολλαπλά, μάλιστα, πρίσματα. Αυτά θα πρέπει να τα ξεκαθαρίσουμε, καθώς οι διακρίσεις που υπάρχουν είναι λεπτές και προκαλούν μια τεράστια σύγχυση – απολύτως χρήσιμη για την παρούσα κυβέρνηση και το «σχέδιο» εξουσίας το οποίο αντιπροσωπεύει.
Τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται! Και θα αρχίσουμε από αυτό το σημείο, μιας και είναι πολύ εύκολο πλέον να αντιληφθούμε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ, με τον ίδιο τρόπο που κατά το πολύ πρόσφατο παρελθόν χρησιμοποίησε τη δυσαρέσκεια του ελληνικού λαού απέναντι στις μνημονιακές πολιτικές για να ανέλθει στην εξουσία και να επιβάλει χειρότερες, επικαλείται τώρα το «δικαίωμα στον σεξουαλικό αυτοπροσδιορισμό» ως φύλο συκής για να προωθήσει τόσο εντελώς βραχυπρόθεσμες πολιτικές στοχεύσεις της συγκυρίας, όσο και ένα ευρύτερο «πρόταγμα» για τον μετασχηματισμό της ελληνικής κοινωνίας.

προπαγανδιστικές αναγκαιότητες

Μια κυβέρνηση που πλέον έχει αποδειχθεί καταφανέστατα ότι στρέφεται εναντίον των συμφερόντων της ελληνικής κοινωνίας και του ελληνικού λαού γαντζώνεται απελπισμένα από μια ευρεία γκάμα πολιτισμικών μεταρρυθμίσεων «προσαρμογής» στο φιλελεύθερο κλίμα των ευρωπαϊκών κοινωνιών, προσπαθώντας να διατηρήσει ορισμένα προσχήματα προοδευτισμού.

Την ίδια στιγμή, οι ενέργειές της σε αυτό το πεδίο, δημιουργούν μια παράλληλη διάταξη πολιτικών συσχετισμών, καθώς ενεργοποιείται το παλαιό τόξο της «παγκοσμιοποίησης» και του εκσυγχρονισμού, με το Ποτάμι και το ΠΑΣΟΚ να συμπράττουν ενόψει της ψήφισης του νομοσχεδίου στην Βουλή: Ένα ευχάριστο διάλειμμα, δηλαδή, από την τρομακτική απομόνωση στην οποία είχε περιέλθει ο ΣΥΡΙΖΑ, εξαιτίας της πολιτικής του σε όλα τα κεντρικά πεδία που διαμορφώνουν το μέλλον της ελληνικής κοινωνίας.
Η αντίφαση είναι κάτι παραπάνω από ορατή: Την ίδια στιγμή που η εξουσιομανία της «πρώτης φοράς αριστεράς» (sic!) απειλεί να εξαντλήσει και τα τελευταία αποθέματα αξιοπρέπειας, οικονομικής προοπτικής, κοινωνικής δικαιοσύνης και εν τέλει ελευθερίας σε αυτήν την χώρα, οι εκπρόσωποί τους εξαπολύουν ιερεμιάδες περί «ατομικών δικαιωμάτων»! Λες και είναι δυνατόν να λειτουργήσει κάποιο «δικαίωμα» μέσα σε ένα περιβάλλον γενικευμένης ανημποριάς, κατάπτωσης και παρακμής στο οποίο έχει περιέλθει αυτήν την στιγμή η ελληνική κοινωνία: Αναμφίβολα, η υποκρισία είναι κάτι παραπάνω από προφανής, όσο και η εργαλειακή χρησιμοποίηση ενός ευαίσθητου πολιτισμικού ζητήματος. Πράγμα που, με την σειρά του, παράγει επικίνδυνες ταυτίσεις των «εχθρών του λαού» με την υπεράσπιση ορισμένων πολιτισμικών ομάδων, γεγονός που αναμφίβολα δεν μπορεί παρά να στραφεί μεσομακροπρόθεσμα εναντίον των τελευταίων.
Βεβαίως, αν αρκούμασταν σε αυτές τις διαπιστώσεις, θα ήταν σαν να πετούμε την μπάλα στην εξέδρα. Διότι, προφανώς, το ζήτημα υφίσταται και δείκτης για του λόγου το αληθές είναι το απίστευτο ενδιαφέρον αλλά και οι εντονότατες αντιπαραθέσεις τις οποίες προκαλεί. Και εδώ σταδιακά εισερχόμαστε στο δεύτερο ζήτημα, το οποίο είναι απείρως πιο πολύπλοκο, θα πρέπει όμως να διασαφηνιστεί για να γνωρίζουμε πού πατάμε και πού πηγαίνουμε.

Όλο το ζήτημα περιστρέφεται γύρω από μια λεπτή διάκριση η οποία είναι εξαιρετικά ουσιώδης: Από την μια πλευρά έχουμε, όντως υπαρκτές, μειοψηφικές πολιτισμικές ομάδες που θέτουν ένα ζήτημα σεξουαλικού αυτοπροσδιορισμού, επικαλούμενες πρακτικές στιγματισμού και περιθωριοποίησης, οι οποίες ήταν ευρέως διαδεδομένες εντός της ελληνικής κοινωνίας κατά τις περασμένες δεκαετίες –δεμένες με ένα ευρύτερο κλίμα αυταρχισμού– που σήμερα έχει ατονήσει αποφασιστικά.

Θα ήταν σφάλμα δε να παραλείψουμε, ότι είναι εξίσου αλήθεια πως αυτές οι πολιτισμικές μειοψηφίες υπεραντιπροσωπεύονται σε αυτό που ονομάζουμε στρατηγικά ύψη της πολιτικής και πολιτισμικής εξουσίας τουλάχιστον –στον πολιτικό κόσμο, την σόου μπιζ, και τα ΜΜΕ– γεγονός που συμβαίνει σε ολόκληρο τον δυτικό κόσμο από την δεκαετία του 1980 κι έπειτα.
Πάνω σε αυτήν την πραγματικότητα, εκκολάπτεται μια κατά πολύ ευρύτερη ιδεολογική ηγεμονία ενός μεταμοντέρνου αριστεροφιλελευθερισμού, ο οποίος αξιώνει, υπό το πρόταγμα της «αποκατάστασης»/«αναγνώρισης» αυτών των πολιτισμικών ομάδων, να επιβάλει την απορρύθμιση ανθρωπολογικών προτύπων που είναι διαχρονικά τοποθετημένα στα θεμέλια της κοινωνικής ζωής των ανθρώπων, ορίζουν θα λέγαμε την εξέλιξη και την αναπαραγωγή της ανθρώπινης ύπαρξης.

Η μετατόπιση είναι δυσδιάκριτη αλλά απολύτως πραγματική. Αρκεί κανείς να αναρωτηθεί το πώς φτάσαμε, από αιτήματα αποκατάστασης της ανισότητας που υφίσταντο μεταξύ των δύο φύλων, από διακρίσεις που αφορούσαν στις σεξουαλικές επιλογές, τον εκδημοκρατισμό της οικογένειας κ.ο.κ., στην… αμφισβήτηση της ύπαρξης των φύλων, της διεμφυλικής συγκρότησης της οικογένειας, ή ακόμα και στην… αναγκαιότητα ή μη της τελευταίας.

Η κλασική ρήση του Λένιν, ότι το ραβδί θα πρέπει να λυγίσει από την ανάποδη ώστε να ισιώσει, δεν αρκεί για να εξηγήσει αυτήν την μετατόπιση. Διότι υπάρχει μια ευρύτερη κοινωνική, οικονομική αλλά και τεχνική πραγματικότητα που την υποδαυλίζει και την αναδεικνύει σε κεντρική αιχμή και θρυαλλίδα όλων των αλλαγών που προετοιμάζονται από αυτά τα πολιτισμικά κινήματα.

Υπάρχει μια «πραγματική πραγματικότητα» η οποία τα τροφοδοτεί. Μια κοινωνική, οικονομική και τεχνολογική τάση, κυρίαρχη στις μέρες, που τα φέρνει στην επιφάνεια και ορίζει την δυναμική τους. Και για να την διαλευκάνουμε θα πρέπει να αναρωτηθούμε πάνω στους κεντρικούς προσανατολισμούς που επιβάλλει σήμερα το ίδιο το κυρίαρχο κοινωνικό-οικονομικό και τεχνολογικό μοντέλο, το οποίο έχει πλέον αποικιοποιήσει ολόκληρο τον πλανήτη.

Κοινώς, σήμερα, υπάρχει μια κοινή συνισταμένη δυνάμεων που πιέζουν για την ολοκληρωτική απορρύθμιση των ανθρωπολογικών βάσεων που παραμένουν στα θεμέλια των σύγχρονων κοινωνιών: Ένας γιούνισεξ ακραίος καπιταλισμός (με τον βαθμό παροξυσμού που βρίσκεται να τον μετασχηματίζει μάλλον σ’ ένα είδος «μετακαπιταλισμού») ο οποίος ορίζει ότι η ριζική εξάλειψη όλης της γκάμας των συλλογικών ταυτοτήτων (φύλο, έθνος, τάξη) και ο επαναπροσδιορισμός της ανθρωπότητας σ’ ένα μοντέλο ατόμων-μοναχικοτήτων, τα οποία να είναι σε θέση να επαναπροσδιορίζουν την βιοψυχοκοινωνική τους πραγματικότητα κατά το δοκούν, θα μεγιστοποιήσει το καταναλωτικό αποτέλεσμα.

Μια νέα «οικονομία της επιθυμίας» που αξιώνει να τοποθετήσει την τελευταία, προσδιορισμένη ως άπειρη και ανεξάντλητη, εν είδει καύσιμης ύλης για την παραγωγή επίπλαστων αναγκών –που προφανώς θα ικανοποιούνται εμπορευματικά. Ένα γιγάντιο φαντασιακό εργοστάσιο, δηλαδή, παραγωγής τρόπων ζωής, ηθών, ακόμα και διαφορετικών εκδοχών της ανθρώπινης ύπαρξης! Πράγμα που ίσως στα αυτιά κάποιων να ακούγεται ακραίο, ωστόσο, είναι απολύτως εφικτό και ρεαλιστικό, καθώς η υποταγμένη στις ίδιες βουλιμικές και κυριαρχικές δυνάμεις τεχνολογία, υπόσχεται, αυξάνοντας διαρκώς την αξιοπιστία της ως προς αυτό, την δυνατότητα ριζικής μετάλλαξης ακόμα και της ίδιας της ανθρώπινης φύσης: Είναι η προβληματική του «μετανθρώπου» και του τεχνοφασισμού που απασχολεί μαζικά ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του ’80 τις λιγότερο ενσωματωμένες συνιστώσες του οικολογικού κινήματος και έλκει τις ρίζες της σε όλη την φιλοσοφική κριτική που ασκήθηκε στις αλλοτριωτικές δυνάμεις ενός εκμηχανισμένου και εμπορευματοποιημένου κόσμου, αρχής γενομένης από… το ρομαντικό κίνημα και τον 18ο αιώνα.

Προφανώς και από αυτήν την σκοπιά το φύλο, η οικογένεια, και οι άλλες «ριζικές» ανθρωπολογικές πραγματικότητες της ύπαρξής μας στέκονται εμπόδιο στους εν λόγω μετασχηματισμούς. Και επειδή ακόμα το «κοινωνικό είναι καθορίζει τη συνείδηση» –ως προς αυτό ο Κάρολος Μαρξ διατηρεί την απόλυτη επικαιρότητά του–, δεν είναι δύσκολο να κατανοήσουμε ότι οι πιο ένθερμοι φορείς και υποστηρικτές αυτών των αιτημάτων, προφανώς και ανεξαρτήτως των προσωπικών τους σεξουαλικών ή άλλων επιλογών, βρίσκονται πιο κοντά στον σκληρό πυρήνα αυτού του «μετακαπιταλισμού» και άρα ζουν εντονότερα «στο μέλλον του». Επιδιώκουν, μάλιστα, να επιταχύνουν την έλευσή του προσπαθώντας να το θεσμοθετήσουν κανονιστικά με μια νέα γκάμα «επιτρεπτικού» δικαίου.

Η δράση τους προκαλεί μια τάση και ταυτόχρονα μια αντίδραση.
Για την τάση, δεν είναι δύσκολο να φανταστούμε πως όλα αυτά οδηγούν σε έναν ριζικό επαναπροσδιορισμό των αντιθέσεων μεταξύ τάξεων και εθνών, έτσι όπως εκδηλώνεται στην σύγχρονη πλανητική ιεραρχία τους. Άραγε, αυτό το πρόταγμα δεν θα οδηγήσει σε μια κατάσταση όπου η «ανθρωπινότητα» θα αποτελεί κατάρα των πλανητικών πληβείων την ίδια στιγμή που οι άρχουσες τάξεις και μέρος των μεσοστρωμάτων θα ζει στον «θαυμαστό νέο κόσμο» ενός μετα-ανθρώπινου και μετεξελιγμένου καπιταλισμού; Κοινώς, αντιθέσεις εντός και μεταξύ των κοινωνιών, που μέχρι πρότινος ήταν αντιθέσεις οικονομικής δύναμης, πολιτικής εξουσίας, στρατιωτικής ισχύος, στον 21ο αιώνα, τείνουν να επεκταθούν και στο… ανθρωπολογικό πεδίο. Απειλούν να αφήσουν το στίγμα τους πάνω στην ίδια την ανθρώπινη φύση, με την πρόσβαση στις μεταλλάξεις της να καθορίζεται από την ένταξη στην εσωτερική κοινωνική και την πλανητική ιεραρχία. Και ως προς αυτό, το μεταναστευτικό φαινόμενο θα λειτουργήσει πολλαπλασιαστικά καθώς, ήδη, εντός των χωρών της Δύσης, εγκαθιδρύει παράλληλες κοινωνίες που ζουν σε διαφορετικά πολιτισμικά περιβάλλοντα, ρυθμούς πολιτιστικής εξέλιξης κ.ο.κ.

Για την αντίδραση, θα πρέπει επιτέλους η ιστορία των τελευταίων δύο αιώνων να μας διδάξει το τι συμβαίνει που κάθε φορά οι εκάστοτε άρχουσες δυνάμεις της Δύσης αποκτούν την ισχύ εκείνη που τους επιτρέπει να φανταστούν ότι είναι δυνατή η υλοποίηση της κυριαρχικής τους ουτοπίας: Έτσι, για παράδειγμα, η προσπάθεια για την εγκαθίδρυση μιας «πρώτης παγκοσμιοποίησης», υπό την καθοδήγηση της βρετανικής αποικιοκρατίας, θα προκαλέσει μια «αντανακλαστική κίνηση» που θα οδηγήσει στο ξέσπασμα δύο παγκόσμιων πολέμων και στην άνοδο του φασισμού. Και η «δεύτερη παγκοσμιοποίηση» του νέου αμερικανικού αιώνα κλυδωνίζεται στις μέρες μας, από την αλληλοδιαπλεκόμενη άνοδο του ισλαμικού εξτρεμισμού στην Μέση Ανατολή, καθώς και από την επανεμφάνιση της άκρας δεξιάς και του αμερικανικού νεοσυντηρητισμού στην Δύση. Θα πρέπει, επομένως, να αναμένουμε μια νέα «αντανακλαστική κίνηση» και σε αυτήν την τάση –ήδη η σφοδρότητα των «πολιτισμικών πολέμων» (cultural wars) που συνοδεύει τέτοια ζητήματα στον δυτικό κόσμο προμηνύει κάτι τέτοιο.

Εδώ, βέβαια, ζούμε τον απόηχο όλης αυτής της διαδικασίας. Αρχικά το ΠΑΣΟΚ του Κώστα Σημίτη, και τώρα ο ΣΥΡΙΖΑ, προσπαθούν να εισαγάγουν, στις συνθήκες της ελληνικής κοινωνίας, αυτές τις τάσεις υπό τις σημαίες του «εξευρωπαϊσμού» – να προσαρμόσουμε την ελληνική κοινωνία στις «μουσικές του μέλλοντος» που σαλπίζει η φιλελεύθερη ελίτ της Δύσης.
Με μια «μόνον» ιδιαιτερότητα, ότι η ελληνική κοινωνία, όντας στην παρούσα κατάσταση ολοκληρωτικής αδυναμίας και ανημποριάς στην οποία έχει περιέλθει, είναι στα σίγουρα πολύ ευαίσθητη σε αυτές τις ανθρωπολογικές «απορρυθμίσεις» που κυοφορούνται σήμερα στην Δύση: Η δημογραφία της φθίνει ανεπανόρθωτα, σε σημείο να απειλείται η ίδια της η αναπαραγωγή μέσα στον 21ο αιώνα, και την ίδια στιγμή βρίσκεται πολύ κοντά στις ζώνες «χάους» που προκαλεί αυτή η «διπλή απόκριση», με μια αυταρχική και επεκτατική Τουρκία να βρίσκεται δίπλα της, έτοιμη να εκμεταλλευτεί την ανισορροπία δυνάμεων για να επανέλθει σε μια νέα εκδοχή της πρότερης αυτοκρατορικής της κατάστασης. Γι’ αυτό και η μεταφορά αυτών των τάσεων δεν προμηνύει εδώ την έλευση της νέας δυστοπίας του 21ου αιώνα, αλλά την ιστορική έκλειψη ενός λαού και μιας κοινωνίας.

Θα πρέπει να επανατοποθετήσουμε, επομένως, την συζήτηση που προκύπτει στην χώρα μας γύρω από αυτά τα ζητήματα σε αυτήν την βάση –γιατί από αυτήν ορίζεται η πλανητική και εθνική πραγματικότητα του 21ου αιώνα. Και όχι από τον αενάως προτρεπτικό, εντελώς αφελή, και εν τέλει αντιπολιτικό αριστεροφιλελεύθερο, δικαιωματικό λόγο των κυβερνώντων.
Μήπως αυτό τάχα να σημαίνει ότι θα πρέπει να αποδεχθούμε μια υποστροφή στην πρότερη κατάσταση της ελληνικής κοινωνίας –δηλαδή μια υποστολή ορισμένων ελευθεριών– ώστε να μπορέσουμε να αντέξουμε τους κλυδωνισμούς της; Όχι, αν και πλέον θα πρέπει να θεωρείται δεδομένο ότι –όπως συνέβη και με τον ευρύτερο εθνομηδενισμό που αποτέλεσε την κυρίαρχη ιδεολογία της ύστερης μεταπολίτευσης– όσο περισσότερο αφήνεται αυτός ο λόγος να κυριαρχεί δίχως σοβαρή, ρεαλιστική κριτική επί της ουσίας, άλλο τόσο πριμοδοτεί την ισχυροποίηση του ακραίου αντίθετού του: Ενός αντανακλαστικού σωβινισμού κάθε δυνατής εκδοχής, ο οποίος μπορεί να είναι μεν γελοίος στον βαθμό της ανημποριάς και της αδυναμίας που βρίσκεται η κοινωνία μας, αλλά, σε ένα ευρύτερο πλαίσιο γελοιότητας και παρακμής στο οποίο έχει βυθιστεί η χώρα, διατηρεί την βαρύτητά του.
Αντίθετα, μπορούμε –και εμείς νομίζουμε ότι πρέπει–, από τη σκοπιά στην οποία βρισκόμαστε σήμερα, να χαράξουμε μια «χρυσή τομή», η οποία θα αποπειραθεί ταυτόχρονα να συγκρατήσει την διεύρυνση των ελευθεριών που και στην χώρα μας κατακτήθηκαν κατά την πρώτη φάση της μεταπολίτευσης, αλλά και να απαντήσει στα νέα, αμείλικτα ζητήματα που θέτει ο 21ος αιώνας. Για να γίνει αυτό θα πρέπει να κατανοήσουμε δύο κεντρικά ζητήματα, ένα που αφορά στην πλανητική μας πραγματικότητα, και ένα το οποίο απορρέει από αυτό και αφορά στην εθνική μας ιδιαιτερότητα.

Σε ό,τι αφορά στο πρώτο, ότι υπό το βάρος των τάσεων και των μετασχηματισμών που περιγράψαμε γίνεται προφανές ότι το να υποστηρίζει κανείς πλέον αυτή τη «ριζοσπαστικότητα» των φιλελεύθερων υπερνεωτερικών κοινωνιών, που αξιώνει έναν αέναο και εκ θεμελίων μετασχηματισμό ακόμα και της ίδιας της ανθρώπινης ύπαρξης στο όνομα της προόδου και της αμέριστης εμπιστοσύνης στο κυρίαρχο τεχνο-οικονομικό σύστημα, ισοδυναμεί με το να υπηρετεί την έλευση του νέου ολοκληρωτισμού στον 21ο αιώνα.

Αν δεν θέλουμε να χάσουμε –ίσως οριστικά– τις απειλούμενες σήμερα ελευθερίες μας, όσο σχετικές κι αν είναι αυτές, θα πρέπει να εγκαταλείψουμε αυτές τις ιδέες. Η κατάκτηση μιας νέας ισορροπίας, και όχι η διαρκής συσσώρευση κερδών, κοινωνικών αλλαγών, αστόχαστης τεχνολογικής εξέλιξης και εν τέλει… ανθρωπολογικής μετάλλαξης, αποτελεί το στοίχημα για την ελευθερία στον 21ο αιώνα. Κοινώς, θα πρέπει να τελειώνουμε επιτέλους με τον «ριζοσπαστισμό» της νεωτερικότητας, και να εισάγουμε στη θέση του μια αντίληψη επίμονου, σταδιακού και με μέτρο εκδημοκρατισμού των θεμελίων της κοινωνίας μας. Πράγμα, όμως, που απαιτεί μια καθολική ρήξη με τα πρότυπα, τις νοοτροπίες, τις ιδεολογίες που επικρατούν.

Γεγονός που, για τα ζητήματα που πραγματευόμαστε, συνεπάγεται μια καθολική αναθεώρηση των αντιλήψεων που τείνει να επιβάλει η νέα κουλτούρα του καπιταλισμού: Όχι, το «φύλο» δεν είναι μια «κοινωνική κατασκευή», πόσο μάλλον μια «ατομική κατασκευή» που επαφίεται στην ατομική σεξουαλική βούληση του καθενός, αλλά αποτελεί μια βιοψυχωκοινωνική ολότητα η οποία μπορεί και να υφίσταται ανεξάρτητα από την βούληση αυτή. Παρομοίως, η διαφυλετική οικογένεια δεν είναι ένα αποκρουστικό απολίθωμα μιας σύνθεσης ανάμεσα στην πατριαρχία και τον καπιταλισμό αλλά… ριζική ανθρώπινη ανάγκη –που μάλιστα, κατά τον ύστερο Καστοριάδη, αποτελεί παράγοντα διαμόρφωσης της προσωπικής αυτονομίας και είναι ακόμα χρήσιμη για την κοινωνική αναπαραγωγή, εφόσον βέβαια επιθυμούμε να διατηρήσουμε και να διευρύνουμε τον βαθμό της ατομικής/συλλογικής ελευθερίας μέσα στις κοινωνίες τις οποίες ζούμε.
Χρειαζόμαστε, δηλαδή, άμεσα μια «αλλαγή παραδείγματος» διότι αυτό που σήμερα κυριαρχεί μας κληροδοτήθηκε από την ενσωμάτωση πτυχών της πολιτισμικής επανάστασης που πραγματοποιήθηκε κατά την δεκαετία του 1960 και πλέον υπηρετεί έναν επικίνδυνο ριζοσπαστισμό του συστήματος – το οποίο επιθυμεί να πραγματοποιήσει ένα «άλμα προς τον ουρανό» για τον εαυτό του.

Θα πρέπει, επομένως, να τεθεί ένα μέτρο στην άκρατη βουλησιαρχία του ατομοκεντρικού φιλελευθερισμού. Που θα προσδιοριστεί αυτό; Στην παραδοχή ότι η αποδοχή και η αναγνώριση της ελευθερίας στην σεξουαλική επιλογή, και συνακόλουθα των νέων μορφών συντροφικότητας που προκύπτουν από αυτήν, δεν συνεπάγεται αυτόματα την… κατάργηση όλων των ριζικών ανθρωπολογικών αναγκών, στην διαφυλετική οικογένεια, στο να αναθρέφονται τα παιδιά συνδιαλεγόμενα (και συγκρουόμενα αργότερα) με το πατρικό και το μητρικό πρότυπο, στην αυτοτελή αξία και τον ψυχοσυναισθηματικό πλούτο που παράγεται μέσα από την διαλεκτική της σύγκρουσης και της συνύπαρξης των δύο φύλων. Πρόκειται για δύο διαφορετικής τάξεως ζητήματα, γεγονός που δείχνει να μην αντιλαμβάνεται ο σύγχρονος φιλελεύθερος δικαιωματισμός. Διότι παραγνωρίζει πως αυτές οι ριζικές πραγματικότητες της ανθρώπινης ύπαρξης ενσωματώνουν μέσα τους εκατομμύρια χρόνια ανθρώπινης εξέλιξης, την οποία και διαγράφει στο όνομα ενός αλαζονικού φουτουρισμού. Αυτό δεν σημαίνει, βέβαια, πως κάθε προϊόν της ανθρώπινης, κοινωνικής εξέλιξης είναι θεμιτό ή αποδεκτό. Είναι ριζικά διαφορετικό πράγμα, όμως, να αξιώνει κανείς τον διαρκή εκδημοκρατισμό των ανελεύθερων ή/και των προβληματικών πτυχών της, και άλλο να κηρύττει την ολοκληρωτική της ισοπέδωση μόνο και μόνο επειδή έχει προσβληθεί από την τρομακτική ύβρη των δυνάμεων που ορίζουν την εποχή μας, οι οποίες πιστεύουν ότι έχουν συσσωρεύσει αρκετή ισχύ ώστε να μεταβάλουν εκ θεμελίων τον ανθρώπινο βίο.
Δεύτερον, και σε ό,τι αφορά στην χώρα μας: Θα πρέπει επιτέλους να συνειδητοποιήσουμε ότι φλερτάρουμε επικίνδυνα ως λαός, και ως πολιτισμός (ή τελοσπάντων ό,τι έχει απομείνει από αυτόν) με το ιστορικό μας λυκόφως. Έτσι, είναι εξαιρετικά υποκριτικό, οι ιδεολογικοπολιτικές δυνάμεις του ριζοσπαστικού εθνομηδενισμού, που κηρύττουν ανοιχτά ότι αδιαφορούν γι’ αυτό το γεγονός, να αξιώνουν να ορίσουν τον τρόπο που θα ζήσουμε στον ενδεχομένως και τελευταίο μας αιώνα.

Και είναι εξαιρετικά βλακώδες, οι ίδιες δυνάμεις να πιστεύουν ότι, παρά το αμείλικτο ζήτημα συλλογικής επιβίωσης που τίθεται, μπορούν να πετύχουν, με την υλοποίηση των αιτημάτων τους, την διεύρυνση έστω και ορισμένων ελευθεριών.

Κανένα τέλος δεν εγγυήθηκε ποτέ κάτι τέτοιο –μάλλον η ιστορία μας διδάσκει για το αντίθετο. Και μπορούμε να φανταστούμε τι μορφή θα πάρει αυτό, αναμφίβολα εκείνην μιας γενικευμένης εμφύλιας διαμάχης, καθώς ο εν λόγω ριζοσπαστισμός υπόσχεται –τουλάχιστον διακηρυκτικά– να προκαλέσει την άνθηση κάθε δυνατού ανταγωνισμού μέσα στην κοινωνία μας, «ταξικού», «πολιτισμικού», μεταξύ ντόπιων και μεταναστών κ.ο.κ.

Υπό το πρίσμα μιας χώρας που αγγίζει το όριο της δημογραφικής κατάρρευσης και εμφανίζει όλα τα συμπτώματα της παθογένειας, που προκύπτει από μια γερασμένη κοινωνία, δεν είναι δυνατόν ο θεσμός της οικογένειας να καταδικάζεται στο πυρ το εξώτερον, μόνο και μόνο επειδή το μετεμφυλιακό κράτος και η δικτατορία καταπίεσε τις μεταπολεμικές γενιές υπό τον αυταρχισμό του «πατρίς – θρησκεία – οικογένεια». Ούτε και να υιοθετούμε άκριτα τους φιλελεύθερους πειραματισμούς της Δύσης για την αναδιαμόρφωση των φύλων – εξηγήσαμε ήδη, γιατί μέσα από μια πανουργία της ιστορίας προαναγγέλλουν την έλευση ενός νέου ολοκληρωτισμού.

Εξ άλλου, δυστυχώς, δεν γνωρίζουμε παρά ελάχιστα για τα πράγματα τα οποία μιλάμε. Τόσο για τις σχέσεις και την πραγματικότητα των φύλων, όσο και για την ιστορική εξέλιξη της συγκεκριμένης μορφής οικογένειας που υπήρξε σε αυτόν τον τόπο. Διότι τόσο ο φεμινισμός όσο και το ευρύτερο ρεύμα κριτικής στον οικογενειακό αυταρχισμό μεταφέρθηκαν άκριτα και μεταπρατικά από την Δύση, με συνέπεια να παραγνωρίζονται αποφασιστικά ιστορικές ιδιαιτερότητες βαρύνουσας σημασίας, και σήμερα να κινδυνεύουμε να κάψουμε τα χλωρά μαζί με τα ξερά.

Δεν είναι δυνατόν, για παράδειγμα, να μεταφέρουμε άκριτα το μοντέλο οικογένειας της Δύσης, γνωρίζοντας, ότι επί… οκτώ αιώνες, αυτός ο λαός παρέμεινε κατακτημένος, και διατηρούσε την ελάχιστη αυτονομία του μέσα στο κοινωνικό κύτταρο της διευρυμένης οικογένειας και της κοινότητας. Πράγμα που, ενδεχομένως, να σχετίζεται με τον εξαιρετικά αναβαθμισμένο ρόλο που έχει η οικογένεια στην χώρα μας – ιδίως σε ό,τι αφορά στην διατήρηση της κοινωνικής συνοχής. Και δεν χρειάζεται να εξηγήσουμε το τι θα γινόταν, αν αυτός δεν υπήρχε στην εποχή της κοινωνικής κατάρρευσης, με τα ποσοστά της νεανικής ανεργίας να αγγίζουν σε περιοχές της χώρας το 50% και το 60%.

Κοινώς, δεν μπορούμε να τα βάζουμε όλα σε ένα καζάνι και να ανακατεύουμε μια σούπα νομοθετημάτων παραγόμενων υπό το πρίσμα επιτρεπτικών άλλοθι, μπερδεύοντας ελευθερίες, κοινωνικές ανάγκες, ανθρωπολογικές πραγματικότητες. Θα πρέπει να υπάρξει «διάκριση» και μια σκέψη «κατ’ οικονομίαν».

Είναι άλλο να μάχεσαι για την αποδοχή της σεξουαλικής διαφορετικότητας, και την αστιγμάτιστη, ελεύθερη συμμετοχή της στην κοινωνική ζωή – που θα πρέπει να συνοδεύεται και από τις αντίστοιχες μέριμνες για την ισότιμη μεταχείριση από το Κράτος Δικαίου (υπό την πρακτική προϋπόθεση ότι θα ξαναϋπάρξει κάτι τέτοιο στον τόπο μας, διότι εκείνοι που νομοθετούν σήμερα τάχα υπέρ των «ατομικών δικαιωμάτων» [sic!] του έχουν καταφέρει την χαριστική βολή).

Και είναι διαφορετικής τάξης ζήτημα να θέλεις να ανατρέψεις εκ βάθρων τις οικογενειακές σχέσεις, τα παιδαγωγικά και εκπαιδευτικά πρότυπα, εν τέλει τα θεμέλια της κοινωνικής ζωής στον τόπο μας μόνο και μόνο επειδή έτσι αξιώνει ο πανσεξουαλισμός του νέου εμπορευματικού/καταναλωτικού/τεχνοφασιστικού ολοκληρωτισμού.

Υπό αυτό το σκεπτικό, το σύμφωνο συμβίωσης των ομόφυλων ζευγαριών, ή καλύτερα, η θέσπιση μιας παραλλαγής πολιτικού γάμου ως μορφή νομικής αναγνώρισης από την πλευρά του Κράτους Δικαίου, δεν πρέπει να συγχέεται με μέριμνες για υιοθεσία παιδιών, αλλαγές στο περιεχόμενο της εκπαίδευσης κ.ο.κ. Τουλάχιστον όχι πριν προηγηθεί μια ειλικρινής και απροκατάληπτη δημόσια συζήτηση επί της ουσίας για το ποιες είναι οι πραγματικές συνέπειες αυτών των αλλαγών, και το τι συνεπάγονται για το παρόν και το άμεσο μέλλον της κοινωνίας μας. Αυτό δεν είναι συντηρητισμός, είναι δημοκρατία, μέτρο και οξυδέρκεια – πράγματα που σήμερα αποπειρόμαστε να δολοφονήσουμε στον τόπο που γεννήθηκαν.

Γιώργος Ρακκάς

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek