του Θ. Ντρίνια, από το Άρδην τ. 10 Οκτώβριος-Νοέμβριος 1997

Ἡ ευημερία του κράτους είναι η αθλιότητα του πραγµατικού έθνους, του λαού. Το μεγαλείο και η ισχύς του κράτους είναι π σκλαβιά του λαού… Το κράτος δεν είναι η πατρίδα. Ἐίναι η αφαίρεση, ο µεταφύυσικός, µυστικιστικός, πολιτικός, νομικός μύθος της πατρίδας. Οι λαϊκές μάζες όλων των χωρών αγαπούν βαθιά την πατρίδα τους. Ἀλλ΄ αυτό είναι µια φυσική πραγµατική αγάπῃ. Ο πατριωτισμός του λαού δεν είναι ιδέα, αλλά γεγονός… Ἡ πατρίδα, η εθνικότητα, όπως και η ατοµικότητα, είναι ένα γεγονός φυσικό και κοινωνικό, Ψύχολογικό και Ιστορικό ταυτόχρονα. Δεν είναι µια θεωρητική αρχή. Δεν μπορούμε να ονομάσουμε ανθρώπινη αρχή, παρά μόνο ότι είναι καθολικό, κοινό σ’ όλους τους ανθρώπους. Ἡ εθνικότητα τους χωρίζει. Δεν είναι λοιπόν αρχή. Ἀλλά αυτό που είναι η αρχή, είναι ο σεβασμός που ο καθένας πρέπει να έχει για τα φυσικά, πραγματικά ή Κοινωνικά γεγονότα. Ἡ εθνικότητα, όπως και η ατοµικότητα, εἵναι ένα από τα γεγονότα αυτά. Οφείλουµε λοιπόν να τη σεβόμαστε. Ἡ καταπίεση της είναι έγκλημα…γίνεται Ἱερή αρχή κάθε φορά πού απειλείται ή καταπιέζεται. ΓΙ΄ αυτό λοιπόν αἰσθάνοµαι ειλικρινά και πάντα τον πατριώτη κάθε καταπιεσµένπς πατρίδας.

(Γαλλική έκδοση των απάντων Μ. Μπακούνιν, τόμος 1, σελ. 225 -227, μετ. Πόλυ Γκέκα, εκδ. Πλέθρον)
Ο λαός επήσης είναι από τη φύση του πατριώτης. Ἀγαπά τη γη όπου γεννήθηκε, το κλίμα µέσα στο οποίο αναπτύκθηκε… Ο πραγµατικός, ζωντανός, ισκυρός, φυσικός πατριωτισμός του λαού, δεν είναι Καθόλου εθνικός πατριωτισµός, ούτε καν τοπικός, αλλά στο µεγαλύτερο µέρος του αποκλειστικά κοινοτικός. Ἀλλά αγαπά ακόµα τη γλώσσα που μιλά…Ταυτίζεται επίσης µε τα έθιµα Και τις αληθινές ή λαθεµένες αντιλήψεις της χώρας του. ἂν αυτά τα έθιμα, αυτές οι Ιδέες κι αυτή η γλώσσα καλύπτουν µια περιοχή, τότε αρχίζει να γίνεται πραγματικά ένας τοπικός πατριώτης. Ἀν καλύπτουν ένα ολόκληρο έθνος, τότε γίνεται ένας εθνικός πατριώτης. Με την έννοια αυτή, κανείς δεν είναι τόσο βαθιά ούτε τόσο εἹλικρινά πατριώτης όσο ο λαός…

(Μ. Μπακούνιν και Ιταλία, 2ο µέρος, σελ. 81-83 μετ. Πόλυ Γκέκα, εκδ. Πλέθρον)

Ἐπιλέξαμε αυτά τα αποσπάσματα από το έργο του Μιχαήλ Μπακούνιν όχι βέβαια για να νοµιμοποιήσει τις πολιτικές µας απόψεις µια αναρχική αυθεντία -κάτι τέτοιο θα ήταν απαράδεκτο να γίνει µέσα από µια επιλεκτησή χρήση κειµένων- ούτε προς χάριν µιας άγονης τσιτατολογίας πού συνήθως επιστρατεύεται στις πολιτικές αντιπαραθέσεις. Ἀλλά κυρίως για να δείξουμε την ευρύτητα του πνεύματος, την οξυδέρκεια και την επαφή µε την πραγµατικότητα πού είχε (σε αντίθεση µε πολλούς σημερινούς οπαδούς τοι) αυτός ο μεγάλος επαναστάτης και διεθνιστής το “θαλασσοπούλι της καταιγίδας”, που πραγµάτωσε τις Ιδέες του µε µια πρωτοφανή συνέπεια, συμμετέχοντας σ’ όσους κοινωνικούς κι εθνικοαπελευθερωτικούς αγώνες του επέτρεπαν οἱ δυνάµεις του, µε το όπλο στο χέρι πίσω από τα οδοφράγματα. Ἀφορμή γι΄ αυτό το ψάξιμο στα γραπτά του Μπακούνιν αποτέλεσε το γεγονός ότι πέρασε σχεδόν ένας χρόνος από τότε πού ορισμένοι “αναρχικοί’ επιτέθηκαν στο “Εναλλακτικό βιβλιοπωλείο”, προέβησαν σε καταστροφές και λεηλασίες µε αἰτιολογία τη στάση που κράτησε το “Ἄρδην” µετά τις δολοφονίες των Ισαάκ – Σολωμού.

Όλ΄ αυτά µας βάζουν στον πεἹρα- σµό να προχωρήσουμε σε µια τεράστια αφαίρεση και να αναρωτηθούµε τι θα γινόταν αν ζούσε σήµερα ο Μπακούνιν! Τι θα σκεφτόταν άραγε από αυτή την πρωτοφανή ταύτιση, µε πρόσχημα τον αντεθνικισµό, μερίδας των αναρχικών µε τον Σηµίῃ και την Ἀμερικανική Πρεσβεία; Πως θα αντιδρούσε αυτός που δήλωνε σ’ όλους τους τόνους τον εἰλικρινά του σεβασμό προς το λαϊκό πατριωτισμό, αν έβλεπε το σύνθημα ” Πατριώτες, S-300 να είναι οἱ ώρες σας”; Μήπως εξαιτίας των παραπάνω απόψεών του κινδύνευε να λύντσαριστεί στα Εξάρχεια από τους µικρόνοες εκπροσώπους ενός πρόσφατου και ιδιότυπου πραξικοπηματισμού και σταλινοαναρχισμού; Μήπως εκτός από τα οδοφράγµατα των αγροτών στην Ἑλλάδα ή των εργατών της Ῥενώ στο Βέλγιο, βρισκόταν µε το όπλο στο χέρι Και στα βουνά του Κουρδιστάν “-αισθανόµενος τον πατριώτη κάθε καταπιεσµένης πατρίδας” ή στις ολονύχτιες συγκρούσεις των Κυπρίων πιτσιρικάδων µε την Κυπριακή Ἀστυνομία, το βράδυ της συναυλίας Κούρτ-Ῥουβά, τότε που τα 16 χρόνια αυτά φώναζαν “μπάτσοι, γουρούνια, δολοφόνοι” στους δρόµους της Λευκωσίας για να θεὠρηθούν την άλλη µέρα, από την κυβέρνηση, “αναρχικοί” και “πράκτορες του Ντενκτάς”!; Ῥητορικά βέβαιατα ερωτήµατα αλλά καθόλου αφελή!

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek