Του Παναγιώτη Χούπα

Ο Άλαν Γουόλτερς (1926-2009) ήταν Άγγλος καθηγητής Οικονομικών, ο σημαντικότερος ίσως σύμβουλος της Μάργκαρετ Θάτσερ. Είχε την ακλόνητη πεποίθηση ότι η Βρετανία δεν έπρεπε επ’ ουδενί να εγκαταλείψει τη στερλίνα και να προσχωρήσει στην Ευρωπαϊκή Νομισματική Ένωση. Προς αυτή την κατεύθυνση είχε επηρεάσει σημαντικά την ίδια τη Θάτσερ και συνακόλουθα την πολιτική της. Υποστηρίζοντας σθεναρά τη θέση του, είχε υποστεί συστηματικές επιθέσεις, όχι μόνο από την αντιπολίτευση (Εργατικό Κόμμα), αλλά και από το οικονομικό επιτελείο τής κυβέρνησης των Συντηρητικών.

Το 1989, η Θάτσερ δεχόταν ισχυρές πιέσεις να συνδέσει τη χώρα της με τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Συναλλαγματικών Ισοτιμιών (ERM), πράξη που εθεωρείτο ένα πρώτο βήμα για τη Νομισματική Ένωση. Ο Γουόλτερς ήταν κατηγορηματικά αντίθετος, και η Βρετανίδα πρωθυπουργός ασπαζόμενη τη γνώμη του, είχε αρνηθεί κατ’ επανάληψη όλες τις άλλες προτάσεις.

Σε μια αψιμαχία της «Σιδηράς Κυρίας» στη Βουλή των Κοινοτήτων με τον τότε αρχηγό των Εργατικών Νιλ Κίνοκ, ο τελευταίος την είχε προτρέψει να αποπέμψει τον Γουόλτερς.

Η Θάτσερ τότε, κάλυψε απολύτως τον σύμβουλό της και ανέλαβε πλήρως την ευθύνη, ξεστομίζοντας με στόμφο το αμίμητο «Advisers advise and ministers decide» (Οι σύμβουλοι συμβουλεύουν και οι υπουργοί αποφασίζουν), καταστρέφοντας έτσι κάθε μελλοντική υπερασπιστική γραμμή οποιουδήποτε πολιτικού, νεοφιλελεύθερου ή μη, που θα επιχειρούσε να αποσείσει τις ευθύνες του φορτώνοντάς τις στις πλάτες κάποιων «κακών συμβούλων».

Την αυτονόητη αυτή αληθή δήλωση, η οποία πάντως απέκτησε ιδιαίτερη βαρύτητα λόγω του προσώπου που την έκανε και των συνθηκών υπό τις οποίες έγινε, επανέφεραν εγκαίρως στο προσκήνιο επιφανείς επιστήμονες και ακαδημαϊκοί τού Ην. Βασιλείου επ’ ευκαιρία της τρέχουσας πανδημίας.

Ο Πρόεδρος της Βασιλικής Εταιρείας Επιστημών, καθηγητής Βένκι Ραμακρίσναν (Νόμπελ Χημείας 2009), σε άρθρο του τον περασμένο Μάιο ήταν σαφής:

«…Σε τελική ανάλυση, όπως έχει τονιστεί, οι σύμβουλοι συμβουλεύουν, οι υπουργοί αποφασίζουν. Στις αποφάσεις αυτές, οι επιστημονικές συμβουλές είναι συχνά ένα μόνο από τα πολλά πράγματα που πρέπει να ληφθούν υπόψιν. «Λαμβάνω υπόψιν τις συμβουλές των επιστημόνων» και «κάνω ό,τι λένε οι επιστήμονες» δεν είναι το ίδιο.»

Ο καθηγητής Μπράιαν Κοξ, επιφορτισμένος από την Εταιρεία με το έργο τής ενημέρωσης του κοινού, ήταν ακόμη πιο σαφής:

«…Είναι, νομίζω, μεγάλος πειρασμός να κατηγορήσεις την επιστήμη όταν κάποιες αποφάσεις σου αποδειχθεί εκ των υστέρων ότι δεν ήταν οι καλύτερες δυνατές».

Αυτά στη Μεγάλη Βρετανία, όπου υπάρχει θεσμοθετημένο όργανο για την προαγωγή (και την υπεράσπιση, όταν χρειάζεται) της επιστήμης.

Στην Ελλάδα;

Στη χώρα μας οι ενδείξεις επί του θέματος είναι άκρως ανησυχητικές. Ο φιλοκυβερνητικός Τύπος (κυρίως) αλλά και ο αντιπολιτευόμενος και ο ανεξάρτητος, έντυπος και διαδικτυακός, βρίθει από δημοσιογραφικούς τίτλους αλλά και δηλώσεις κυβερνητικών αξιωματούχων, τού τύπου «Θα μας πει η Επιτροπή ειδικών τι θα κάνουμε», «Οι λοιμωξιολόγοι θα πάρουν νέα μέτρα», «Οι αποφάσεις είναι στα χέρια των επιστημόνων». Τον ολισθηρό αυτό δρόμο, πλην των πολιτικών και των δημοσιογράφων, ακολουθούν και ορισμένοι, σεβαστοί κατά τα λοιπά, επιστήμονες μέλη τής «Επιτροπής Αντιμετώπισης Εκτάκτων Συμβάντων Δημόσιας Υγείας από Λοιμογόνους Παράγοντες», οι οποίοι μιλούν δημοσίως όχι για το ποια μέτρα θα εισηγηθούν, αλλά για το ποια μέτρα θα λάβουν.

Θα μπορούσε βεβαίως κανείς να ισχυριστεί ότι τα ευκόλως εννοούμενα παραλείπονται. Ότι θα πρέπει να θεωρείται δεδομένο ότι η κυβέρνηση έχει τον τελευταίο λόγο στη διαχείριση τής πανδημίας και ασφαλώς θα χρεωθεί και τις συνέπειες.

Ωστόσο, επειδή ένα από τα βασικά όπλα των πολιτικών είναι η προπαγάνδα, τίποτε δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένο και τίποτε ευκόλως εννοούμενο.

Οι αντιδράσεις του υφυπουργού Πολιτικής Προστασίας Ν. Χαρδαλιά ήταν χαρακτηριστικές. Κατά τις πρόσφατες θεομηνίες σε Εύβοια (Αύγουστος 2020) και Θεσσαλία (Σεπτέμβριος 2020), για τις καταστροφές από τα (ούτως ή άλλως απρόβλεπτα) καιρικά φαινόμενα, τις ευθύνες τις απέδωσε στους επιστήμονες. Στην Εθνική Μετεωρολογική Υπηρεσία.

Επειδή λοιπόν η πανδημία COVID-19 είναι σε εξέλιξη και η έκβασή της είναι απρόβλεπτη, καλό θα ήταν να τεθεί το θέμα, έστω και τώρα, στη σωστή του βάση, ξεκάθαρα και οριστικά: οι επιστήμονες συμβουλεύουν, προτείνουν, εισηγούνται. Η κυβέρνηση αποφασίζει και χρεώνεται τα αποτελέσματα.

Στο κάτω κάτω η παρούσα ελληνική κυβέρνηση είναι συντηρητική και νεοφιλελεύθερη. Ας παραδειγματιστεί από την αξιοπρεπή στάση τής Θάτσερ.

Υ.Γ Για την ιστορία: μετά από ομηρικές μάχες που οδήγησαν σε παραίτηση τον πολέμιο τού Γουόλτερς, υπουργό Οικονομικών της Μ. Βρετανίας Νάιτζελ Λόουσον αλλά και τον ίδιο τον Γουόλτερς λίγο αργότερα, η Θάτσερ εισήγαγε τελικά τη χώρα στον ERM τον Οκτώβριο του 1990. Υπουργός Οικονομικών τότε ήταν ο Τζον Μέιτζορ, ο οποίος, ως πρωθυπουργός, απέσυρε τη στερλίνα κακήν κακώς από τον ERM την Τετάρτη 16 Σεπτεμβρίου 1992 (ημέρα που έμεινε γνωστή ως «Μαύρη Τετάρτη»), αφού η Μ. Βρετανία είχε απωλέσει εντός λίγων ημερών πάνω από 800 εκατ. λίρες, εξαιτίας της κερδοσκοπικής επίθεσης στο νόμισμά της από τον Τζορτζ Σόρος. Πολλοί πάντως υποστήριξαν ότι το στραπάτσο ωφέλησε μακροπρόθεσμα τη χώρα, επειδή η μη συμμετοχή της στην Ευρωζώνη την προφύλαξε από μεγαλύτερα προβλήματα.

Πηγές:

http://news.bbc.co.uk/2/hi/7812036.stm

https://royalsociety.org/blog/2020/05/following-the-science/

https://www.medscape.com/viewarticle/930738

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek