Αρχική » Το δημογραφικό στην Ευρώπη & την Ελλάδα (μέρος Α΄)

Το δημογραφικό στην Ευρώπη & την Ελλάδα (μέρος Α΄)

από Γιώργος Ρακκάς

Μια σύνοψη

του Γιώργου Ρακκά από το Άρδην τ. 121

Ενώ στην Ελλάδα το δηµογραφικό ζήτηµα διέρχεται από την βάσανο του πολιτισµικού πολέµου, που ο υπερδικαιωµατισµός έχει κηρύξει στο φάντασµα της συντηρητικής και πατριαρχικής κοινωνίας, οι δηµογραφικές πολιτικές στην Ευρώπη –βόρεια, δυτική και ανατολική– µετρούν ήδη τουλάχιστον τρεις δεκαετίες εφαρµογής. Η µακρά περίοδος αυτή επιτρέπει µια πρώτη αξιολόγηση της αποτελεσµατικότητάς τους.

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι 16-1-1-scaled-e1643881469200.jpg

Στην Ευρώπη, οι επιτυχημένες πολιτικές επί του δημογραφικού βρίσκονται πολύ κοντά στο να αντιστρέψουν την μετάβαση αρκετών χωρών από την κατάσταση της πάγιας ραγδαίας δημογραφικής συρρίκνωσης, προσεγγίζοντας ξανά το όριο αναπλήρωσης του πληθυσμού (2,1 παιδιά/γυναίκα). Αντίθετα, εδώ στην Ελλάδα, ο δείκτης γενικής γονιμότητας φαίνεται να είναι καθηλωμένος σε τιμές κάτω του 1,5 (το 2018 ήταν 1,35, για την ακρίβεια), παραμένοντας επί χρόνια σε ένα φάσμα που σηματοδοτεί την ραγδαία γήρανση της κοινωνίας και αναπόφευκτα την συρρίκνωση του πληθυσμού.

Το ένα φαινόμενο συνδέεται με το άλλο. Η συζήτηση επί του δημογραφικού ζητήματος βρίσκεται επί της παρούσης εν μέσω διασταυρούμενων πυρών από τον δεξιό-νεοφιλελεύθερο και τον αριστερό-εθνομηδενιστικό υπερδικαιωματισμό, που δεν της επιτρέπουν να καταστεί δημιουργική. Δηλαδή να αντιμετωπίσει στην ρίζα του το πρόβλημα, βρίσκοντας σύγχρονους τρόπους προστασίας της μητρότητας, της πατρότητας και της οικογένειας καθώς οι άτυποι αυτοί θεσμοί βάλλονται από τους καταναγκασμούς του σύγχρονου υπερ-εντατικοποιημένου εργασιακού βίου, αλλά και από τις επιταγές του καταναλωτικού ηδονισμού.

Η υπερ-δικαιωματιστική οπτική, ανάγοντας τα πάντα σε ζήτημα επιλογής του (δικού της) πολιτισμικού γούστου και τρόπου ζωής, παραγνωρίζει το γεγονός ότι η μητρότητα, η πατρότητα και η οικογένεια παραμένουν (ακόμα και για τον σύγχρονο, φουτουριστικό άνθρωπο του 21ου αιώνα) πλειοψηφικές κοινωνικές επιλογές. Δηλαδή, δημοκρατικά κυρίαρχες. Δεν αντιλαμβάνεται, επίσης, ότι η δημογραφική κατάσταση της εκάστοτε κοινωνίας, παίζει καθοριστικό ρόλο στην οικονομική, κοινωνική και πολιτική της ζωή ακριβώς διότι μια ακραία γερασμένη χώρα δεν μπορεί να έχει βιώσιμη οικονομία, δυναμική κοινωνία, και δημιουργική πολιτική διαδικασία. Το δημογραφικό αποτελεί, δηλαδή, μείζον ζήτημα για οποιαδήποτε κοινωνία, καθώς μαζί με την εκπαίδευση (με την οποία συνδέεται άρρηκτα, εξάλλου) αποτελούν τους κεντρικούς πυλώνες κοινωνικής αναπαραγωγής, δίχως τους οποίους κανένα οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό μοντέλο δεν μπορεί να λειτουργήσει κανονικά. Ευτυχώς, σε διεθνές επίπεδο έχει αρχίσει τα τελευταία χρόνια να υπάρχει συνειδητοποίηση για την κρισιμότητα του ζητήματος (βλ. πίνακα 1)[1].

Στο παρόν κείμενο, θα μιλήσουμε για την γενική δημογραφική κατάσταση της Ευρώπης, καθώς και για την επιτυχία που έχουν οι πολιτικές των διαφόρων χωρών να διαφοροποιήσουν τις δικές τους κοινωνίες από τον γενικό κανόνα. Στην βάση αυτών των εμπειριών, τέλος, θα αξιολογήσουμε την κατάσταση της Ελλάδας. Η παρουσίαση στηρίζεται σε σημαντικό βαθμό σε μια εξαιρετική έκθεση που δημοσιοποίησε το Ταμείο Πληθυσμού των Ηνωμένων Εθνών (UNFPA) σχετικά με τις δημογραφικές πολιτικές διεθνώς και το αντίκτυπό τους στους δείκτες γεννητικότητας των χωρών.[2]

Η γενική εικόνα: Η δηµογραφική συρρίκνωση της Ευρώπης

To 2019, o δείκτης γενικής γονιμότητας στην Ευρωπαϊκή Ένωση ήταν 1,52 παιδιά/γυναίκα, αρκετά χαμηλότερα από τον δείκτη που απαιτείται για την αναπλήρωση του πληθυσμού (2,1). Η συντριπτική πλειοψηφία των χωρών που ανήκουν σε αυτήν βρίσκεται σε ώριμο στάδιο δημογραφικής μετάβασης, δηλαδή είναι κοινωνίες που αντιμετωπίζουν το φάσμα της γήρανσης και της δημογραφικής συρρίκνωσης.

Ο μέσος όρος υποκρύπτει μια πόλωση που παρατηρείται, αν συγκρίνουμε τους επί μέρους δείκτες γονιμότητας των χωρών που τον διαμορφώνουν: Υπάρχει μια συστάδα χωρών με δείκτες που έχουν σχετικώς ανακάμψει τα τελευταία χρόνια και προσεγγίζουν ξανά το όριο του 2,0 (Γαλλία, που το 1993 είχε αγγίξει το ιστορικό χαμηλό του 1,3, Νορβηγία, Δανία, Ρουμανία, Αυστρία, Ιρλανδία). Κοντά σε αυτήν την ομάδα, για τη σημαντική ανάκαμψη που έχουν σημειώσει τα τελευταία χρόνια είναι και οι βαλτικές χώρες (Λευκορωσία, Εσθονία, Λετονία, ιδίως η Εσθονία, που διακρίνεται για τις μέριμνες της δημογραφικής της πολιτικής, όπως θα δούμε στη συνέχεια).

Από την άλλη πλευρά, είναι οι χώρες οι οποίες βρίσκονται σε δημογραφικό χαμηλό. Μεγάλο τους κομμάτι προέρχεται από τον μεσογειακό χώρο (Ισπανία 1,23, Ιταλία 1,24, Ελλάδα 1,35, Κύπρος, 1,33), φαινόμενο που πίσω του, όπως θα δούμε, κρύβει πολλά για το ποιόν του σύγχρονου δημογραφικού προβλήματος. (βλ. Χάρτη)[3].

H γενική συρρίκνωση των γηγενών ευρωπαϊκών πληθυσμών αυξάνει το αποτύπωμα που έχει η γεννητικότητα των μεταναστών στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, το 20,9% των παιδιών που γεννήθηκαν το 2019 προέρχεται από τους μετανάστες. Ωστόσο, υπάρχουν μεγάλες διαφοροποιήσεις μεταξύ των κρατών – μελών, όπως βλέπουμε και στον πίνακα 2. Μεγαλύτερο αποτύπωμα έχουν τα δημογραφικά της μετανάστευσης στο Λουξεμβούργο (65%). Μεγάλα ποσοστά καταγράφουν επίσης η Σουηδία (31%), η Μάλτα (30%), η Ισπανία (28%), και η Ελλάδα (22%). Όλες τους είδαν μια αύξηση αρκετών ποσοστιαίων μονάδων μέσα στην πενταετία 2013-2019 (Μάλτα +11%, Ελλάδα +7%, Ισπανία +6%,  Σουηδία +5%)[4].

Η δημογραφική δυναμική των μεταναστών, ωστόσο, δεν επηρεάζει τόσο γρήγορα και αποφασιστικά τους δείκτες γενικής γονιμότητας· όχι σε τέτοιο βαθμό όσο προπαγανδίζει η άποψη ότι είναι εύκολο να αντιμετωπίσουμε την δημογραφική κάμψη διά της μετανάστευσης. Η τελευταία φυσικά και επηρεάζει την δημογραφική σύνθεση του πληθυσμού, όχι όμως με τον ευθύγραμμο τρόπο που θέλει το αφήγημα το οποίο διακινείται ευρέως στους κόλπους των πνευματικών, πολιτικών και οικονομικών ελίτ.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα γι’ αυτό αποτελεί η ίδια η Ελλάδα. Με την έλευση της νέας δεκαετίας (2021) κλείνει τριάντα χρόνια λειτουργίας ως χώρα υποδοχής μεταναστών. Σαν συνέπεια των αλλεπάλληλων μεταναστευτικών κυμάτων, το ποσοστό των αλλοδαπών κατοίκων της Ελλάδας είναι σήμερα 13% (σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της Eurostat για το 2020[5]), δηλαδή έχει υπάρξει μια σημαντική υποκατάσταση του γηγενούς πληθυσμού (1 εκ.+ ανθρώπων περίπου). Το 1991, ωστόσο, ο δείκτης γενικής γονιμότητας στην Ελλάδα ήταν 1,37 και ο μέσος όρος του πληθυσμού βρισκόταν τότε στα 35,1 χρόνια. Σήμερα ο δείκτης γενικής γονιμότητας είναι 1,35 και ο μέσος όρος ηλικίας είχε ανέβει (2020) στα 45,6 χρόνια[6].

Παρά το γεγονός ότι εκτεταμένες περιοχές στον πυρήνα των μεγάλων ελληνικών πόλεων, καθώς και στα αγροτικά κέντρα της περιφέρειας πολυεθνικοποιήθηκαν, εντούτοις η δημογραφική κάμψη δεν ανασχέθηκε.Ο πληθυσμός μπορεί να παρέμεινε, εξαιτίας της μετανάστευσης, στα 10εκ., την ίδια στιγμή όμως η κοινωνία συνέχισε να γερνά, η ελληνική οικονομία αντιμετωπίζει τις συνέπειες του δημογραφικού στο ασφαλιστικό, την συρρίκνωση της αγοράς εργασίας κ.ο.κ. πολύ πιο οξυμένα απ’ ό,τι πριν από 30 χρόνια.

Τι σημαίνει αυτό; Για να αποσβέσει η Ελλάδα τις απώλειές της από την γήρανση του πληθυσμού και την συρρίκνωσή του, θα πρέπει ο αριθμός των γεννήσεων των αλλοδαπών στην χώρα να προσεγγίσει εκείνον των γηγενών, ώστε η γεννητικότητα των πρώτων να υπερφαλαγγίσει την υπογεννητικότητα των δεύτερων, και έτσι οι δείκτες να πάρουν την ανιούσα. Ακόμα και 20% ή 30% να ήταν το ποσοστό των μεταναστών στην χώρα, δηλαδή 2 στους 8 ή 3 στους 7, η αυξημένη γονιμότητα της μειοψηφίας δεν θα μπορούσε να απορροφήσει την μειούμενη γονιμότητα της πλειοψηφίας.

Δίνουμε βάρος στην διάσταση αυτή, καθώς θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι η άποψη «να λύσουμε το δημογραφικό διά της μετανάστευσης» οδηγεί σε κοινωνίες όπου συνεχίζουν να γερνούν και να συρρικνώνονται, την ίδια στιγμή που στο εσωτερικό τους κλιμακώνεται όχι η δημογραφική ανάκαμψη, αλλά η υποκατάσταση πληθυσμών.

Τα αίτια της δηµογραφικής κάµψης, µια περιγραφική προσέγγιση

Η δημογραφική κάμψη είναι αναμφίβολα ένα φαινόμενο πολυπαραγοντικό. Οι ρίζες του απλώνονται από το ζήτημα των αξιών –πώς αντιμετωπίζει ο σύγχρονος πολιτισμός και η κυρίαρχή του ιδεολογία την μητρότητα, την πατρότητα, την οικογένεια, τις σχέσεις των δύο φύλων κ.ο.κ.–, μέχρι την σύγκρουση ρόλων που καλείται να διαχειριστεί ο σύγχρονος άνθρωπος στο πλαίσιο του υφιστάμενου κοινωνικού και οικονομικού μοντέλου. Υπεισέρχεται ασφαλώς και η οικονομική διάσταση, δηλαδή η δραματική αύξηση του κόστους ανατροφής των παιδιών, που έλαβε χώρα τις τελευταίες δεκαετίες, και ωθεί τις μεσαίες και κατώτερες τάξεις στην υπογεννητικότητα.

Επειδή όλοι αυτοί οι παράγοντες συνδέονται μεταξύ τους, το φαινόμενο της δημογραφικής κάμψης απαιτεί μια προσέγγιση ολιστική. Χρειάζεται επίσης να επιστρατευτεί και η μέθοδος της αντίστροφης μηχανικής, να εξετάσουμε δηλαδή σε ποια πεδία παρενέβησαν επιτυχώς οι χώρες που εφάρμοσαν αποτελεσματικές δημογραφικές πολιτικές. Εκεί θα δούμε ποιοι ήταν οι ανασταλτικοί παράγοντες που ήρθησαν στην πράξη και βελτίωσαν την γεννητικότητα.

Μέχρι την δεκαετία του 1970, ένα κομμάτι του φεμινιστικού κινήματος στην Δύση ανέπτυξε τον εξής προβληματισμό, που είναι χρήσιμος για να κατανοήσουμε τα αίτια της δημογραφικής μετάβασης.

Το οικονομικό και κοινωνικό μοντέλο, ολοκληρωτικά διαποτισμένο από πρότυπα ανδροκρατικά, δίνει έμφαση σχεδόν αποκλειστικά στην επεκτατική, κυριαρχική πλευρά της οικονομίας: έχει εμμονή με την μεγέθυνση των οικονομικών δεικτών και, την ίδια στιγμή, υποτιμάει ακραία την οικονομία της αναπαραγωγής και της φροντίδας των ανθρώπων, με την οποία είναι κατ’ εξοχήν συνδεδεμένος ο ρόλος της μητρότητας, που στην πραγματικότητα αποτελεί την βάση αυτής της διαδικασίας.

Αυτή υπήρξε η βαθύτερη αιτία που επαγγέλματα όπως του δασκάλου, του καθηγητή, του νηπιαγωγού, του νοσοκόμου κ.λπ. αμείβονται κάτω από την πραγματική οικονομική και κοινωνική αξία που παράγουν. Ο ρόλος τους είναι μεν κοινωνικά αναγκαίος, ωστόσο αυτή του η σημασία δεν αποτυπώνεται μέσα στην αγορά εργασίας.  

Για τον προβληματισμό αυτόν, η έμφυλη ισότητα θα υλοποιηθεί μόνον όταν το οικονομικό και το κοινωνικό μοντέλο αναγνωρίσουν ισότιμα τις αξίες που μέχρι σήμερα υπήρξαν δεμένες με τον ανδρικό και τον γυναικείο κόσμο, αποδίδοντάς τους ίση βαρύτητα στον σύγχρονο βίο.[7] Ένας κόσμος ισοτιμίας ανδρών και γυναικών θα ήταν ένας κόσμος που θα έδινε εξίσου σημασία στις «αρσενικές» και τις «θηλυκές» αξίες.

Η ισότητα των δύο φύλων, ωστόσο, υλοποιήθηκε στο πλαίσιο της υπερφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης με έναν τρόπο εκ διαμέτρου αντίθετο. Για το κυρίαρχο οικονομικό και κοινωνικό μοντέλο, που προτάσσει σε αποκλειστικότητα τις αξίες της εντατικής εργασίας/συσσώρευσης πλούτου και κατανάλωσης, γυναίκες και άνδρες είναι απλώς οικονομικές μονάδες. Πίσω από αυτόν τον ισοπεδωτικό εξισωτισμό κρύβεται η μεταβολή των ανδροκρατικών αξιών, σε unisex καθολικές αξίες.

Σαν συνέπεια αυτού του γεγονότος, η αναπαραγωγική σφαίρα της οικονομίας, αλλά και του ανθρώπινου βίου εν γένει, θα περιέλθει σε απόλυτη ανυποληψία. Η επίθεση του νεοφιλελευθερισμού στο κοινωνικό κράτος, ιδίως στις μέριμνες της φροντίδας και της εκπαίδευσης, αποτελεί την πιο χαρακτηριστική ένδειξη. Η ανυποληψία στην οποία θα περιέλθει η οικογένεια, η μητρότητα και η πατρότητα, αποτελεί την άλλη πλευρά του ίδιου νομίσματος.

Σαν συνέπεια αυτής της λογικής, ένα μοντέλο εντατικοποιημένης συσσώρευσης δεξιοτήτων, εργασίας, καταναλωτικής αυτοπραγμάτωσης κατέλαβε σχεδόν συντριπτικά τις κρίσιμες αναπαραγωγικά δεκαετίες στην ζωή των ανθρώπων: Οι γυναίκες και οι άνδρες της υπερμοντέρνας κοινωνίας καλούνται να σπουδάζουν μέχρι τα τριάντα, παράλληλα να προετοιμάζουν την μετάβασή τους στην αγορά εργασίας, οι υποχρεώσεις της οποίας συνήθως τους καταβάλλουν στα πρώτα χρόνια. Την ίδια στιγμή όλος ο σύγχρονος πολιτισμός σχεδόν σε κάθε του πτυχή βομβαρδίζει τους ανθρώπους με την κατηγορηματική προσταγή «να απολαύσουν τον εαυτό τους», προσφέροντάς τους μια υπεραφθονία προϊόντων, υπηρεσιών και εμπειριών. Μέσα σε αυτόν τον κόσμο, η δοτικότητα που απαιτείται για την γέννηση και την ανατροφή ενός παιδιού αντιμετωπίζεται σαν στέρηση ελευθερίας, δυνατοτήτων και προοπτικών.[8]

Το αποτέλεσμα είναι ότι η δημιουργία οικογένειας και η απόκτηση ενός παιδιού συνήθως εξοβελίζεται στην τέταρτη δεκαετία ζωής των σύγχρονων ανθρώπων, προς το τέλος του αναπαραγωγικού τους κύκλου. Την περίοδο, δηλαδή, όπου πολλαπλασιάζεται η πιθανότητα της οικογένειας του ενός παιδιού, απαιτείται η εμπλοκή της υποβοηθούμενης/τεχνητής αναπαραγωγής σε μεγαλύτερη έκταση κ.ο.κ.

Την ίδια στιγμή, θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας το γεγονός ότι το κόστος ανατροφής του κάθε παιδιού έχει εκτοξευθεί τις τελευταίες δεκαετίες σε ασύγκριτα επίπεδα σε σχέση με την γενιά των baby-boomers: Οι τελευταίοι μεγάλωσαν σε ένα κοινωνικό περιβάλλον όπου υπήρχαν η διευρυμένη οικογένεια, η γειτονιά, ενώ οι επιταγές της μόρφωσης περιορίζονταν στο σχολείο, στην καλύτερη περίπτωση, την εκμάθηση μιας ξένης γλώσσας. Το παιδί του 2021 πρέπει να έχει ως βασικά εφόδια δύο ξένες γλώσσες, αρχίζει φροντιστήριο λόγω της κρίσης του δημόσιου σχολείου από πάρα πολύ νωρίς (ακόμα και από το δημοτικό), πρέπει να εξοικειωθεί με την πληροφορική και την ρομποτική (ώστε να μην καταλήξει ο τεχνοαποκλεισμένος προλετάριος του μέλλοντος). Την ίδια στιγμή, γειτονιά δεν υπάρχει· η παγκοσμιοποιημένη πόλη είναι λόγω εγκληματικότητας, μια πόλη εχθρική στις ελεύθερες δραστηριότητες των παιδιών, γι’ αυτό οι σύγχρονοι παιδότοποι είναι ως επί το πλείστον εμπορευματοποιημένοι και επιτηρούμενοι. Ούτε οι αλάνες, για το ομαδικό παιχνίδι των παιδιών, δεν υπάρχουν πια· η ομαδικότητα, έτσι, μαθαίνεται στα παιδιά όχι από την γειτονιά τους, αλλά από τα οργανωμένα σπορ που έχουν και αυτά τις επιβαρύνσεις τους στον οικογενειακό προϋπολογισμό. Με λίγα λόγια, η ανατροφή των παιδιών έχει τυποποιηθεί υπερβολικά τις τελευταίες δεκαετίες και την ίδια στιγμή, λόγω της κρίσης και της συρρίκνωσης του κοινωνικού κράτους, έχει αφεθεί στους μηχανισμούς της αγοράς.

Το γεγονός αυτό πολλαπλασιάζει τα δυσεπίλυτα διλήμματα για τις μεσαίες/κατώτερες τάξεις, που ούτως ή άλλως έχουν δει τις τελευταίες δεκαετίες τα εισοδήματά τους να συρρικνώνονται.[9] Πολλές φορές η απροθυμία για την γέννηση ενός δεύτερου παιδιού δεν οφείλεται μόνον στις αναστολές των ανθρώπων, ότι η εξέλιξη αυτή θα καθυστερήσει την εκπαιδευτική τους ή την επαγγελματική τους σταδιοδρομία, αλλά και στον φόβο ότι η επιβάρυνση του οικονομικού προϋπολογισμού θα στερήσει προοπτικές και εφόδια και από τα δύο παιδιά.

Η επιδραστική ισχύς όλων των προαναφερόμενων παραγόντων μπορεί εύκολα να διαφανεί στην αριθμητική διαφορά επιθυμητής/πραγματικής οικογένειας, η οποία καταγράφεται στον πίνακα 4[10], και αφορά σε πολλές χώρες της Ε.Ε. Διαφαίνεται ξεκάθαρα από τους δείκτες, ότι οι άνθρωποι θα επιθυμούσαν να έχουν περισσότερα παιδιά από όσα πραγματικά αποκτούν. Και σε ό,τι αφορά στις γυναίκες, διακρίνεται σαφώς ότι το σύγχρονο οικονομικό-κοινωνικό μοντέλο στην πραγματικότητα καταπιέζει την μητρότητα. Αναγκάζει, με τις επιταγές που θέτει στους ανθρώπους, να κάνουν λιγότερα παιδιά από όσα πραγματικά θα ήθελαν.

Η ιδεολογική και πολιτισμική αποδόμηση της μητρότητας έρχεται έπειτα ως ιδεολογία νομιμοποίησης αυτής της κατάστασης και πανηγυρίζει γι’ αυτή την εξέλιξη. Την βαφτίζει «χειραφέτηση» από ρόλους παραδεδομένους. Όμως, για τους περισσότερους ανθρώπους η δημιουργία οικογένειας σίγουρα δεν είναι καταναγκασμός. Είναι μια βαθύτερη συναισθηματική και ψυχολογική ανάγκη, που τους οδηγεί σε μιαν ιδιαίτερη ωρίμανση, μιας και η δημιουργία οικογένειας τους μεταβάλλει από δέκτες της φροντίδας, της αγάπης και της προσοχής, σε πομπούς και παραγωγούς της. Η μητρότητα και η πατρότητα είναι, στο βάθος τους, δημιουργία, κάτι που απαιτεί τον διαχωρισμό του εαυτού από την μονόδρομη σχέση του με το «εγώ». Αν κάπου μπορεί κανείς να εντοπίσει την πραγματική ύπαρξη του «προσώπου» της ορθόδοξης κοσμοαντίληψης, δηλαδή το ανθρωπολογικό πρότυπο που ολοκληρώνει τον άνθρωπο ανοίγοντας την ερμητικότητα του εαυτού στην σχέση με τον άλλον, αυτό είναι μέσα στην οικογένεια. Η δοτικότητα, όμως, αυτή, αποτελεί σκάνδαλο για το σύγχρονο κοινωνικό και οικονομικό μοντέλο, που στηρίζει την καταναλωτική του επέκταση στον «μονήρη εαυτό» και το εγωκρατικό ον.   


[1] Tomáš Sobotka, Anna Matysiak, Zuzanna Brzozowska, «Policy responses to low fertility: How effective are they?», Working Paper no.1, UNPF, Μάιος 2019.

[2] Όπ.π.

[3] «EU births: decline continues, but not from foreign-born women EU births», Eurostat, 23/03/2021. www.ec.europa.eu.

[4] «Fertility statistics», Eurostat, Μάρτιος 2021. www.ec.europa.eu.

[5] «Migration and migrant population statistics», Eurostat, Μάρτιος 2021. www.ec.europa.eu.

[6] «Greece: Median age of the population from 1950 to 2050», statista.com, 15 Απριλίου 2021. www.statista.com.

[7] Βλ. σχετικά: Shirley P. Burggraf, The Feminine Economy And Economic Man: Reviving The Role Of Family In The Postindustrial Age, Basic Books, Νέα Υόρκη 1996. 

[8] Κρίστοφερ Λας, Το σφάλμα της δεξιάς-γιατί η αριστερά δεν έχει κανένα μέλλον, Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα 2018.

[9] Για την συσχέτιση της γεννητικότητας με την κρίση των μεσαίων και κατώτερων τάξεων βλ. Pau Baizan, «Welfare regime patterns in the social class-fertility relationship: Second births in Austria, France, Norway, and the United Kingdom», Research in Social Stratification and Mobility, τεύχος 73, Ιούνιος 2021.

[10] T. Sobotka, A. Matysiak, Z. Brzozowska, «Policy responses…», όπ.π., σελ. 15.

ΣΧΕΤΙΚΑ

1 ΣΧΟΛΙΟ

Φαίδων 4 Φεβρουαρίου 2022 - 11:11

Πολλά υποσχόμενο το πρώτο μέρος.
Αναμένουμε το δεύτερο και ουσιαστικότερο.
Άποψή μου και ας με πείτε τρελό , η μητρότητα πρέπει να γίνει επάγγελμα.
Υπό πολύ συγκεκριμένες και άριστα ελεγχόμενες από το κράτος προϋποθέσεις.

ΑΠΑΝΤΗΣΗ

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Αρέσει σε %d bloggers: