του Παναγιώτη Κόρπα, Ρήξη φ. 4, 10/1/2007
Κάθε φορά που βλέπω μία γέφυρα να εγκαινιάζεται μελαγχολώ. Λέω, πάλι πιο μακριά θα μας πάνε. Φαινομενικά αυτό ίσως να δίνει την εντύπωση ότι ανακουφίζει την κυκλοφορία, όπως για παράδειγμα η ζεύξη Ρίου-Αντιρίου ή η Αττική Οδός. Ταυτόχρονα όμως μπορεί να στείλει ακόμα πιο μακριά τον τόπο εργασίας από τον τόπο κατοικίας μας: Το περιβαλλοντικό κόστος, το κόστος της γης, αναγκάζει επιχειρήσεις να αποκεντρώνονται μετακομίζοντας γύρω από τον άξονα της πρωτεύουσας και μακριά από αυτήν, κρατώντας όμως τους εργαζόμενους στην Αθήνα-χαβούζα-πηγή φτηνού εργατικού δυναμικού.
Αισίως με τον προαστιακό και την Αττική Οδό φτάσαμε στην Κόρινθο, κι απ’ την άλλη εθνική σε: Οινόφυτα-Χαλκίδα-Θήβα-Λειβαδιά- παρακολουθώντας καθημερινά τους εργαζόμενους αποκαμωμένους να πηγαινοέρχονται, όπου βέβαια όταν γυρνάνε σπίτι δεν έχουν χρόνο και όρεξη να σκεφτούν τίποτε πια. Δίνοντάς μας έτσι «ανέσεις» δεν γκρινιάζουμε, ούτε όμως προβάλλουμε το αίτημα να είναι κοντά ο χώρος κατοικίας με τον χώρο εργασίας μας. Ο άνθρωπος όμως αποτελεί μία ολότητα και δεν μπορεί να έχει αυτό τον διχασμό.
Ας φέρουμε ένα παράδειγμα: Ένας καθηγητής που μένει στην Παλλήνη και δουλεύει στην Ελευσίνα ήθελε πριν μία ώρα για να φτάσει στη δουλειά του, κάνοντας έτσι επιτακτική την ανάγκη για μετάθεση. Αλλά πλέον υπάρχει η Αττική Οδός-«πολιτισμός», άρα γιατί να πάρει μετάθεση; Τώρα θέλει 25 λεπτά για την Ελευσίνα. Ποιος πληρώνει όμως αυτό τον «πολιτισμό», το κόστος μεταφοράς; Η μετακίνηση του κοστίζει 10 € την ημέρα συν την απαξίωση ενός αυτοκινήτου, ενώ σταδιακά τα 25 λεπτά με την αύξηση των αυτοκινήτων και των μετακινήσεων γίνονται 35 και στο μέλλον θα ξαναγίνουν μία ώρα.
Συνεπώς είμαστε στα ίδια ενώ το κόστος της αποκέντρωσης και το περιβαλλοντικό κόστος, όσον αφορά τους εργαζόμενους στον ιδιωτικό τομέα που δεν έχουν άλλη επιλογή, το πληρώνουν οι ίδιοι. Θα αναρωτηθεί κανείς: Υπάρχει σχέδιο βάσει του οποίου γίνεται όλο αυτό; Αφελώς, κάνω την εξής απλή σκέψη: Πώς θα επηρεαζόταν η περιοχή π.χ. της Ελευσίνας αν οι νηπιαγωγοί-δάσκαλοι-καθηγητές αντί να μετακινούνται σε όλο το λεκανοπέδιο της Αττικής επιστρέφοντας στα σπίτια τους κατάκοποι έμεναν στην περιοχή όπου δούλευαν ή ο εργαζόμενος στην Τράπεζα Πίστεως στο Μπραχάμι αντί να πηγαίνει στην Αγία Παρασκευή έμενε στη Δάφνη; Πόσες μετακινήσεις θα αποφεύγονταν; Και ταυτόχρονα θα συνέβαλαν μέσα από μία λογική επανατοπικοποίησης στην ανάπτυξη, πολιτιστική-κοινωνική-οικονομική κ.λπ. μιας περιοχής.
Επομένως, οι κλαυθμοί των υπευθύνων για το κυκλοφοριακό είναι πολύ υποκριτικοί. Εμείς στο βαθμό που θέλουμε να αποτελέσουμε ένα κίνημα αλλαγής αυτής της κοινωνίας πρέπει σ’ αυτή την κοινωνία της μετα-κίνησης να προβάλουμε προτάσεις και ιδέες μη-μετακίνησης. Εκτός των άλλων μ’ αυτό τον τρόπο της επανατοπικοποίησης θα ξαναγίνουμε κοινωνία, θα αποχτήσουμε γειτονιές που θα γνωρίζουμε και θα γνωριζόμαστε αντί να ταξιδεύουμε άσκοπα και αδιάκοπα.
*Εκπαιδευτικού
