του Γιώργου Ρακκά
Οι εξελίξεις με την ‘επίθεση φιλίας’ της Τουρκίας στην ΕΕ και την πρόθεσή της να καταστεί πυλώνας της ευρωπαϊκής άμυνας και αμυντικής βιομηχανίας, εκείνες με την Αίγυπτο και την Μονή του Σινά, αλλά και την Λιβύη, αποδεικνύουν κάτι για τους χειρισμούς της ελληνικής κυβέρνησης στα μέτωπα της ελληνικής πολιτικής –ιδίως με την Τουρκία, αλλά όχι μόνον.
Το ‘κατενάτσιο’ που παίζει, προσπαθώντας να απαντάει στις κινήσεις που κάθε φορά τίθενται, την καθιστά εξαιρετικά ευάλωτη σε αιφνιδιασμούς. Οπότε τρέχει μετά να καλύψει το χαμένο έδαφος.
Απουσιάζει η ολική στρατηγική. Και τα σπαράγματά της που διαφαίνονται, προφανώς δεν φτάνουν. Ας πάρουμε παράδειγμα την Μονή του Σινά. Η μεγάλη μερίδα της ελληνικής κοινωνίας και του πολιτικού κόσμου, την ανακάλυψε εφ’ όσον έσκασε η είδηση της δικαστικής απόφασης του αιγυπτιακού δικαστηρίου –παραποιημένη μάλιστα στην πρώτη της εκδοχή, που ανέφερε έξωση τον μοναχών, και μεταβολή της Μονής σε Μουσείο.
Ποια είναι η διαφορά μιας πραγματικής στρατηγικής από το «βλέποντας και κάνοντας»; Ούτως ή άλλως και ανεξαρτήτως του τι κάνει η Αίγυπτος, η Μονή θα έπρεπε να διαδραματίζει έναν ευρύτερο ρόλο προβολής της ελληνικής ήπιας ισχύος, να λειτουργούσε δηλαδή ως πολλαπλασιαστής της ελληνικής επιρροής στους Χριστιανικούς πληθυσμούς της Ανατολής. Αντί αυτού, η επιρροή που ασκεί το ρωσικό πατριαρχείο στους Κόπτες είναι τεράστια, η σχέση που έχουμε εμείς μαζί τους είναι υποτυπώδης –και αυτός είναι ένας επί πλέον λόγος για τον οποίον οι συσχετισμοί και σε ό,τι αφορά στην Μονή του Σινά είναι δυσμενείς για την Ελλάδα.
Τα πράγματα θα μπορούσαν να είναι διαφορετικά με τους Κόπτες και τους Χριστιανούς της Συρίας εάν το υπουργείο Μετανάστευσης αναγνώριζε την αναγκαιότητα να απευθυνθεί στις δικές τους κοινότητες για να ικανοποιήσει το μεγαλύτερο μέρος των αναγκών για εποχιακή οργανωμένη μετανάστευση. Με αυτόν τον τρόπο, και την προϋπόθεση της πολιτιστικής συμβατότητας θα υπηρετούσε η οργανωμένη μετανάστευση, και την επιρροή της Ελλάδας σε σημεία υψηλού ενδιαφέροντος, καθώς αυτοί οι πληθυσμοί θα έχτιζαν μονιμότερους δεσμούς με την χώρα.
Δυστυχώς βρισκόμαστε πολύ πίσω ακόμα από όλα αυτά, γιατί λείπει από την κυβέρνηση το στρατηγικό βάθος για να οργανώσει μια τέτοια οριζόντια πολιτική. Τις προάλλες, διαρροές επισήμαναν την δυσαρέσκεια του υπουργείου Εξωτερικών για το ότι αναγκάζεται να αναλαμβάνει προς τα έξω την ευθύνη της πολιτικής για την Μονή του Σινά που ανήκει στο υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων· η λογική δηλαδή κινείται στην αντίθετη από την παραπάνω κατεύθυνση, όπου οι οριζόντιες πολιτικές που εμπλέκουν πολλά υπουργεία και αλληλοσυνδέουν τις μεταξύ τους πολιτικές θα πρέπει να επιδιώκονται, όχι να καταγγέλλονται σαν γραφειοκρατικός θόρυβος.
Κατανοούμε επομένως την απόσταση για το που θα έπρεπε να είμαστε, και το που βρισκόμαστε. Υπάρχει εδώ και μια κοινή αντίληψη που διατηρεί η κυβέρνηση επί της πολιτικής των εθνικών ζητημάτων, και μια κριτική που ακούγεται από έντυπα και ΜΜΕ τύπου «Δημοκρατία», «Εστία» και Αντιθέσεων του Κρήτη TV, και η οποία βλέπει παντού την ‘εσχάτη προδοσία’. Και οι δύο πλευρές φαίνεται να πιστεύουν πως κάθε εναλλακτική στον κατευνασμό και την πολιτικής τύπου Νεβίλ Τσάμπερλεν, είναι ντε και καλά δημαγωγία, κούφια ρητορική, λεονταρισμοί. Απλά οι μεν της κυβέρνησης αξιολογούν αρνητικά αυτού του τύπου τον πολιτικό λόγο, οι δε, θετικά.
Κι όμως συμβαίνει το αντίθετο. Μια σοβαρή εθνική πολιτική που θωρακίζει αποτελεσματικά απέναντι στην τουρκική απειλή, και αναδεικνύει τον ρόλο της χώρας ως πυλώνα έξυπνης ισχύος στην Νοτιοανατολική Μεσόγειο (έξυπνη ισχύς = ευέλικτη και δυναμική στρατιωτική αποτροπή + πολιτιστική επιρροή), είναι απείρως σοβαρότερη, συστηματικότερη, πολυπλοκότερη, και βαθύτερη από την πολιτική που εφαρμόζει η Νέα Δημοκρατία σε αυτήν την δεύτερη θητεία της. Η οποία είναι αντιφατική, πατάει σε δύο βάρκες, εστιάζει στο ‘κατά περίπτωση’, συχνά παλινδρομεί και φτάνει να σπαταλάει το πολύτιμο κεφάλαιο του χρόνου.
Από το ίδιο σημείο αφετηρίας διατυπώνεται και η ταυτόχρονη κριτική σε αυτού του τύπου την δημαγωγική αντιπολίτευση. Είναι προωθητική αυτή η κριτική ή καθηλωτική; Φωνές που μπορεί να προέρχονται ταυτοχρόνως από την δεξιά και την αριστερά, έχουν καταφέρει το εξής αντιφατικό, να καταγγέλουν την κυβέρνηση και τις ελίτ για τον ενδοτισμό και την υποχωρητικότητά τους έναντι της Τουρκίας, και ταυτοχρόνως, να καταγγέλουν ως ‘δώρο’ στην ολιγαρχία και τεκμήριο εξάρτησης από την Δύση τα εξοπλιστικά προγράμματα που ενδυναμώνουν την άμυνα της χώρας. Προφανώς, αν σχεδιάζαμε την αγορά Σουχόι αντί για F-35, ή αν διεκδικούσαμε μερίδιο συμπαραγωγής σε ρωσικά αντί για γαλλικά πλοία, η πολιτική θα ήταν φιλολαϊκή.
Υπάρχει επομένως ανάγκη για την συγκρότηση ενός ευρύτερου ρεύματος ουσιαστικής και όχι καθηλωτικής αντιπολίτευσης. Οι οιμωγές περί καταστροφής που επαναλαμβάνονται καθημερινά το μόνο που αφήνουν πίσω τους είναι η αίσθηση ότι καθώς περνάει ο χρόνος γινόμαστε ακόμα πιο μικροί και ανήμποροι. Αντίθετα, στα εθνικά θέματα και όχι μόνον σε αυτά (αλλά και στα εγχώρια όπως με την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ) έχουμε ανάγκη από μια προωθητική αντιπολίτευση. Η οποία να εμπνέει και να βοηθάει ευρύτερες δυνάμεις της κοινωνίας να μπουν σε κίνηση, και να συμβάλουν στην ανανέωση της πολιτικής ατζέντας.

1 ΣΧΟΛΙΟ
[…] https://ardin-rixi.gr/archives/263154 […]