Αρχική » Η νέα παγκόσμια τάξη του Ντόναλντ Τραμπ και η Ελλάδα

Η νέα παγκόσμια τάξη του Ντόναλντ Τραμπ και η Ελλάδα

από Αναδημοσιεύσεις

του Γιάννη Χαραλαμπίδη από το newshub.gr

Δεν υπάρχει πλέον καμία αμφιβολία ότι όλα όσα γνωρίζαμε για τον τρόπο με τον οποίο ασκείται η διεθνής πολιτική έχουν απλά πάει περίπατο… Η διακυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ έχει πια ξεκάθαρα και απροκάλυπτα ανοίξει όλη τη βεντάλια των μεθόδων που θα εφαρμόζει στις διεθνείς σχέσεις, φανερώνοντας ταυτόχρονα και πώς τις αντιλαμβάνεται. Και για να μην βιαστεί να πει κάποιος “μα, πάντα γίνονταν αυτά”, η απάντηση είναι ότι δεν γίνονταν πάντα και κυρίως δεν γίνονταν πάντα έτσι.

Έχουν περάσει πχ πάνω από τριανταπέντε χρόνια από την τελευταία ανάλογη επιχείρηση των ΗΠΑ, στον Παναμά το 1989. Αυτό αποδεικνύει ότι δεν είναι μια καθημερινή υπόθεση τέτοιες επεμβάσεις. Αυτό που κυρίως κάνουν ότι δεν βλέπουν ή δεν καταλαβαίνουν όσοι υποστηρίζουν ότι η προεδρία Τραμπ δεν κάνει τίποτα το φοβερό -ενώ ταυτόχρονα βέβαια διατυμπανίζουν ότι τα κάνει όλα μοναδικά και φοβερά, άκρως οξύμωρο αυτό- είναι ότι η ποιότητα, η πυκνότητα και το ύφος των αμερικανικών μεθόδων σε όλα σχεδόν τα πεδία εμπλοκής τους είναι όχι απλώς ασυνήθιστα, αλλά συνολικά πρωτοφανή, αν τα δει κανείς στη μεγάλη εικόνα κι όχι μεμονωμένα.

Τα γενικά χαρακτηριστικά της νέας αμερικανικής πολιτικής

Έχει σημασία να συνοψίσουμε τα κεντρικά, τα βασικά χαρακτηριστικά της νέας αμερικανικής πολιτικής. Γιατί συχνά αναφέρεται το ένα ή το άλλο, όμως σπάνια έχουμε τη δυνατότητα να τα δούμε όλα μαζί. Συνοπτικά λοιπόν, η διεθνής πολιτική της δεύτερης διακυβέρνησης Τραμπ διακρίνεται από τα εξής κύρια σημεία: 

α) συναλλακτική αντίληψη, δηλαδή όλα καταλήγουν σε μια μορφή “δούναι και λαβείν” στην οποία οι ΗΠΑ δεν φτάνει να έχουν μεσομακροπρόθεσμο πολιτικό όφελος, αλλά πρέπει να αποκομίζουν άμεσα οικονομικά κέρδη.

β) προσωπική διπλωματία, καθώς η εντελώς προσωπική άποψη του προέδρου για χώρες και ηγέτες και η προσωπική σχέση που έχει μαζί τους επηρεάζουν -ενίοτε και σημαντικά- τις διμερείς σχέσεις.

γ) ιδεολογικά φίλτρα διαμόρφωσης στάσης στις διμερείς, αλλά και στις υπερεθνικές σχέσεις από πολλά βασικά στελέχη της κυβέρνησης, τα οποία έρχονται να προστεθούν και να αλληλοσυμπληρωθούν με τα προσωπικά.

δ) χαλάρωση της κατάταξης των χωρών σε συμμάχους, συνεργάτες και αντιπάλους και αντικατάστασή της από τις παραπάνω “αρχές”

ε) εγκατάλειψη της διεθνούς τάξης που βασίζεται σε κανόνες (rules based international order) χάριν μιας άναρχης και συγκυριακής διαμόρφωσης σχέσεων ισχύος με εξόχως τοπική διάσταση και απροκάλυπτη αναγνώριση του “δικαίου του ισχυρότερου”.

στ) σε αυτή τη βάση, σιωπηρή αποδοχή της κατάτμησης του κόσμου σε σφαίρες επιρροής περιφερειακών και παγκόσμιων δυνάμεων. Κάθε ένα κράτος που θα υφίσταται δυνητικά ή έμπρακτα πίεση από τον ισχυρό της περιοχής θα προστατεύεται από τις ΗΠΑ μόνο με βάση έναν υπολογισμό άμεσου κόστους/οφέλους.

ζ) χρήση ένοπλης βίας σε τοπική βάση, με προληπτικό αλλά και κατασταλτικό χαρακτήρα και κυρίως με γνώμονα την ελάχιστη δυνατή εμπλοκή και την αποφυγή κόστους.

Όλα αυτά διαμορφώνουν το νέο παγκόσμιο σκηνικό, που ό,τι κι αν διατείνονται κάποιοι, είναι σαφώς διαφορετικό από αυτό που είχαμε να διαχειριστούμε ως χώρα -και ως κόσμος συνολικά- πριν ένα έτος. Για όσους πιστεύουν ότι αυτή η πολιτική είναι σχεδιασμένη -αν έχει νόημα η έννοια του σχεδιασμού στο περιβάλλον Τραμπ- για να μεγιστοποιεί τα οφέλη για τις ΗΠΑ, πρέπει να πούμε ότι το πραγματικό ισοζύγιο της ωφέλειας θα το δούμε σε βάθος χρόνου, καθώς στην πολιτική πολύ συχνά 1 + 1 δεν κάνουν 2… Αυτό που έχει σημασία όμως κυρίως για εμάς είναι να δούμε πώς η Ελλάδα θα πορευτεί σε αυτό το περιβάλλον τα ερχόμενα χρόνια.

Η Ελλάδα στο χαοτικό διεθνές περιβάλλον της πολιτικής Τραμπ

Πρέπει να είναι σαφές σε όλους μας ότι καταρχήν όσο πιο χαλαροί είναι οι κανόνες του διεθνούς παιχνιδιού, τόσο πιο δύσκολα είναι τα πράγματα για τις μεσαίες και μικρές χώρες, στις οποίες προφανώς συγκαταλέγεται η Ελλάδα. Το νέο σκηνικό από μόνο του αυξάνει σε μεγάλο βαθμό την αβεβαιότητα και τη σύγχυση στο διεθνές περιβάλλον, ένα λόγο παραπάνω που η χώρα μας βρίσκεται πάνω σε εξαιρετικά κομβικές περιφερειακές ζώνες. Έτι περαιτέρω αυξάνεται η ανησυχία και η νευρικότητα από το γεγονός ότι η Ελλάδα, πέρα από τη σχέση που έχει διμερώς με τις ΗΠΑ, είναι και χώρα-μέλος της ΕΕ, σε μια φάση που οι σχέσεις των δύο αυτών δυνάμεων διέρχονται μείζονα κρίση. Εδώ έρχονται να συναντηθούν οι παραδοσιακές μας διεθνείς επιλογές με τις σχέσεις ανταγωνισμού που αναπτύσσονται στην περιφέρειά μας και ασφαλώς με τις δικές μας προτεραιότητες.

Η Ελλάδα αντιμετώπισε αμήχανα την σαρωτική εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ για μια σειρά από λόγους, από την παραδοσιακή πολιτική διάσταση των κυρίαρχων πολιτικών δυνάμεων της χώρας με τη σκληρή πτέρυγα του Ρεπουμπλικανικού κόμματος, μέχρι την επιλεκτικά σαγηνευτική σχέση μεταξύ Τραμπ και Ερντογάν. 

Το μούδιασμα και η αμηχανία της Αθήνας κράτησαν ίσως λίγο παραπάνω από ό,τι έπρεπε, αλλά σε κάθε περίπτωση δεν υπήρξαν οπωσδήποτε καθοριστικά δημιουργίας οποιουδήποτε κλίματος διμερώς, καθώς αν μη τι άλλο η προεδρία Τραμπ είχε πολύ απλά άλλα θέματα και περιοχές να ασχοληθεί σοβαρότερα και αμεσότερα. Συνεπώς το γεγονός ότι γενικά μείναμε έξω από τα “ραντάρ” του Λευκού Οίκου στη διάρκεια του πρώτου εξαμήνου-οχταμήνου της προεδρίας υπήρξε μάλλον αρκετά θετικό.

Στη συνέχεια το αρχικό αυτό κλίμα ήρθε να αλλάξει, για λόγους που αφορούν και δεν αφορούν την ελληνική πολιτική. Δηλαδή, οι θετικές εξελίξεις που ήρθαν μάλλον αναπάντεχα για την Αθήνα σε ένα βαθμό το φθινόπωρο της περασμένης χρονιάς οφείλονται τόσο στην επιτυχία της χώρας να διατηρήσει σαφώς θετικό outlook σε τομείς όπως η οικονομική ανάπτυξη και η προώθηση επενδύσεων, αλλά και η προτεραιοποίηση της ανάπτυξης ενεργειακών εκμεταλλεύσεων, όσο και στις ανάλογες και δη συναλλακτικού χαρακτήρα προτεραιότητες της αμερικανικής πλευράς.

Εδώ πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι η συνεπής και ήρεμα σταθερή συμμαχική στάση της Ελλάδας στην περιοχή, σε συνδυασμό όμως με τη γεωγραφική μας θέση και τις δυνατότητες επενδυτικών ευκαιριών συνέβαλε σημαντικά. Κοινώς η Ελλάδα κερδίζει σε αυτή τη φάση επειδή “είναι αυτή που είναι εκεί που είναι”. Η στρατηγικά συνεργατική σχέση αφενός με το Ισραήλ και αφετέρου με κράτη του αραβικού κόσμου, είναι εκ των πραγμάτων ταιριαστή στο μεγάλο κάδρο της “αβρααμικής αρμονίας” που απεργάζονται οι ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή.

Εξού και ήρθε αβίαστα μετά την ενεργειακή αναβάθμιση της Ελλάδας, η στρατηγική αναβάθμιση της Κυπριακής Δημοκρατίας και η ανανεωμένη εμπιστοσύνη στο σχήμα “3+1” για την ανατολική Μεσόγειο.

Στο σημείο αυτό πρέπει να πούμε ότι η ανάπτυξη στρατηγικών σχέσεων συνεργασίας με το Ισραήλ είναι σε αυτή τη φάση υπαρξιακό συμφέρον του Ελληνισμού και αυτό γίνεται προφανώς αντιληπτό από Αθήνα και Λευκωσία. Η σχέση αυτή δεν εκτείνεται στη Μέση Ανατολή και είναι απαραίτητο να το έχουμε υπόψη μας αυτό, δηλαδή το Ισραήλ δεν ζητά την οποιαδήποτε δέσμευση Ελλάδας και Κύπρου για μέτωπα που αναπτύσσει το ίδιο. Αναμένει όμως ότι θα μπορεί να κάνει χρήση διευκολύνσεων σε ελληνικές και ελληνοκυπριακές υποδομές. 

Η στρατηγική σχέση με το Ισραήλ όμως σαφέστατα αφορά την ανατολική Μεσόγειο και την περιφέρειά της. Αυτό είναι σαφές και από την ανάπτυξη των σχέσεων των δύο ελληνικών κρατών με την Αίγυπτο, αλλά και την πρόσφατη ολοκλήρωση της οριοθέτησης ΑΟΖ μεταξύ Λιβάνου και Κύπρου. Ασφαλώς, σε δεύτερο πλάνο η σχέση αυτή που έχει και αμυντική διάσταση μπορεί ενδεχομένως στο μέλλον να λάβει και χαρακτήρα συμμαχικών αμυντικών μέτρων προστασίας των αναπτυσσόμενων ενεργειακών υποδομών. Ως τώρα η αμυντική σχέση των τριών χωρών έχει εμπεδωθεί σε επίπεδο εκπαιδευτικό και εξοπλιστικό.

Η Ελλάδα ούσα μια χώρα με καίριο ρόλο σε διαφορετικές και αλληλοσυμπληρούμενες περιοχές έχει σημασία για τις ΗΠΑ. Αυτό ασφαλώς στην εποχή Τραμπ πρέπει να σφραγίζεται και από συνεργατικές και συναλλακτικές σχέσεις, κάτι που βλέπουμε πως προχωρά. Από την άλλη είναι σαφές ότι η χώρα μας, έχοντας να διαχειριστεί προκλήσεις σαφέστατα υπέρτερες των περισσοτέρων ευρωπαϊκών κρατών, πρέπει να έχει ιδιαίτερα προσεγμένη και φειδωλή γλώσσα στα κρίσιμα διεθνή θέματα, ώστε για λόγους σκοπιμότητας να μη θίγει ζητήματα που αποτελούν στρατηγική προτεραιότητα για κομβικές για τα συμφέροντά μας χώρες, όπως οι ΗΠΑ ή το Ισραήλ. 

Αυτό όμως δεν σημαίνει παράλληλα ότι πρέπει να επιλέγονται αμφιλεγόμενες διατυπώσεις και να εκφέρονται ακροβασίες που μπορεί μελλοντικά να αξιοποιηθούν με τρόπο αρνητικό για τα εθνικά συμφέροντα. Στην προσπάθεια αυτή, που συχνά λαμβάνει χαρακτήρα επίπονης άσκησης ισορροπίας η χώρα οφείλει να αξιοποιεί το σύνολο της εμπειρίας και των πόρων της διπλωματικής ιεραρχίας, δεν είναι εποχές αυτές για να ασκείται εξωτερική πολιτική με προσωπικό πολιτικών γραφείων.

Το νέο διεθνές περιβάλλον είναι γεμάτο προκλήσεις, αλλά ταυτόχρονα και γεμάτο ευκαιρίες και το περασμένο έτος το απέδειξε περίτρανα. Η Ελλάδα οφείλει όχι απλά να εκμεταλλεύεται τις ευκαιρίες αλλά ει δυνατόν να τις δημιουργεί κιόλας, ούσα έτοιμη να κεφαλαιοποιήσει το μέγιστο όφελος με πυλώνες στήριξης την οικονομική προοπτική, την αμυντική ισχύ και την διεθνοπολιτική επάρκεια. Οποιοδήποτε πισωγύρισμα σε οποιοδήποτε από αυτά τα τρία πεδία μπορεί σε αυτή τη φάση να κοστίσει. 

Με αυτές τις προϋποθέσεις, η χώρα μας μπορεί να ελπίζει ότι στα φουρτουνιασμένα και βαθιά, αφιλόξενα νερά του νέου διεθνούς χάρτη έχει τη δυνατότητα να πλοηγηθεί με επιτυχία. Δύσκολες καταστάσεις, αλλά μια ματιά στην ιστορία φτάνει να μας πείσει ότι τα εύκολα είναι για άλλους λαούς…

Στηρίξτε το Άρδην και τις Εναλλακτικές Εκδόσεις κάνοντας μια προσφορά ΕΔΩ.

ΣΧΕΤΙΚΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ