Αρχική » Ο α­θη­να­ϊ­κός ι­μπε­ρια­λι­σμός & ο Πε­λο­πον­νη­σια­κός Πό­λε­μος

Ο α­θη­να­ϊ­κός ι­μπε­ρια­λι­σμός & ο Πε­λο­πον­νη­σια­κός Πό­λε­μος

από Άρδην - Ρήξη

Του Κώστα Παπαϊωάννου
Απόσπασμα από το βιβλίο του Τέχνη και πολιτισμός στην Αρχαία Ελλάδα, μτφρ. Χριστίνα Σταματοπούλου, ΕΕ, σσ. 281-291.

Την ε­παύ­ριο των νι­κών ε­πί των Περ­σών, οι Έλ­λη­νες της Α­σί­ας εί­χαν ε­μπι­στευ­θεί στους Α­θη­ναί­ους τη διοί­κη­ση των ναυ­τι­κών δυ­νά­με­ων των πε­ρισ­σο­τέ­ρων πό­λε­ων του Αι­γαί­ου. Σχη­μα­τί­στη­κε μια συμ­μα­χί­α με στό­χο την α­πε­λευ­θέ­ρω­ση των Ελ­λή­νων που ή­ταν α­κό­μα υ­πό­δου­λοι στην Περ­σί­α και την υ­πε­ρά­σπι­ση των ιω­νι­κών και νη­σιω­τι­κών πό­λε­ων α­πό κά­θε νέ­α ε­πι­χεί­ρη­ση του Με­γά­λου Βα­σι­λέ­α. Η Δή­λος, το ιε­ρότερο νη­σί α­νά­με­σα σε ό­λα τα άλ­λα στα μά­τια των Ιώ­νων, υ­ιο­θε­τή­θη­κε ως θρη­σκευ­τι­κό και πο­λι­τι­κό κέ­ντρο της συμ­μα­χί­ας. Αρ­χι­κά η Α­θή­να δεν εί­χε πα­ρά τη διεύ­θυν­ση (ἡ­γε­μο­νί­α)· α­νε­παι­σθή­τως όμως, η η­γε­μο­νί­α με­τε­τρά­πη σε διοί­κη­ση (ἀρ­χή) και η Συμ­μα­χί­α της Δή­λου με­τα­βλή­θη­κε σε α­θη­να­ϊ­κή κυ­ριαρ­χί­α.
Με το πρό­σχη­μα ό­τι η Δή­λος κιν­δύ­νευε α­πό μια ε­πί­θε­ση των Περ­σών, ο ο­μο­σπον­δια­κός θη­σαυ­ρός με­τα­φέρ­θη­κε στην Α­θή­να και η δια­χεί­ρι­ση του κοι­νού τα­μεί­ου ξέ­φυ­γε α­πό τον έ­λεγ­χο των συμ­μά­χων· οι τε­λευ­ταί­οι ό­φει­λαν όρ­κο πί­στης στην η­γε­μο­νι­κή πό­λη· στρα­τιω­τι­κές ε­πι­χει­ρή­σεις πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­καν ε­να­ντί­ον κά­θε συμ­μά­χου που προ­σπα­θού­σε να ε­γκα­τα­λεί­ψει τη συμ­μα­χί­α: της Νά­ξου το 470, της Θά­σου το 465, της Σά­μου το 441. Υ­πο­χρε­ω­μέ­νοι να κα­τα­βά­λλουν φό­ρο κά­θε 4 χρό­νια στους Α­θη­ναί­ους, οι σύμ­μα­χοι με­τα­βλή­θη­καν σε υ­πη­κό­ους: η η­γε­μο­νί­α εί­χε γί­νει «τυ­ραν­νί­α», κα­τά την έκ­φρα­ση του Πε­ρι­κλή. Η η­γε­μο­νί­α μας μοιά­ζει με τυ­ραν­νί­α, έ­λε­γε στους συ­μπο­λί­τες του, την οποία «να προ­σλά­βη τις θε­ω­ρεί­ται ά­δι­κον, να την α­φή­ση δε ε­πι­κίν­δυ­νον». Οι Α­θη­ναί­οι εί­χαν πλή­ρη συ­νεί­δη­ση αυ­τού και οι πρε­σβευ­τές τους στη Σπάρ­τη την αι­τιο­λο­γού­σαν δια μα­κρών.
«Οι σύμ­μα­χοί μας, συ­νη­θι­σμέ­νοι να φέ­ρω­νται προς η­μάς ως ί­σοι, αν πα­ρά την πε­ποί­θη­σίν των ό­τι έ­χουν δί­καιον ζη­μιω­θούν, έ­στω και ε­λά­χι­στα,… στε­νο­χω­ρού­νται δια το ο­λί­γον (…) Και, κα­θώς φαί­νε­ται, τους αν­θρώ­πους τους ε­ξορ­γί­ζει πε­ρισ­σό­τε­ρον η α­δι­κί­α πα­ρά ο ζυ­γός της βί­ας, διό­τι το μεν πρώ­τον το θε­ω­ρούν πλε­ο­νε­ξί­αν προ­ερ­χο­μέ­νην α­πό τον ί­σον, το δε δεύ­τε­ρον α­νά­γκην ε­πι­βαλ­λο­μέ­νην α­πό τον ι­σχυ­ρό­τε­ρον. Ε­νώ δη­λα­δή α­πό τον Μή­δον υ­φί­στα­ντο χει­ρό­τε­ρα και τα υ­πέ­με­νον, η ι­δι­κή μας ε­ξου­σί­α τους φαί­νε­ται α­νυ­πό­φο­ρος· και τού­το δεν εί­ναι κα­θό­λου πα­ρά­δο­ξον, διό­τι η πα­ρού­σα ε­ξου­σί­α εί­ναι πά­ντο­τε δυ­σβά­στα­κτος εις τους υ­πη­κό­ους. (Α, 77. )»
[ ] Μέ­χρι την ε­πο­χή των Μη­δι­κών πο­λέ­μων, στην Ελ­λά­δα α­να­γνώ­ρι­ζαν γε­νι­κά την πρω­το­κα­θε­δρί­α της Σπάρ­της στις στρα­τιω­τι­κές υ­πο­θέ­σεις κα­θώς και το δι­καί­ω­μά της σε μια κά­ποια η­θι­κή η­γε­μο­νί­α που της ε­ξα­σφά­λι­ζε ο θαυ­μα­σμός ό­λων για το πο­λί­τευ­μα του Λυ­κούρ­γου και τη στα­θε­ρό­τη­τα των λα­κε­δαι­μο­νι­κών θε­σμών. Με­τά τη μά­χη της Σα­λα­μί­νας, ω­ρί­μα­σε η ι­δέ­α πως η η­γε­μο­νί­α έ­πρε­πε να πε­ριέλ­θει στην κατ’ ε­ξο­χήν ναυ­τι­κή δύ­να­μη, την Α­θή­να. Οι Α­θη­ναί­οι πρε­σβευ­τές δεν πα­ρέ­λει­ψαν να το υ­πεν­θυ­μί­σουν στους Σπαρ­τιά­τες:
«Εις τού­το λοι­πόν το τό­σον ση­μα­ντι­κόν γε­γο­νός, το ο­ποί­ον έ­δει­ξε σα­φώς ό­τι η τύ­χη των Ελ­λή­νων ε­ξηρ­τή­θη α­πό τα πλοί­α, η­μείς πα­ρέ­σχο­μεν τα τρί­α ω­φε­λι­μώ­τε­ρα στοι­χεί­α, δη­λα­δή α­ριθ­μόν πλοί­ων μέ­γι­στον, στρα­τη­γόν συ­νε­τώ­τα­τον και προ­θυ­μί­αν ε­ξαι­ρε­τι­κώς α­κά­μα­τον… Η­μείς ό­μως βο­η­θού­ντες α­πό πό­λιν μη υ­πάρ­χου­σαν πλέ­ον και κιν­δυ­νεύ­ο­ντες διά πράγ­μα στη­ρι­ζό­με­νον εις α­μυ­δράν ελ­πί­δα, συ­νε­τε­λέ­σα­μεν κα­τά δύ­να­μιν εις την ι­δι­κήν σας και την ι­δι­κήν μας σω­τη­ρί­αν. Α, 74. [ ].»
Μια σι­δε­ρέ­νια α­να­γκαιό­τη­τα εί­χε ο­δη­γή­σει στη συ­γκρό­τη­ση και ε­πέ­κτα­ση της α­θη­να­ϊ­κής η­γε­μο­νί­ας.
«…Α­πε­κτή­σα­μεν αυ­τήν (την η­γε­μο­νί­αν) ό­χι δια της βί­ας, αλ­λ’ ό­τε σεις δεν η­θε­λή­σα­τε να ε­ξα­κο­λου­θή­σε­τε τον α­γώ­να ε­να­ντί­ον των δια­φό­ρων υ­πο­λοί­πων του βαρ­βά­ρου και προ­σήλ­θον εις η­μάς οι σύμ­μα­χοι και μό­νοι των μας πα­ρε­κά­λε­σαν να γί­νω­μεν η­γε­μό­νες των. Η­να­γκά­σθη­μεν δε κατ’ αρ­χάς εξ αυ­τής της φύ­σε­ως του πράγ­μα­τος, να προ­ω­θή­σω­μεν αυ­τήν εις την ση­με­ρι­νήν μορ­φήν της, προ πά­ντων μεν υ­πό του φό­βου, κα­τό­πιν υ­πό της τι­μής, και τέ­λος υ­πό του συμ­φέ­ρο­ντος. (Και) δεν μας ε­φαί­νε­το πλέ­ον α­σφα­λές να χα­λα­ρώ­σω­μεν τα η­νί­α και να κιν­δυ­νεύ­ω­μεν, α­φού εις τους πολ­λούς εί­χο­μεν γί­νει μι­ση­τοί και με­ρι­κούς α­πο­στα­τή­σα­ντας τους εί­χο­μεν υ­πο­δου­λώ­σει, και α­φού σείς δεν εί­σθε πλέ­ον φί­λοι μας, αλ­λ’ ύ­πο­πτοι και ε­χθροί μας· διό­τι τό­τε θα α­πε­στά­τουν προς το μέ­ρος σας… Τοιου­το­τρό­πως και η­μείς δεν ε­κά­μα­μεν τί­πο­τε πα­ρά­δο­ξον ού­τε ξέ­νον προς τον αν­θρώ­πι­νον χα­ρα­κτή­ρα, αν ε­δέ­χθη­μεν ε­ξου­σί­αν προ­σφε­ρο­μέ­νην και δεν την χα­λα­ρώ­νω­μεν, διό­τι υ­πε­κύ­ψα­μεν εις τα πα­νί­σχυ­ρα αυ­τά τρί­α, την τι­μήν, τον φό­βον και το συμ­φέ­ρον. … Ά­ξιοι ε­παί­νου εί­ναι ε­κεί­νοι, οι ο­ποί­οι α­κο­λου­θή­σα­ντες τους φυ­σι­κούς νό­μους των αν­θρώ­πων και γε­νό­με­νοι η­γε­μό­νες άλ­λων, ε­δεί­χθη­σαν δι­καιό­τε­ροι α­πό ό­σον ε­πι­τρέ­πει η δύ­να­μίς των. Η­μείς του­λά­χι­στον νο­μί­ζο­μεν ό­τι αν ε­λάμ­βα­νον άλλοι την ι­δι­κή μας ε­ξου­σί­αν, θα α­πε­δεί­κνυον λα­μπρό­τα­τα ό­τι εί­με­θα ε­πιει­κείς… Α΄, 75-77. »
Φό­βος, τι­μή και συμ­φέ­ρον: ό­πως το 1914, αυ­τά τα τρί­α άρ­κε­σαν για να πυ­ρο­δο­τή­σουν τη «δύ­να­μη των πραγ­μά­των» και τον α­μεί­λι­κτο ω­ρο­λο­για­κό της μη­χα­νι­σμό. «Ε­πει­δή οι Α­θη­ναί­οι ε­γί­νο­ντο με­γά­λοι και ε­νέ­πνε­ον φό­βον εις τους Λα­κε­δαι­μο­νί­ους, τους η­νά­γκα­σαν να αρ­χί­σουν πό­λε­μον», λέει ο Θου­κυ­δί­δης (Α, 23). Πό­λε­μος που ξε­τυ­λί­χτη­κε με μια αυ­στη­ρό­τη­τα τρα­γω­δί­ας και α­νέ­φλε­ξε ο­λό­κλη­ρη την Ελ­λά­δα βυ­θί­ζο­ντάς την σε μια τρια­κο­ντα­ε­τή σύγκρουση (431-404) χω­ρίς προ­η­γού­με­νο α­πό κά­θε ά­πο­ψη: τον α­ριθ­μό των συμ­με­τε­χό­ντων, τη διάρ­κειά της, την έ­κτα­ση του θε­ά­τρου των ε­πι­χει­ρή­σε­ων, που κα­τέ­λα­βε ό­λο τον ελ­λη­νι­κό χώ­ρο, α­πό τη Μι­κρά Α­σί­α έ­ως τη Σι­κε­λί­α, και τις τρα­γι­κές της συ­νέ­πειες. [ ]
Πέ­ρα α­πό τις πε­ρι­πέ­τειες των μα­χών και τα ι­δε­ο­λο­γι­κά ε­πι­χει­ρή­μα­τα των α­ντι­πά­λων, ο Θου­κυ­δί­δης βλέ­πει να εκ­δη­λώ­νε­ται μια α­να­πό­δρα­στη αλ­λη­λου­χί­α χω­ρίς ε­πι­στρο­φή. Ω­θού­με­νη α­πό τον φό­βο, την τι­μή και το συμ­φέ­ρον, η Α­θή­να πρέ­πει μοι­ραί­α να προ­χω­ρή­σει στην κλι­μά­κω­ση. Και αυ­τό συ­μπε­ραί­νουν οι Κο­ρίν­θιοι στη συ­νέ­λευ­ση των συμ­μά­χων της Σπάρ­της: «(Οι Α­θη­ναί­οι) ευ­ρέ­θη­σαν εις τον κό­σμον δια να μην η­συ­χά­ζουν οι ί­διοι μή­τε τους άλ­λους ν’ α­φή­νουν να η­συ­χά­σουν» (Α, 70). Το ί­διο έ­λε­γε και ο Πε­ρι­κλής: «Διό­τι η η­συ­χί­α δεν δια­τη­ρεί­ται, αν δεν συ­νο­δεύ­ε­ται με δρα­στη­ριό­τη­τα, ού­τε συμ­φέ­ρει εις πό­λιν η­γε­μο­νεύ­ου­σαν, αλ­λ’ εις υ­πή­κο­ον δια να α­πο­φεύ­γη τους κιν­δύ­νους πα­ρα­μέ­νου­σα υ­πό­δου­λος» (Β, 63). Α­κό­μα ο Πε­ρι­κλής εί­χε προ­ει­δο­ποι­ή­σει τους συ­μπο­λί­τες του ε­να­ντί­ον κά­θε εί­δους τυ­χο­διω­κτι­σμού: «Μη θε­λή­σε­τε να ε­πε­κτεί­νε­τε την κυ­ριαρ­χί­αν σας, κα­τά την διάρ­κειαν του πο­λέ­μου, έ­λε­γε (Α,144)· και μην α­να­λά­βε­τε με το θέ­λη­μά σας προ­σθέ­τους κιν­δύ­νους».
Λί­γα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, ο Αλ­κι­βιά­δης θα πα­ρα­σύ­ρει τους Α­θηναί­ους στην κα­τα­στρο­φή της Σι­κε­λί­ας: «Ού­τε εί­ναι δυ­να­τόν να χρη­σι­μο­ποιού­μεν τας δυ­νά­μεις μας με οι­κο­νο­μί­αν, εφ’ ό­σον θέ­λο­μεν να δια­τη­ρού­μεν την η­γε­μο­νί­αν, [ ]διό­τι δια­τρέ­χο­μεν τον κίν­δυ­νον να πε­ριέλ­θω­μεν εις την η­γε­μο­νί­αν άλ­λων μό­λις παύ­σω­μεν να έ­χω­μεν άλ­λους εις την ι­δι­κήν μας… Μί­α πό­λις πο­λυ­πράγ­μων θα κα­τεστρέ­φε­το τά­χι­στα αν με­τε­βάλ­λε­το εις φι­λή­συ­χον…» (ΣΤ, 18).
Η Σπάρ­τη, που δέ­χτη­κε να α­να­λά­βει την η­γε­μο­νί­α στην Πε­λο­πόν­νη­σο, ο­φεί­λει να κά­νει το ί­διο· η σταυ­ρο­φο­ρί­α της για την ε­λευ­θε­ρί­α θα εκ­φυ­λι­στεί ε­πί­σης σε τυ­ραν­νί­α.
[ ]Ό­λοι οι δαί­μο­νες που εί­χε ε­ξορ­κί­σει η τρα­γω­δί­α ξύ­πνη­σαν. Πρέ­πει να δια­βά­σει κα­νείς στον Θου­κυ­δί­δη τον διά­λο­γο των Μη­λί­ων με τους Α­θη­ναί­ους για να συ­νει­δη­το­ποι­ή­σει σε ποιο βαθ­μό μη­δε­νι­σμού εί­χε φτά­σει η δί­ψα των Α­θη­ναί­ων για ε­ξου­σί­α. Οι κά­τοι­κοι αυ­τού του μι­κρο­σκο­πι­κού νη­σιού, που είχε αποικισθεί από τους Λακεδαιμονίους, κρά­τη­σαν ου­δέ­τε­ρη στά­ση· στη συ­νέ­χεια, πιε­σμέ­νοι α­πό τις λε­η­λα­σί­ες που διέ­πρα­ξαν οι Α­θη­ναί­οι στη γη τους, υ­πο­χρε­ώ­θη­καν να έρ­θουν σε α­νοι­χτό πό­λε­μο μ’ αυ­τούς. Α­θη­ναί­οι πρέσβεις α­παί­τη­σαν α­πό τους άρ­χο­ντες του νη­σιού να υ­πο­τα­χθούν στο νό­μο των Α­θη­νών· ο διά­λο­γος που α­κο­λού­θη­σε α­πο­τε­λεί την τε­λευ­ταί­α αι­σχύ­λεια τρα­γω­δί­α που μας κλη­ρο­δό­τη­σε η κλα­σι­κή ε­πο­χή.
Η συμ­βου­λή του στυ­γνού ρε­α­λι­σμού που δί­νουν οι Α­θη­ναί­οι κή­ρυ­κες στους πο­λί­τες της Μή­λου α­πο­τε­λεί ή­δη το προ­α­νά­κρου­σμα της α­να­τρο­πής των κλα­σι­κών α­ξιών: «…Λοι­πόν ε­σείς, που εί­σθε α­δύ­να­τοι και ε­ξαρ­τά­σθε α­πό μί­αν και μό­νην ρο­πήν, μη θε­λή­σε­τε να το πά­θε­τε αυ­τό, μή­τε να γί­νε­τε ό­μοιοι με τους πολ­λούς, οι ο­ποί­οι, ε­νώ η­μπο­ρούν α­κό­μη να σω­θούν με τα αν­θρώ­πι­να μέ­σα, ό­ταν πιε­ζό­με­νοι χά­σουν ό­λας τας φα­νε­ράς ελ­πί­δας, στρέ­φο­νται προς τας α­φα­νείς, δη­λα­δή τας μα­ντεί­ας και τους χρη­σμούς και ό­σα άλ­λα πα­ρό­μοια κα­τα­στρέ­φουν τους αν­θρώ­πους με τας ελ­πί­δας που γεν­νούν» (Ε, 103). Οι Μή­λιοι δεν έ­χουν κα­μιά αυ­τα­πά­τη ως προς αυ­τό: «… αν μεν υ­πε­ρι­σχύ­σω­μεν (εις την συ­ζή­τη­σιν) με την βο­ή­θειαν του δι­καί­ου μας και ως εκ τού­του δεν πα­ρα­δε­χθώ­μεν τα ε­πι­χει­ρή­μα­τά σας, πό­λε­μον· αν πά­λι τα πα­ρα­δε­χθώ­μεν, δου­λεί­αν.» (Ε, 86)
Έ­τσι οι Α­θη­ναί­οι δεν μι­λούν τη γλώσ­σα της δι­καιο­σύ­νης (Ε, 89):
«Λοι­πόν η­μείς δεν θα σας πα­ρου­σιά­σω­μεν λό­γους μα­κρούς που δεν γί­νο­νται πι­στευ­τοί, ού­τε θα με­τα­χει­ρι­σθώ­μεν ευ­λο­γο­φα­νείς δι­καιο­λο­γί­ας, ό­τι π. χ. δι­καί­ως κα­τέ­χο­μεν την αρ­χήν, α­φού ε­νι­κή­σα­μεν τους Πέρ­σας ή ό­τι τώ­ρα ζη­τού­μεν να τι­μω­ρή­σω­μεν τους ε­χθρούς μας, α­φού υ­πέ­στη­μεν ά­δι­κον ε­πί­θε­σιν. [ ] Θέ­λω­μεν να εκ­θέ­σω­μεν και η­μείς και σείς ό­σα έ­χο­μεν πραγ­μα­τι­κώς εις τον νουν μας, και να πα­ρα­δε­χθώ­μεν τα δυ­να­τά. Γνω­ρί­ζο­μεν δε και η­μείς και σεις ό­τι κα­τά την αν­θρω­πί­νην κρί­σιν τα μεν δί­καια ι­σχύ­ουν με­τα­ξύ ε­κεί­νων που δια­θέ­τουν ί­σας δυ­νά­μεις, τα δε δυ­να­τά τα ε­κτε­λούν οι ι­σχυ­ροί και τα πα­ρα­δέ­χο­νται οι α­δύ­να­τοι» (Ε, 89).
Οι Μή­λιοι έ­κα­ναν το σφάλ­μα να ε­πι­κα­λε­σθούν τη δι­καιο­σύ­νη: «Μά­θε­τε κα­λά ό­τι και η­μείς θε­ω­ρού­μεν δύ­σκο­λον τον α­γώ­να ε­να­ντί­ον της δυ­νά­με­ώς σας και της τύ­χης, αν δεν φα­νή δι­καί­α. Εν τού­τοις έ­χο­μεν ε­μπι­στο­σύ­νην εις την τύ­χην, διό­τι οι θε­οί δεν θα μας α­φή­σουν να νι­κη­θώ­μεν α­φού α­γω­νι­ζό­με­θα δί­καιοι προς α­δί­κους» (Ε, 104).
Με την α­πά­ντη­ση των Α­θη­ναί­ων κα­ταρ­ρέ­ει ό­λος ο κό­σμος του Σό­λω­να και του Αι­σχύ­λου: «Ό­σον α­φο­ρά την ευ­μέ­νειαν των θε­ών, νο­μί­ζο­μεν ό­τι δεν θα λεί­ψη ού­τε α­πό μας. [ ] Διό­τι νο­μί­ζο­μεν ό­τι και οι θε­οί, κα­τά την γνώ­μην των αν­θρώ­πων (δό­ξα), και οι άν­θρω­ποι χω­ρίς καμ­μί­αν αμ­φι­σβή­τη­σιν, α­να­γκά­ζο­νται πά­ντο­τε α­πό φυ­σι­κήν ορ­μήν να ε­πι­βάλ­λουν την ε­ξου­σί­α των εις ε­κεί­νους τους ο­ποί­ους νι­κούν. Αυ­τόν τον νό­μον ού­τε τον ε­νο­μο­θε­τή­σα­μεν, ού­τε τον ε­χρη­σι­μο­ποι­ή­σα­μεν πρώ­τοι· τον πα­ρε­λά­βο­μεν υ­πάρ­χο­ντα, τον χρη­σι­μο­ποιού­μεν, και ό­ταν τον α­φή­σω­μεν, θα ε­ξα­κο­λου­θή­ση να υ­πάρ­χη δια πα­ντός· γνω­ρί­ζο­μεν δε ό­τι και σεις και ο­ποιοσ­δή­πο­τε άλ­λος ή­θε­λε α­πο­κτή­σει την δύ­να­μίν μας, το αυ­τό θα έ­πρατ­τε. Δι’ αυ­τό λοι­πόν και η­μείς έ­χο­μεν λό­γους να μη φο­βού­με­θα ό­τι οι θε­οί θα μας δεί­ξουν ο­λι­γω­τέ­ραν ευ­μέ­νειαν…» (Ε,105).
Οι Μή­λιοι αρ­νή­θη­καν να υ­πο­κύ­ψουν και οι Α­θη­ναί­οι, α­φού κα­τέ­λα­βαν εξ ε­φό­δου την πό­λη, «ε­φό­νευ­σαν ό­λους τους Μηλίους άν­δρας όσους συ­νέ­λα­βον, τας δε γυ­ναί­κας και τα παι­διά έ­κα­μαν δού­λους» (Ε, 116).
Αυ­τός ο θρί­αμ­βος της ὕ­βρε­ως έ­λα­βε χώ­ρα το 416-415, δέ­κα­το έ­κτο χρό­νο του Με­γά­λου Πο­λέ­μου. Η τι­μω­ρί­α θα έλ­θει με την α­μεί­λι­κτη σκλη­ρό­τη­τα του τιμωρού πε­πρω­μέ­νου.
Λί­γο με­τά τη σφα­γή των Μη­λί­ων, ήρ­θαν πρέ­σβεις α­πό την Έ­γε­στα, ζη­τώ­ντας τη βο­ή­θεια των Α­θη­ναί­ων ε­να­ντί­ον των κα­τοί­κων του Σε­λι­νού­ντα. Ο νε­α­ρός Αλ­κι­βιά­δης, α­ρι­στο­κρα­τι­κής κα­τα­γω­γής που ό­μως έ­γι­νε δη­μο­κρα­τι­κός α­πό υ­πο­λο­γι­σμό και φι­λο­δο­ξί­α, μα­θη­τής του Σω­κρά­τη αλ­λά χω­ρίς κα­νέ­να η­θι­κό φραγ­μό, δεν θα δυ­σκο­λευ­τεί κα­θό­λου να πεί­σει τους Α­θη­ναί­ους να α­πο­φα­σί­σουν την κα­τα­στρο­φι­κή εκ­στρα­τεί­α της Σι­κε­λί­ας.
«Και τό­τε, λέει ο Θου­κυ­δί­δης, κα­τε­λή­φθη­σαν ό­λοι α­δια­κρί­τως α­πό σφο­δράν ε­πι­θυ­μί­αν να εκ­στρα­τεύ­σουν· οι μεν πλέ­ον η­λι­κιω­μέ­νοι, με τη σκέ­ψιν ό­τι θα υ­πο­τά­ξουν την χώ­ραν εις την ο­ποί­αν ε­πή­γαι­ναν, ή του­λά­χι­στον ό­τι έ­να τό­σον με­γά­λο στρά­τευ­μα δεν έ­χει φό­βον να πά­θη τί­πο­τε· οι δε ευ­ρι­σκό­με­νοι εις την κα­τάλ­λη­λον η­λι­κί­αν, με τον πό­θον να ι­δούν και να γνω­ρί­σουν μί­αν μα­κρι­νήν χώ­ρα και με την πε­ποί­θη­σιν ό­τι θα σω­θούν· τέ­λος, οι άν­θρω­ποι του λα­ού που θα ε­στρα­τεύ­ο­ντο, με την ι­δέ­αν ό­τι και χρή­μα­τα θα ε­κέρ­δι­ζαν ε­πί του πα­ρό­ντος και την δύ­να­μιν της πό­λε­ως θα ε­με­γά­λω­ναν.» (Ζ,75). Ό­ταν δια­τά­χθη­κε υ­πο­χώ­ρη­ση, «η στιγ­μή της ε­γκα­τα­λεί­ψε­ως του στρα­το­πέ­δου προ­κα­λού­σε εις τα όμ­μα­τα και την ψυ­χή ε­κά­στου πολ­λάς άλ­λας αλ­γει­νάς ε­ντυ­πώ­σεις. Οι νε­κροί έ­με­ναν ά­τα­φοι και, ο­σά­κις κα­νείς έ­βλε­πε πε­σμέ­νον κά­ποιον ι­δι­κόν του, κα­τε­λαμ­βά­νε­το α­πό λύ­πην και φό­βον. Με­γα­λυ­τέ­ραν ό­μως λύ­πην και α­πό τους νε­κρούς προ­ξε­νού­σαν εις τους ζώ­ντας οι ε­γκα­τα­λει­πό­με­νοι τραυ­μα­τί­αι και α­σθε­νείς…»
Η υ­πο­χώ­ρη­ση έ­λη­ξε με τη σφα­γή κο­ντά στον πο­τα­μό Ασ­σί­να­ρο. Οι ε­πι­ζώ­ντες θα κα­τα­λή­ξουν έ­γκλει­στοι στα λα­το­μεία των Συ­ρα­κου­σών.
«Τους εί­χαν συσ­σω­ρεύ­σει εις έ­να χώ­ρον κοί­λον και στε­νόν, ε­νώ ή­σαν πολ­λοί, ό­που τους ε­βα­σά­νι­ζαν πρώ­τα ο ή­λιος και ο πνι­γη­ρός καύ­σων, α­φού το μέ­ρος δεν ε­στε­γά­ζε­το, κα­τό­πιν δε αι ψυ­χραί νύ­κτες του φθι­νο­πώ­ρου, αι ο­ποί­αι με την α­πό­το­μον με­τα­βο­λήν τους έ­φερ­ναν α­σθε­νεί­ας…Τα σώ­μα­τα ε­κεί­νων που α­πέ­θνη­σκον α­πό τα τραύ­μα­τα, α­πό την με­τα­βο­λήν του και­ρού και άλ­λας αι­τί­ας, ή­σαν συσ­σω­ρευ­μέ­να ό­λα μα­ζί, το έ­να ε­πά­νω εις το άλ­λο, και ε­σκορ­πού­σαν ο­σμήν α­νυ­πό­φο­ρον. Ε­κτός τού­των ε­βα­σα­νί­ζο­ντο και α­πό την πεί­ναν και την δί­ψαν» (Ζ,87).
Η Α­θή­να βρή­κε τη δύ­να­μη να συ­νε­χί­σει τον πό­λε­μο και μά­λι­στα να α­πορ­ρί­ψει την πρό­τα­ση ει­ρή­νης των Λα­κε­δαι­μο­νί­ων. Η α­πο­φα­σι­στι­κή μά­χη διε­ξά­χθη­κε τε­λι­κά στους Αι­γός Πο­τα­μούς, στον Ελ­λή­σπο­ντο, το 405. Ο α­θη­να­ϊ­κός στό­λος κα­τα­στρά­φη­κε ο­λο­σχε­ρώς. «Θρήνος σύρθηκε από τον Πειραιά, δι­η­γεί­ται ο Ξε­νο­φών (Ἑλ­λη­νι­κά, Β, 2, 3), στα Μακρά Τείχη και στην πόλη καθώς το μήνυμα περνούσε από στόμα σε στόμα, έτσι που κανένας δεν κοιμήθηκε εκείνη τη νύχτα – δεν έκλαιγαν μονάχα τους νεκρούς τους αλλά πιο πολύ τη δική τους μοίρα, πιστεύοντας ότι θα πάθαιναν τα ίδια που είχαν κάνει κι αυτοί στους Μηλίους (…), στους Ιστιαιείς, στους Σκιωναίους, στους Τορωναίους, στους Αιγινήτες και σε πολλούς άλλους Έλληνες». Α­πό τον Νο­έμ­βριο του 405, ο Πει­ραιάς α­πο­κλεί­στη­κε. Πο­λιορ­κη­μέ­νοι α­πό τους Σπαρ­τιά­τες, οι Α­θη­ναί­οι α­ντι­στά­θη­καν για τέσσερις μή­νες και πα­ρα­δό­θη­καν τον Α­πρί­λιο του 404. «Μετά απ’ αυτά ο Λύ­σαν­δρος αγκυροβόλησε στον Πει­ραιά, οι ε­ξό­ρι­στοι γύρισαν, και βάλθηκαν με πολλήν όρεξη να γκρεμίζουν τα Τεί­χη, στους ήχους αυλού που έπαιζαν κορίτσια – νο­μί­ζο­ντας ό­τι από κείνη τη μέρα ελευθερωνόταν η Ελ­λά­δα» (Ξε­ν, Β, 2).
Έ­τσι τε­λεί­ω­σε έ­νας πό­λε­μος που εί­χε διαρ­κέ­σει πά­νω α­πό έ­να τέ­ταρ­το του αιώ­να και α­πό τον ο­ποί­ο η Ελ­λά­δα έ­βγαι­νε ε­ρει­πω­μέ­νη και α­να­στα­τω­μέ­νη. Μέ­χρι την κα­τά­κτη­ση της Ελ­λά­δας α­πό τις μα­κε­δο­νι­κές φά­λαγ­γες (το 336), η ι­στο­ρί­α των πό­λε­ων δεν θα εί­ναι πα­ρά έ­νας ε­πί­λο­γος στα πε­ρα­σμέ­να με­γα­λεί­α. Αυ­τή τη θρυμ­μα­τι­σμέ­νη αρ­μο­νί­α θα μας α­πο­κα­λύ­ψει η με­τα­κλα­σι­κή τέ­χνη του 4ου αιώ­να.

ΣΧΕΤΙΚΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ