τοῦ Νίκου Σβορώνου*, δημοσιεύτηκε στὸ νέο Ἑρμῆ τὸν Λόγιο τ. 4 μὲ ἀφιέρωμα: “Ποιοί προετοίμασαν τό ΄21”.
Ἂς προσπαθήσουμε νὰ δώσουμε ἕνα γενικὸ διάγραμμα τῆς νομισματικῆς ἐξέλιξης στὴν Ἀνατολὴ καὶ στὰ Βαλκάν ια. Ἐννοῶ, βέβαια, τὶς χῶρες τῆς Ἀνατολῆς πού, εἴτε σὰν τμήματα τῆς Βυζαντινῆς αὐτοκρατορίας, εἴτε κάτω ἀπὸ τὴν Ὀθωμανικὴ αὐτοκρατορία, ἀποτέλεσαν τὸ χῶρο δράσης τοῦ Ἑλληνισμοῦ.
Ἡ πρώτη σοβαρὴ νομισματικὴ κρίση στὴ Βυζαντινὴ αὐτοκρατορία μὲ τὸ γερὸ καὶ ἀναλλοίωτο στοὺς αἰῶνες νομισματικὸ σύστημα ποὺ βασίζεται στὸ χρυσὸ νόμισμα (τὰ solidus τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου), ἐμφανίζεται ἀπὸ τὰ μέσα καὶ κυρίως ἀπὸ τὸ τελευταῖο τέταρτό του 11ου αἰώνα.
Στὴν πρώτη φάση ἡ κρίση αὐτὴ ἐκδηλώνεται μὲ τὴ βραδεία, ἀλλὰ σταθερὴ πτώση τοῦ τίτλου τοῦ χρυσοῦ νομίσματος καὶ τὴ σύγχρονη ἐκτύπωση χρυσῶν νομισμάτων διαφορετικοῦ βάρους. Ἀλλὰ ἡ σύμμετρη σχετικὰ πτώση τοῦ τίτλου καὶ τοῦ βάρους τῶν ἀργυρῶν νομισμάτων καὶ ἡ χρησιμοποίηση στὶς πληρωμὲς διαφόρων ἐμπειρικῶν διορθωτικῶν συνδυασμῶν ἐπιτρέπουν τὴ διατήρηση τῶν ἐσωτερικῶν ἀναλογιῶν τοῦ λογιστικοῦ νομισματικοῦ συστήματος, ποὺ συνεχίζει νὰ ἐκφράζει, ἔστω καὶ χονδρικά, τὶς σχέσεις τῶν πολύτιμων μετάλλων ποὺ περιέχονται στὰ πραγματικὰ νομίσματα ποὺ κυκλοφοροῦν.
Μιὰ τέτοια νομισματικὴ κατάσταση, ἂν ὑποθέσουμε ὅτι συνοδεύεται ἀπὸ σημαντικὴ αὔξηση τῆς ἐν κυκλοφορίᾳ νομισματικῆς μάζας, δὲν σημαίνει πάντα κρίση τῆς οἰκονομίας. Κλασικὸ φαινόμενο νομισματικοῦ πληθωρισμοῦ, μπορεῖ ἐπίσης νὰ θεωρηθεῖ σὰν ἀποτέλεσμα τῆς διεύρυνσης τῶν συναλλαγῶν, καὶ ἑπομένως σημάδι οἰκονομικῆς ἀνάπτυξης.
Πρέπει, ὅμως, νὰ σημειωθεῖ ὅτι καὶ ἂν ἡ πιθανὴ αὐτὴ ὑπόθεση, ποὺ διατυπώθηκε ἤδη, ἐπαληθευθεῖ ἀπὸ τὴν παραπέρα ἔρευνα, τὸ γεγονὸς ποὺ μένει ἐπίσης ἀδιαμφισβήτητο εἶναι ἡ σχετικὴ ἀνεπάρκεια ἀποθεμάτων χρυσοῦ τουλάχιστον στὴ διάθεση τοῦ κράτους, γιὰ νὰ γίνει δυνατὴ ἡ διατήρηση τοῦ παλιοῦ τίτλου τοῦ χρυσοῦ νομίσματος μὲ τὴ νέα αὐξημένη νομισματικὴ μάζα ποὺ κυκλοφορεῖ.
Ἡ δεύτερη, ὅμως, φάση τῆς κρίσης αὐτῆς, ὅπως ἐμφανίζεται ἀπὸ τὸ τρίτο τέταρτο τοῦ αἰώνα, ὅπου παρατηρεῖται μιὰ ραγδαία καὶ ἀναρχικὴ πτώση τοῦ τίτλου τῶν διαφόρων τύπων καὶ ἐκτυπώσεων τῶν χρυσῶν νομισμάτων, ἡ ἔλλειψη κάθε φροντίδας γιὰ τὴν προσαρμογὴ τοῦ ἀργυροῦ νομίσματος στὸν τίτλο τοῦ χρυσοῦ καὶ κατὰ συνέπεια ἡ πλήρης διάσταση ἀνάμεσα στὸ παραδοσιακὸ ἐπίσημο λογιστικὸ νομισματικὸ σύστημα, ποὺ ἔπαψε νὰ εἶναι στοιχεῖο ἀναφορᾶς καὶ στὶς σχέσεις τῶν πραγματικῶν νομισμάτων, ποὺ κυκλοφοροῦν στὴν ἀγορά, δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ ἀντικαθρεφτίζει κάποια βαθειὰ κρίση τῆς βυζαντινῆς οἰκονομίας. Καὶ ἡ κρίση αὐτή, ποὺ φαίνεται νὰ εἶναι δομική, ἐπαληθεύεται ὅλο καὶ περισσότερο ἀπὸ τὴν ἔρευνα.
Οἱ ἀνορθωτικὲς προσπάθειες τῶν Κομνηνῶν κι ἔπειτα τῶν Παλαιολόγων, ἂν κατάφεραν νὰ ἀναβάλουν τὴν ὁριστικὴ πτώση τῆς αὐτοκρατορίας, δὲν κατάφεραν νὰ ξαναδώσουν στὸ βυζαντινὸ κράτος τὴν παλιά του κεντρικὴ θέση στὴν πολιτικὴ καὶ οἰκονομικὴ ζωὴ τῆς Εὐρώπης καὶ τῆς Ἀνατολῆς.
Τὸ οἰκονομικὸ καὶ πολιτικὸ κέντρο μετατίθεται βαθμιαῖα, ἀλλὰ σταθερὰ καὶ ὁριστικὰ στὴ Δύση. Ἡ οἰκονομικὴ διείσδυση τῶν ἰταλικῶν πολιτειῶν (Γένοβας-Βενετίας) στὸ Βυζάντιο καὶ γενικότερα στὴν Ἀνατολή, ποὺ ἀρχίζει πρὶν ἀπὸ τὶς Σταυροφορίες καὶ ποὺ σὲ μεγάλο βαθμὸ τὶς ἔχει προκαλέσει, κυριαρχεῖ στὰ κρατίδια ποὺ δημιουργοῦνται ὕστερα ἀπὸ τὴν τέταρτη Σταυροφορία. Τὸ κράτος τῶν Παλαιολόγων, ὕστερα ἀπὸ τὴν παλινόρθωση, ἂν ἑξαιρέσουμε μία μικρὴ περίοδο, ὅπου παίζει σημαντικὸ πολιτικὸ ρόλο στὴν ἀνατολικὴ Μεσόγειο, θὰ μεταβληθεῖ γρήγορα σ’ ἕνα ἀπὸ τὰ «ἐθνικὰ» κράτη τῆς Βαλκανικῆς. Ἡ οἰκονομία του, ὅπως καὶ ἡ οἰκονομία ὅλων αὐτῶν τῶν κρατιδίων, δὲν εἶναι πιὰ παρὰ περιθωριακή. Ὁ κυρίαρχος παράγοντας στὶς οἰκονομικὲς δραστηριότητες τῆς Ἀνατολῆς, ποὺ κύρια ἔκφρασή τους εἶναι οἱ ἐμπορικὲς συναλλαγές, εἶναι οἱ ἰταλικὲς πολιτεῖες, στὶς ὁποῖες ἔχει περάσει ἡ πρωτοβουλία καὶ ποὺ τὴν ἀσκοῦν προνομιακά. Ἡ οἰκονομικὴ αὐτὴ πραγματικότητα ἀντικαθρεφτίζεται ἄμεσα στὴ νομισματικὴ κυκλοφορία τῆς ἐποχῆς.
Στὸ ἐθνικὸ νομισματικὸ σύστημα τῶν Βυζαντινῶν τὸ χρυσὸ ὑπέρπυρο ἐκτυπώνεται ἀκόμα καὶ στὸ τέλος τοῦ 14ου αἰώνα. Ἀλλὰ ὁ τίτλος του θὰ ἀλλοιώνεται συνεχῶς. Εἶναι ὅμως περισσότερο ἀπὸ πιθανὸ ὅτι χρησιμεύει περισσότερο γιὰ τὶς ἐξωτερικὲς πληρωμὲς, παρὰ γιὰ τὴν ἐσωτερικὴ κυκλοφορία.
Ἡ σχέση του μὲ τὸ ἀργυρὸ νόμισμα (γιὰ τὰ χάλκινα κέρματα δὲν γίνεται λόγος) ὄχι μόνον δὲν εἶναι σταθερή, ἀλλὰ ἡ ἑκάστοτε ἀναλογία ἀνάμεσα στὰ νομίσματα αὐτά, ὅπως καθορίζεται στὸ ἐπίσημο νομισματικὸ σύστημα, δὲν φαίνεται νὰ ἀνταποκρίνεται οὔτε ἀπὸ μακριὰ στὴν πραγματική τους σχέση ὅπως πραγματώνεται στὴν ἀγορά.
Παρ’ ὅλα αὐτὰ καὶ ἐπίσης γι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους τὸ βυζαντινὸ ὑπέρπυρο ἐξακολουθεῖ νὰ κυκλοφορεῖ καὶ ἔξω ἀπὸ τὸ Βυζάντιο στὶς ἀγορὲς τῆς Ἀνατολῆς καὶ τῆς Εὐρώπης, δίνοντας μάλιστα τὸν τύπο του στὰ πρῶτα χυτὰ εὐρωπαϊκὰ νομίσματα, ὅπως στὸ χρυσὸ δουκάτο τῆς Βενετιᾶς.
Ἀπὸ τὸ τέλος, ὅμως, τοῦ 14ου αἰώνα τὸ βυζαντινὸ ὑπέρπυρο δὲν εἶναι πιὰ παρὰ ἀργυρὸ νόμισμα, γιὰ νὰ γίνει σὲ λίγο ἁπλὸ λογιστικὸ νόμισμα, καὶ σὰν τέτοιο τὸ βρίσκουμε στοὺς λογαριασμοὺς ὅλων τῶν ἐμπόρων ποὺ διατρέχουν τὸν παλιὸ βυζαντινὸ χῶρο.
Παράλληλα, ὅμως, ἀπὸ τὸν 13ο αἰώνα (1284), ἡ Βενετιὰ καὶ ἡ Φλωρεντία θὰ κόψουν τὸ δικό τους χρυσὸ νόμισμα, τὸ κατ’ ἐξοχὴν ἐξωτερικὸ σύμβολο οἰκονομικῆς ἐπιβολῆς. Καὶ τὰ χρυσὰ αὐτὰ νομίσματα θὰ κυριαρχήσουν στὶς συναλλαγὲς καὶ θὰ ἔχουν νόμιμη κυκλοφορία στὸ ἴδιο τὸ βυζαντινὸ κράτος.
Ἔπειτα, θὰ ἀρχίσει ἡ εἰσβολὴ ὅλων τῶν ἀμφίβολου τίτλου μιμήσεων τῶν βενετικῶν ἢ ἀκόμα καὶ τῶν βυζαντινῶν χρυσῶν νομισμάτων, ποὺ βάζουν σὲ κυκλοφορία τὰ διάφορα φραγκικά κρατίδια, τῶν παντὸς εἴδους μὲ γνήσιο τίτλο ἢ κίβδηλων ἀργυρῶν νομισμάτων, καθὼς καὶ τῶν γερῶν ἀργυρῶν δουκάτων τῆς Βενετιᾶς, ποὺ θὰ γίνουν τὸ κυρίαρχο νόμισμα στὶς καθημερινὲς συναλλαγὲς καὶ μέσα στὴ βυζαντινὴ ἐπικράτεια. Οἱ λογαριασμοὶ ἐκφράζονται σὲ ὑπέρπυρα, καὶ οἱ πληρωμὲς γίνονται κατὰ τὴν ἔκφραση τῆς ἐποχῆς «μέσα» σὲ βενετικὰ δουκάτα. Ὁ βαθμὸς τῆς ἐπιβολῆς τοῦ ξένου αὐτοῦ νομίσματος εἶναι τέτοιος, ὥστε νὰ ἔχουμε περιπτώσεις στὸ 13ο αἰώνα ὅπου οἱ φόροι στὸ κράτος πληρώνονται σὲ δουκάτα.
Ἡ Ὀθωμανικὴ Αὐτοκρατορία, ποὺ κυριαρχεῖ στὸ χῶρο ποὺ ἄλλοτε ἐκτείνονταν ἡ Βυζαντινὴ Αὐτοκρατορία, ἀκόμα καὶ στὴν περίοδο τῆς μεγάλης ἀκμῆς της δὲν ἄλλαξε στὴν οὐσία κατὰ τίποτα τὸ νομισματικὸ κυκεώνα, ποὺ μὲ συντομία περιγράψαμε. Οἱ διαφορὲς βρίσκονται κυρίως στὰ καινούργια νομισματικὰ σύμβολα καὶ στοὺς καινούργιους προμηθευτές τους καὶ ὄχι στὴ λειτουργία τους.
Δὲν θὰ ἐπιχειρήσω βέβαια ἐδῶ τὴν ἀπαρίθμηση ὅλων τῶν τουρκικῶν ἢ τῶν εὐρωπαϊκῶν νομισμάτων ποὺ κυκλοφοροῦν ἀπὸ τὸν 15ο ὡς τὸν 19ο αἰώνα στὴν Ἀνατολή, οὔτε τῶν πολυποίκιλων ὀνομάτων τους καὶ τῶν διαρκῶς μεταβαλλόμενων μεταξύ τους σχέσεων.
Μὲ τὸ ἐγχείρημα τοῦτο εἶχα ἄλλοτε καταπιαστεῖ, ἂν καὶ μὲ κάποια σχετικὴ ἀφέλεια, καὶ –γιατί ὄχι– μὲ τὴν εὐλογημένη τόλμη ποὺ ἐπιτρέπει ἡ ἀπειρία τοῦ νέου ἐρευνητῆ, ποὺ παρὰ ταῦτα δὲν ἦταν ἐντελῶς ἀνυποψίαστος τῶν δυσκολιῶν τοῦ ἐγχειρήματος. Ἄλλωστε, ἕνα κάποιο στοιχεῖο ἀφέλειας καὶ τόλμης ἐμπεριέχεται σὲ ὅλες τὶς ἐπιστημονικὲς ἐπιχειρήσεις ποὺ φιλοδοξοῦν νὰ παρουσιάσουν ὁριστικὰ σχήματα καὶ νόμους στὴ νομισματικὴ λειτουργία, γιατί ἡ λειτουργία αὐτὴ δίνει πάντα τὴν ἐντύπωση ὅτι περιέχει κάποιο μαγικό, διαβολικὰ ὑπέρλογο στοιχεῖο, ποὺ μένει ἀνυπόταχτο καὶ στὴν πιὸ ἔντονη ὀξύνοια τοῦ μελετητῆ.
Θὰ προσπαθήσω λοιπὸν ἐδῶ νὰ διαγράψω τὶς γενικὲς τάσεις τῆς νομισματικῆς κυκλοφορίας καὶ νὰ παρουσιάσω μερικὲς παρατηρήσεις, ποὺ μποροῦν ἴσως νὰ βοηθήσουν τὴν ἔρευνα στὴ διατύπωση μερικῶν ὑποθέσεων ἑρμηνείας ἢ κωδίκων ἀνάγνωσης ἢ ἀποκρυπτογράφησης τοῦ πλέγματος τῶν συμβόλων ποὺ συνιστᾶ ἡ νομισματικὴ κυκλοφορία στὴ διαλεχτικὴ τῆς σχέση μὲ τὴν οἰκονομικὴ κατάσταση μιᾶς περιοχῆς σ’ ἕνα καθορισμένο χρόνο. Στὴν περίπτωσή μας στὶς χῶρες τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας ἀπὸ τὸν 15ο αἰώνα ὥς τὴν Ἑλληνικὴ Ἐπανάσταση.
Σ’ ὁλόκληρο σχεδὸν τὸν 15ο αἰώνα τὸ τοπικὸ νόμισμα στὰ τμήματα τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας εἴτε στὴν Ὀθωμανικὴ Αὐτοκρατορία εἶναι τὸ ἀργυρὸ νόμισμα. Στὸ Βυζάντιο, ὥς τὸ 1453, τὸ ἀργυρὸ ὑπέρπυρο, στὴν Ὀθωμανικὴ αὐτοκρατορία εἶναι τὸ akče, ἄσπρο, ποὺ κόπηκε κατὰ μίμηση τοῦ ἄσπρου τῶν Κομνηνῶν, ἀλλὰ μὲ μικρότερο βάρος.
Μόνο ἀπὸ τὸ τελευταῖο τέταρτο του αἰώνα, ὕστερα ἀπὸ τὴν πτώση τῆς Κωνσταντινούπολης, ἀρχίζει νὰ κυκλοφορεῖ τὸ χρυσὸ τούρκικο νόμισμα, τὸ altûn (στὶς ἑλληνικὲς πηγὲς τούρκικο ἢ σουλτανικὸ φλουρί), ποὺ κόπηκε ἀπὸ τὸν Μωάμεθ Β΄ τὸ 1478. Πρόκειται, χωρὶς ἀμφιβολία, γιὰ μία συμβολικὴ πράξη ποὺ ὑπογραμμίζει στὸ χριστιανικὸ κόσμο τὴ μεγάλη πολιτικὴ ἀλλαγή. Ἡ Ὀθωμανικὴ Αὐτοκρατορία διαδέχεται ἐπίσημα τὴ Βυζαντινὴ Αὐτοκρατορία, ποὺ εἶχε πεθάνει ἀπὸ μαρασμὸ καὶ ἀπὸ ἀφαίμαξη.
Κυκλοφοροῦν ἐπίσης τὰ διάφορα πολλαπλάσια καὶ ὑποπολλαπλάσια καὶ οἱ διάφορες ἐκτυπώσεις τοῦ τούρκικου altûn στὰ πολυάριθμα νομισματοκοπεῖα τῆς αὐτοκρατορίας. Καὶ κάθε μιά της παίρνει καὶ διαφορετικὸ ὄνομα: sullani-altûn, shahi, achrafi ἢ echrefi ἢ cherifi ἢ xerafine, sultano καὶ tzekino.
Ὁ ρυθμὸς τῶν διακυμάνσεων τοῦ βάρους καὶ τοῦ τίτλου τῶν νομισμάτων αὐτῶν, ἰδιαίτερά του ἀργυροῦ akče-ἄσπρου, εἶναι τόσο ταχύς, ποὺ εἶναι ζήτημα ἂν μποροῦμε νὰ μιλήσουμε γιὰ κάποιο λογιστικὸ νομισματικὸ σύστημα στὴν Ὀθωμανικὴ Αὐτοκρατορία, ποὺ νὰ ἀνταποκρίνεται, ἔστω καὶ κατὰ προσέγγιση, στὴ σχέση τῶν κυκλοφορούντων νομισμάτων ἢ τουλάχιστον νὰ μπορεῖ νὰ χρησιμοποιηθεῖ σὰν σημεῖο ἀναφορᾶς. Κι αὐτὸ ὄχι μόνο ἀνάμεσα στὰ χρυσὰ καὶ ἀργυρὰ νομίσματα, ἀλλὰ καὶ ἀνάμεσα στοὺς διάφορους τύπους καὶ ἐκτυπώσεις τῶν διαφόρων νομισμάτων τοῦ ἴδιου μετάλλου, ἀνάμεσα στὶς βασικὲς μονάδες κάθε συστήματος καὶ στὰ πολλαπλάσια ἢ ὑποπολλαπλάσιά τους.
Θὰ ἦταν κουραστικὸ καὶ περιττὸ νὰ σᾶς δώσω στατιστικὰ στοιχεῖα. Ἀρκεῖ νὰ ἀναφέρω ὅτι τὸ χρυσὸ altûn, ποὺ ἰσοδυναμεῖ τὸν 15ο αἰώνα μὲ τὸ βενετικὸ τσεκίνι καὶ μὲ τὰ ἄλλα εὐρωπαϊκὰ νομίσματα καὶ ζυγίζει 3,42 γραμμάρια μὲ τιμὴ 900/1000, στὶς ἀρχὲς τοῦ 18ου αἰώνα δὲν ζυγίζει παρὰ 2,4 γραμμάρια. Ὅσο γιὰ τὸ ἀργυρὸ νόμισμα, τὸ νόμισμα τῆς πραγματικῆς κυκλοφορίας (ἡ κυκλοφορία τῶν χρυσῶν νομισμάτων ἦταν περιορισμένη) τὸ akče-ἄσπρο, ποὺ εἶχε στὴν ἀρχὴ βάρος 1,2 γραμμάρια καὶ τιμὴ 900/1000, στὶς ἀρχὲς τοῦ 17ου αἰώνα δὲν ζύγιζε παρὰ 0,33 γραμμάρια καὶ στὸ τέλος τοῦ αἰώνα, ὁπότε ἀποσύρθηκε ἀπὸ τὴν κυκλοφορία, 0,19 ὡς 0,1 γραμμάρια. Ὅσο γιὰ τὸν τίτλο του, ὁ ρυθμὸς τῆς πτώσης του εἶναι ταχὺς ἤδη ἀπὸ τὸν 15ο αἰώνα. Ἀπὸ 40 ἄσπρα ποὺ ἰσοδυναμοῦν στὸ χρυσὸ altûn ἐπὶ Μωάμεθ Β΄, ἐπὶ Βαγιαζὶτ Β΄, στὰ τέλη τοῦ 15ου καὶ τὶς ἀρχὲς τοῦ 16ου, χρειάζονται 54 ἄσπρα γιὰ ἕνα χρυσὸ νόμισμα, στὸ τέλος τοῦ αἰώνα 130 μὲ 160 ἄσπρα, καὶ στὶς ἀρχὲς τοῦ 17ου αἰ. 200 ἄσπρα. Σὲ λίγο θὰ καταντήσει καὶ αὐτὸ ἁπλὸ λογιστικὸ νόμισμα καὶ θὰ ἀντικατασταθεῖ ἀπὸ τὸν παρά, καινούργια βάση τοῦ νέου νομισματικοῦ καὶ λογιστικοῦ συστήματος, ποὺ κατὰ τὸ τρίτο τέταρτό του 17ου αἰώνα θὰ διαμορφωθεῖ ὁριστικὰ μὲ τὴν ἐκτύπωση τοῦ τουρκικοῦ γροσίου («πιάστρου»), κατὰ μίμηση τοῦ ὀλλανδικοῦ ταλλήρου.
Στὸ νέο αὐτὸ λογιστικὸ σύστημα, ποὺ μερικοὶ νεώτεροι μελετητὲς τὸ ὀνομάζουν ἐμπορικὸ λογιστικὸ σύστημα, καὶ ποὺ θὰ παραμείνει ὣς τὴ μεταρρύθμιση τοῦ Abdoul Medjit, οἱ ἀναλογίες εἶναι: 1 γρόσι: 40 παράδες: 120 ἄσπρα (λογιστικὸ νόμισμα).
Οὔτε τὸ βάρος οὔτε ὁ τίτλος τοῦ παρᾶ καὶ τοῦ γροσιοῦ παρέμειναν σταθερά. Ἀπὸ 19,24 γραμμάρια ποὺ ζυγίζει τὸν 17ο αἰώνα πέφτει στὰ 4,65 γραμμάρια τὸ 1810. Ὁ τίτλος του γενικὰ κατρακυλᾶ συνεχῶς. Ἰδιαίτερα τὸν 18ο αἰώνα: Στὴν ἀρχὴ τοῦ αἰώνα, 3 γρόσια (πιάστρα) ἀντιστοιχοῦν μὲ ἕνα βενετικὸ τσεκίνι στὸ τέλος τοῦ αἰώνα χρειάζονται 7,75 πιάστρα.
Ἡ νομισματικὴ αὐτὴ ἀστάθεια καὶ ἀρυθμία τοῦ τουρκικοῦ συστήματος ἐντείνεται ἀπὸ τὴ σύγχρονη κυκλοφορία διαφόρων ἐκδόσεων ἀπὸ τὰ διάφορα νομισματοκοπεῖα, ποὺ ὅλα τους δὲν ἔδιναν οὔτε τὸν ἴδιο, τίτλο οὔτε τὸ ἴδιο βάρος σὲ νομίσματα τοῦ ἴδιου τύπου, ἔτσι ποὺ πολὺ σωστὰ ὁ Beaujour διατυπώνει ἐπιγραμματικά:
Ἡ ἐσωτερικὴ ἀξία τοῦ πιάστρου μειώθηκε κατὰ τὸ ἥμισυ σὲ εἴκοσι χρόνια. Ὁ σουλτάνος μπορεῖ νὰ θεωρηθεῖ σὰν ἕνας ἡγεμόνας ποὺ δὲν ἔχει πραγματικὸ νόμισμα ἀλλὰ μόνο νομίσματα ἰδεατά.
Εἶναι αὐτονόητο ὅτι μία τέτοια νομισματικὴ κατάσταση, στὴν ὁποία κανεὶς συναλλασσόμενος δὲν μπορεῖ νὰ ἔχει ἐμπιστοσύνη, εὐνοεῖ τὴ νόμιμη ἢ τὴν παράνομη καὶ λαθραία χρησιμοποίηση τῶν ξένων γερῶν νομισμάτων στὶς συναλλαγές. Στὴν περίπτωση τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορία, ὅπως καὶ στοὺς τελευταίους αἰῶνες τοῦ Βυζαντίου, ἡ κυκλοφορία του ἦταν νόμιμη καὶ τὸ πλῆθος τῶν ἄλλων νομισμάτων δὲν ἔπαιζε μόνο τὸ γνωστὸ ρόλο τοῦ διεθνῶς δεκτοῦ νομίσματος στὸ μεγάλο ἐξωτερικὸ ἐμπόριο, ἀλλὰ και στὶς καθημερινὲς συναλλαγές. Τὰ παραδείγματα καὶ οἱ πηγὲς εἶναι ἄφθονα: Δὲν θὰ ἀναφέρω ἐδῶ παρὰ τὰ κυριότερα ἀπὸ τὰ νομίσματα αὐτά. Πρῶτα-πρῶτα βέβαια τὸ χρυσὸ δουκάτο τῆς Βενετιᾶς, ποὺ ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι τὸ κατ’ ἐξοχὴν χρυσὸ νόμισμα ποὺ ἐπικρατεῖ στὴν Ἀνατολή, ὣς τὸν 19ο αἰώνα καὶ ὕστερα ἀπὸ τὴν πτώση τῆς Βενετιᾶς.
Ἔπειτα οἱ διάφορες ἀπομιμήσεις του τῶν φραγκικῶν ἡγεμονιῶν τῆς Ἀνατολῆς, τῶν Γενουατῶν τοῦ Πέρα, τῆς Μυτιλήνης καὶ τῆς Χίου καὶ τῶν Ἱπποτῶν τῆς Ρόδου.
Μεγάλη ἐπίσης κυκλοφορία ἔχει τὸ οὐγγρικὸ χρυσὸ δουκάτο, ἀλλὰ κάτω ἀπὸ τὴν ὀνομασία οὔγγαρο ἢ οὐγγρικὸ φλουρὶ ἢ μαντζάρικο κ.λπ τῶν πηγῶν κρύβονται ὅλα σχεδὸν τὰ χρυσὰ νομίσματα τῶν γερμανικῶν κρατιδίων, τῆς Οὐγγαρίας καὶ τῆς Ὀλλανδίας, ποὺ ἔχουν τὸν ἴδιο τύπο, καὶ πολλὰ ἀπὸ τὰ πολλαπλάσιά τους.
Δὲν θὰ σᾶς κουράσω ἀπαριθμώντας ἐδῶ τὰ ποικίλα ἀργυρὰ γνήσια και κίβδηλα νομίσματα τῆς Βενετιᾶς καὶ τῶν κτήσεών της στὴν Ἀνατολή, τῶν φραγκικῶν κτήσεων, τῶν ἰταλικῶν πόλεων, τὰ διάφορα γαλλικὰ tournois, τὰ τορνέσια, ποὺ ἡ κιβδηλεία τους καὶ ἡ κερδοσκοπία ποὺ ἀσκήθηκε ἐπανειλημμένα, προκάλεσαν πραγματικὲς ἀναστατώσεις στὶς συναλλαγές.
Θὰ ἀναφέρω μονάχα ὅτι ἀπὸ τὸν 16ο αἰώνα, ὅπου τὸ εὐρωπαϊκὸ ἐμπόριο στὴν Ἀνατολὴ ἐμφανίζεται ὀργανωμένο, τὰ κύρια νομίσματα στὰ ὁποῖα γίνονται οἱ λογαριασμοὶ καὶ οἱ συναλλαγές, ἐξωτερικὲς καὶ ἐσωτερικές, εἶναι:
- Τὰ ἀργυρὰ βενετικὰ δουκάτα.
- Τὰ ἰσπανικὰ τάλληρα, ποὺ λέγονται ρεάλια, μὲ τοὺς διάφορους τύπους: δηλαδὴ τὸ ρεάλι τῆς Σεβίλλης τοῦ Φιλίππου Δ΄ (1621-1668), ποὺ φέρνει καὶ τὸ ὄνομα σεβιλλιάνα, ἢ σεβίλλια, τὸ κυρίως ρεάλι ἢ πιάστρο τοῦ Μεξικοῦ, καὶ ἀπὸ τὸν 18ο αἰώνα τὸ νέο ἰσπανικὸ νόμισμα ποὺ ὀνομάζεται δίστηλο ἢ κολωνάτο.
- Τὰ ὀλλανδικὰ τάλληρα, τὰ περίφημα löventhatel μὲ τὸν λέοντα, ποὺ λέγονται ἀσλάνια, καὶ
- Τὰ rix-dolla (μὲ τὸν καλὸ τίτλο καὶ βάρος, ποὺ λέγονται καραγρόσια) τῶν γερμανικῶν κρατῶν, στὰ ὁποῖα πρέπει νὰ συμπεριληφθοῦν καὶ τὰ αὐστριακὰ τάλληρα, τὰ λεγόμενα αὐτοκρατορικὰ ἢ ἰμπεριαλικά μεταξὺ αὐτῶν καὶ ἡ περίφημη ρεγγίνα τῆς Μαρίας Θηρεσίας.
Ποιοὶ εἶναι οἱ λόγοι, ποιὸ τὸ νόημα τοῦ διαβολικοῦ αὐτοῦ χοροῦ τοῦ χρυσοῦ καὶ τοῦ ἀργύρου στὸ χῶρο αὐτὸ ποὺ δίκαια ὀνομάστηκε σταυροδρόμι τῶν λαῶν; Ποιὰ ἦταν τὰ ἀποτελέσματά του γιὰ τὸν Ἑλληνισμὸ, ποὺ δὲν ἔμεινε βέβαια ἀμέτοχος;
Σὲ μιὰ περίοδο ὅπου τὸ μεταλλικὸ νόμισμα εἶναι κυρίαρχο καὶ σὲ μιὰ περιοχὴ σὰν τὴ Βυζαντινὴ κι ὕστερα τὴν Ὀθωμανικὴ Αὐτοκρατορία ποὺ δὲν διαθέτει πλούσια μεταλλεῖα χρυσοῦ καὶ ἀργύρου, ἔτσι ποὺ ἡ παραγωγή τους καὶ μόνη νὰ μπορεῖ νὰ καλύψει τὶς ἀνάγκες τῆς νομισματικῆς κυκλοφορίας ποὺ ἀπαιτοῦν οἱ συναλλαγές, τὰ ἀποθέματα χρυσοῦ καὶ ἀργύρου εἶναι κατὰ κύριο λόγο ἢ κατὰ μεγάλο μέρος συνάρτηση τῶν ἐμπορικῶν συναλλαγῶν, συνάρτηση τοῦ ἐξωτερικοῦ ἐμπορίου καὶ τοῦ ἰσοζυγίου πληρωμῶν.
Ἂς θυμηθοῦμε λοιπὸν ὅτι ἡ ἵδρυση τῆς αὐτοκρατορίας συμπίπτει σχεδὸν μὲ τὴν ἀνακάλυψη ἀπὸ τὸν 15ο αἰώνα τοῦ δρόμου τῶν Ἀνατολικῶν Ἰνδιῶν καὶ ὅτι ἡ ἀνακάλυψη αὐτὴ μετέβαλε ριζικὰ τὶς οἰκονομικὲς σχέσεις στὴ Μέση Ἀνατολὴ καὶ στὴν ἀνατολικὴ Μεσόγειο.
Τὸ ἐμπόριο μὲ τὴν Ἄπω Ἀνατολὴ καὶ τὶς Ἰνδίες, ποὺ διεξαγόταν διὰ μέσου τῶν χωρῶν τῆς Μέσης καὶ Ἐγγὺς Ἀνατολῆς ποὺ ἡ μιὰ μετὰ τὴν ἄλλη θὰ γίνουν ὣς τὸν 16ο αἰώνα τμήματα τῆς Ὀθωμανικῆς αὐτοκρατορίας, ἂν δὲν ἔπαψε τελείως, εἶχε μειωθεῖ σημαντικά. Ὁ χρυσός του Σουδὰν δὲν παίρνει ὅλος τὸ δρόμο πρὸς τὴ Μεσόγειο, καὶ οἱ ποσότητες ποὺ καταστάλαζαν στὶς χῶρες τῆς Ὀθωμανικῆς αὐτοκρατορίας χωρὶς ἀμφιβολία εἶναι ὁλοένα καὶ μικρότερες.
Οἱ ἐμπορικὲς δραστηριότητες στὸ χῶρο τῆς αὐτοκρατορίας ξαναρχίζουν βέβαια νὰ ἀναπτύσσονται, καὶ μάλιστα μὲ βαθμὸ ἐπιταχυνόμενο, ἀπὸ τὸν 16ο αἰώνα, γιὰ νὰ φτάσουν σὲ σημαντικὰ ὑψηλὰ ἐπίπεδα τὸν 18ο καὶ τὸν 19ο αἰώνα. Ἀλλὰ περνοῦν ὅλο καὶ περισσότερο στὰ χέρια τῶν δυτικῶν κεντρικῶν δυνάμεων. Στοὺς Βενετοὺς καὶ τοὺς ἐμπόρους τῶν ἄλλων ἰταλικῶν πόλεων θὰ προστεθοῦν οἱ νέες ἀναπτυσσόμενες οἰκονομικὲς δυνάμεις. Ἡ Ὀλλανδία ποὺ παίζει τὸν κύριο ρόλο ὣς τὸν 17ο αἰώνα, ἔπειτα, καὶ κυρίως ἡ Γαλλία καὶ ἡ Ἀγγλία, οἱ δύο μεγάλοι πρωταγωνιστὲς καὶ ἀνταγωνιστὲς στὸ ἐμπόριο τῆς Ἀνατολῆς.
Ποιὰ εἶναι ἡ ἀντίδραση, ἤ, ἂν θέλετε, ποιὰ εἶναι ἡ σχέση τῶν οἰκονομικῶν αὐτῶν δραστηριοτήτων μὲ τὴ νομισματικὴ κατάσταση ποὺ περιγράψαμε; Ποιές γενικὲς ὑποθέσεις γιὰ ἔρευνα ὑποβάλλει ἡ εἰκόνα τῆς νομισματικῆς κυκλοφορίας;
Ὑπάρχουν βέβαια ἤδη ἀπὸ τὸν 19ο αἰώνα ἀξιόλογες μελέτες γύρω ἀπὸ τὴν οἰκονομικὴ δραστηριότητα στὴν Ἀνατολή. Καὶ ἡ συμβολὴ τῶν Ἑλλήνων ἐρευνητῶν, κυρίως τῶν νεώτερων, δὲν εἶναι εὐκαταφρόνητη. Ὅλες ὅμως αὐτὲς οἱ μελέτες εἶναι ἀκόμα μακριὰ ἀπὸ τὸ νὰ ἐξαντλήσουν τὸ πολύπλευρο αὐτὸ θέμα καὶ νὰ ὑποτάξουν τὸ τεράστιο ὑλικὸ ποὺ μένει ἀχρησιμοποίητο στὰ τουρκικὰ καὶ στὰ εὐρωπαϊκὰ ἀρχεῖα.
Ὁ ἱστορικὸς λοιπόν, ὁ ἱστορικός της οἰκονομίας ἢ καὶ ὁ κοινωνιολόγος ποὺ θὰ εἶχε τὴ θεμιτή, ἀλλὰ πρόωρη τάση νὰ διατυπώσει ἀποφάνσεις ὁριστικὲς καὶ νὰ παρουσιάσει μιὰ γενικὴ σύνθεση, ἀγαπητὴ σὲ κάθε νέο, ἀλλὰ ἀνυποψίαστο ἐρευνητή, κινδυνεύει νὰ καταλήξει περισσότερο σὲ μιὰ δημοσιογραφικὴ ἐντυπωσιολογία, παρὰ σὲ γερὰ θεμελιωμένη ἐπιστημονικὴ μελέτη, ἂν δὲν ἔχει πλήρη συνείδηση ὅτι σὲ κάθε τέτοια προσπάθεια εἶναι ἀπαραίτητη ἡ ἐπίπονη ἔρευνα τῶν ἐπιμέρους, ποὺ μόλις εἶχε ἀρχίσει, καὶ ὅτι τὸ ἔργο του θὰ μένει γιὰ κάμποσο καιρὸ ἁπλὴ συμβολή, ποὺ τὰ συμπεράσματά της θὰ ὑπόκεινται στὸ διαρκὴ ἔλεγχο τῶν γεγονότων ποὺ ὁλοένα θὰ πλουτίζονται.
Καὶ γιὰ νὰ ξανάρθω στὴν εἰδικὴ περίπτωση ποὺ μᾶς ἀπασχολεῖ ἐδῶ, ὅλες οἱ μελέτες ποὺ ἔχουν γίνει καταλήγουν μὲ τὴ διαπίστωση ὅτι τὸ ἐμπορικὸ ἰσοζύγιο εἶναι θετικὸ γιὰ τὴν Ἀνατολή, ὅπου οἱ ἐξαγωγὲς σὲ ὄγκο καὶ τιμὴ μεταλλικὴ ὑπερβαίνουν πάντα τὶς εἰσαγωγές.
Καὶ ὅμως, ἡ νομισματικὴ κυκλοφορία, μὲ τὴ συνεχὴ πτώση τοῦ ντόπιου νομίσματος καὶ μὲ τὴ συνεχὴ νομισματικὴ κερδοσκοπία μᾶς ὑποχρεώνει, ἂν ὄχι νὰ ἀναθεωρήσουμε πλήρως τὴν πρόταση αὐτή, τουλάχιστο νὰ προσέξουμε περισσότερο τοὺς μηχανισμοὺς καὶ τὸ ρυθμὸ τοῦ φαινομένου.
Ἡ πρώτη παρατήρηση ποὺ ἐπιβάλλεται ἐδῶ εἶναι ὅτι ὅσο ὀργανώνεται καλύτερα τὸ ἐμπόριο τῶν δυτικῶν δυνάμεων στὴν Ἀνατολή, τόσο τὸ ἐμπορικὸ ἰσοζύγιο δείχνει κάποια τάση ἰσορροπίας. Αὐτὸ παρατηρεῖται κυρίως ἀπὸ τὰ μέσα τοῦ 18ου αἰώνα, ὅπου κάτω ἀπὸ τὶς ἰδέες τοῦ ἐμποροκρατισμοῦ ἔγιναν τεράστιες προσπάθειες τῶν δυτικῶν δυνάμεων νὰ αὐξήσουν τὶς ἐξαγωγές τους στὴν Ἀνατολή.
Θὰ πάρω ἕνα μόνο παράδειγμα ἀπὸ τὸ ἐμπόριο τῆς Θεσσαλονίκης, ποὺ γνωρίζω κάπως καλύτερα. Ἐνῶ οἱ ἐξαγωγὲς ἀπὸ τὴ Θεσσαλονίκη ξεπερνοῦν τὶς εἰσαγωγὲς (σὲ πιάστρα τουρκικὰ) παραπάνω ἀπὸ 100% στὴν ἀρχὴ τοῦ 18ου αἰώνα, τὸ 1753 δὲν τὶς ὑπερβαίνουν παρὰ κατὰ 8%. Στὸ τρίτο τέταρτο τοῦ αἰώνα (1753-1775), οἱ ἐξαγωγὲς ἀπὸ τὴ Θεσσαλονίκη ὑπολείπονται κατὰ 30% τῶν εἰσαγωγῶν της. Στὸ τελευταῖο τέταρτο τοῦ αἰώνα (1775-1800), ὅπου κυριαρχοῦν πλέον οἱ ἀντιλήψεις τῶν φυσιοκρατῶν, οἱ ἐξαγωγὲς ἀπὸ τὴ Θεσσαλονίκη θὰ ξεπεράσουν πάλι τὶς εἰσαγωγὲς κατὰ 82%. Ἂν ὅμως ὑπολογίσουμε σὲ σταθερὸ νόμισμα καὶ λάβουμε ὑπόψη τὴν πραγματικὴ διακύμανση τῶν τιμῶν, θὰ δοῦμε ὅτι οἱ ἐξαγωγὲς ὑπερβαίνουν τὶς εἰσαγωγὲς ὁλόκληρο τὸν αἰώνα, ἀλλὰ τὸ ἐμπορικὸ ἰσοζύγιο δείχνει φανερὴ τάση πρὸς τὴν ἰσορροπία. Ὁ δείχτης ποὺ εἶναι στὴν ἀρχὴ τοῦ αἰώνα 180%, πέφτει στὸ τρίτο τέταρτο τοῦ αἰώνα σὲ 6%. Ὅσο γιὰ τὸ τέλος τοῦ αἰώνα ἡ μεγάλη συμμετοχὴ τῶν Ἑλλήνων στὸ ἐξαγωγικὸ ἐμπόριο ἀλλάζει τὸ νόημα τοῦ φαινομένου, γιὰ τὸ ὁποῖο θὰ ποῦμε δυὸ λόγια στὸ τέλος τῆς ὁμιλίας αὐτῆς.
Τὸ παράδειγμα τῆς Θεσσαλονίκης εἶναι ἐνδεικτικὸ καὶ δὲν ξέρει κανεὶς τί ἐκπλήξεις μπορεῖ ἀκόμα νὰ παρουσιάσει ἡ παραπέρα συστηματικὴ ἔρευνα τῆς οἰκονομικῆς δραστηριότητας τῆς αὐτοκρατορίας.
Ἔπειτα, θετικὸ ἐμπορικὸ ἰσοζύγιο κάτω ἀπὸ ὁρισμένες συνθῆκες, ὅπως ἐκεῖνες ποὺ ἐπικρατοῦν στὸ ἐμπόριο τῆς Ἀνατολῆς, ποὺ βρίσκεται στὰ χέρια τῶν ξένων, δὲν σημαίνει πάντα καὶ θετικὸ ἰσοζύγιο στὴν κίνηση τῶν πολύτιμων μετάλλων. Γιὰ νὰ ξαναπάρω πάλι ἕνα παράδειγμα ἀπὸ τὴν ἐμπορικὴ κίνηση τῆς Θεσσαλονίκης, ποὺ οἱ δεῖχτες της φαίνεται νὰ ἔχουν γενικότερη ἐφαρμογὴ στὸ σύνολο τουλάχιστον τοῦ βαλκανικοῦ χώρου, ἡ εἰσαγωγὴ νομισματοποιημένων πολύτιμων μετάλλων χρυσοῦ καὶ ἀργύρου, ποὺ λειτουργοῦν ἄλλωστε καὶ σὰν ἁπλὰ ἐμπορεύματα, μειώνεται συνεχῶς. Στὴν ἀρχὴ τοῦ 18ου αἰώνα ἀντιπροσωπεύει τὸ 44% τῶν εἰσαγωγῶν, στὸ τέλος τοῦ αἰώνα πέφτει κάπου στὸ 6%.
Ἔπειτα, δὲν εἶναι καθόλου σίγουρο ὅτι ἔστω καὶ ἡ μικρὴ αὐτὴ ποσότητα πολύτιμου νομισματοποιημένου μετάλλου ποὺ εἰσάγεται, παραμένει ὁριστικὰ στὴν αὐτοκρατορία ὥστε νὰ δημιουργήσει σημαντικὰ ἀποθέματα. Τὸ πρόβλημα ἀξίζει νὰ μελετηθεῖ σοβαρά, γιατί συνδέεται ἄμεσα μὲ τὸ πολυσυζητημένο σήμερα στὴν Ἑλλάδα ζήτημα τῆς κεφαλαιοκρατικῆς συσσώρευσης.
Εἶναι κι ἐδῶ ἀπαραίτητη καὶ ἐπείγουσα ἡ ἀναλυτικὴ ἔρευνα πρὶν ἀπὸ κάθε σύνθεση ἢ θεωρητικοποίηση τοῦ φαινομένου ἐπὶ τῆ βάσει γενικῶν γνωστῶν ἀρχῶν. Καὶ γιὰ νὰ χρησιμοποιήσω ἕνα χειροπιαστὸ παράδειγμα, ὑπενθυμίζω ὅτι ἕνα μεγάλο μέρος τῶν κεφαλαίων ποὺ εἶχε συσσωρεύσει ὁ Κωνσταντῖνος Καντακουζηνὸς ὁ Βασσαράβα στὴν Ἀνατολή, εἶχε πάρει στὰ τέλη τοῦ 17ου αἰώνα τὸ δρόμο γιὰ τὴ Δύση. Βρίσκεται στὴν Τζέκα τοῦ Ἁγίου Μάρκου καὶ ἀποδίδει ἐτήσιο τόκο κάπου 30.000 γρόσια. Ἄλλα σημαντικὰ ποσὰ τοῦ ἴδιου βρίσκονται στὶς τράπεζες τῆς Βιέννης, τῆς Ὀλλανδίας καὶ τῆς Ἀγγλίας.
Τὸ μεγαλύτερο μέρος τοῦ ἑλληνικοῦ ἐμπορικοῦ κεφαλαίου, ποὺ συσσωρεύεται ἀπὸ τὸ ἐμπόριο καὶ τὴ ναυσιπλοΐα τῆς Ἀνατολῆς, βρίσκεται ἔξω ἀπὸ τὴν Ὀθωμανικὴ Αὐτοκρατορία. Ἡ μελέτη τῶν ἀρχείων τῶν μεγάλων τραπεζῶν τῆς Εὐρώπης θὰ ἔδινε πολλὲς πολύτιμες πληροφορίες γιὰ τὴν πραγματικὴ κίνηση τῶν πολύτιμων μετάλλων.
Ὁ κυριότερος, ὅμως, παράγοντας τῆς νομισματικῆς ἀτασθαλίας, ποὺ οἱ ἐπιπτώσεις της στὴν οἰκονομία τῆς αὐτοκρατορίας εἶναι προφανεῖς, εἶναι ἡ συνεχὴς δημοσιονομικὴ κρίση μέσα στὴν ὁποία ζεῖ τὸ ὀθωμανικὸ κράτος. Εἶναι φανερὸ ὅτι τὰ ἀποθέματα πολύτιμου μετάλλου στὰ χέρια τοῦ κράτους δὲν ἔφταναν νὰ καλύψουν τὶς κρατικὲς ἀνάγκες χωρὶς τὴ διαρκὴ πτώση τοῦ νομίσματος ποὺ φθάνει ὣς τὴν ἐπίσημη κιβδηλεία.
Βέβαια, μὲ τὸ τιμαριωτικὸ σύστημα, ποὺ σὲ τελευταία ἀνάλυση σημαίνει τὴν ἐκχώρηση δικαιωμάτων τοῦ κράτους ἔναντι παροχῆς ὑπηρεσίας, ἡ Ὀθωμανικὴ Αὐτοκρατορία (ὅπως καὶ πρὶν ἀπ’ αὐτὴν ἡ Βυζαντινὴ Αὐτοκρατορία μὲ τὸ σύστημα τῶν προνοιῶν-οἰκονομιῶν) μποροῦσε νὰ ἀντιμετωπίσει τὰ ἔξοδα τῆς διοίκησης καὶ τὰ ἔξοδα ἑνὸς μέρους τοῦ στρατοῦ, τοῦ στρατοῦ τῶν σπαχήδων, χωρὶς τὴν καταβολὴ χρήματος. Τὸ ρευστὸ ὅμως χρῆμα ἦταν ἀπαραίτητο γιὰ τὴ μισθοδοσία τῶν ὑπόλοιπων στρατιωτικῶν ταγμάτων καὶ κυρίως τῶν γενιτσάρων, χωρὶς νὰ ὑπολογίσουμε τὶς ὑπόλοιπες στρατιωτικὲς δαπάνες (ὁπλισμὸ κ.λπ), ποὺ ἔπρεπε νὰ πληρωθοῦν σὲ γερὸ νόμισμα, οὔτε τὰ ἔξοδα τῆς συντήρησης τῆς σουλτανικῆς αὐλῆς. Ἐνῶ, λοιπὸν, τὰ ἔξοδα μεγάλωναν συνεχῶς μὲ τοὺς συχνοὺς πολέμους, καταχτητικοὺς στὴν ἀρχή, ἀμυντικοὺς κατόπιν, τὰ ἔσοδα τοῦ κράτους λιγόστευαν.
Μιλήσαμε γιὰ τὴ φθίνουσα εἰσαγωγὴ πολύτιμου μετάλλου γενικά. Ἐδῶ ὅμως πρέπει νὰ τονιστεῖ ὅτι, κι ἂν ἀκόμα παραδεχτοῦμε τὴν ὕπαρξη ἑνὸς ἐνεργητικοῦ ὑπολοίπου στὴν κίνηση τῶν πολύτιμων μετάλλων, πολὺ λίγο ἀπὸ τὸ ὑπόλοιπο αὐτὸ ἔφθανε στὰ κρατικὰ ταμεῖα. Οἱ λόγοι εἶναι πολλοί. Πρῶτα-πρῶτα τὸ ἴδιο τὸ τιμαριωτικὸ σύστημα: Οἱ μόνοι σχεδὸν φόροι ποὺ κατ’ ἀρχὴν πήγαιναν στὸ κράτος ἦταν οἱ κεφαλικοὶ φόροι, ἀλλὰ κι αὐτοὶ ἀκόμα καμιὰ φορὰ παραχωροῦνταν στοὺς μεγάλους τιμαριῶτες.
Ἔπειτα οἱ συνεχεῖς ἐπαναστάσεις τῶν πασάδων καὶ τέλος ἡ ἀποθησαύριση, αἰτία μαζὶ καὶ ἀποτέλεσμα τῆς οἰκονομικῆς ἀστάθειας καὶ τῆς οἰκονομικῆς στασιμότητας. Μᾶς λείπει ἀκόμα μιὰ συστηματικὴ μελέτη ποὺ θὰ μᾶς ἔδειχνε, ἔστω καὶ κατὰ προσέγγιση, τὸ ποσοστὸ τῶν εἰσοδηματιῶν στὴν Ὀθωμανικὴ Αὐτοκρατορία καὶ τὸν κοινωνικὸ καὶ οἰκονομικό τους ρόλο.
Εἶναι πάντως χαρακτηριστικὸ ὅτι οἱ τουρκικὲς κυβερνήσεις ἔφταναν συχνὰ ὣς τὸν ἐκβιασμὸ σὲ στιγμὲς δημοσιονομικῆς κρίσης, γιὰ νὰ προμηθευτοῦν τὰ ἀναγκαία κεφάλαια ποὺ ἦταν ἀπαραίτητα στὴ λειτουργία τῆς κρατικῆς μηχανῆς ποὺ ἀπειλοῦνταν ἀπὸ τὶς ἐπαναστάσεις τῶν γενιτσάρων, οἱ ὁποῖοι ἀρνοῦνταν τὸ ἐξευτελισμένο νόμισμα τοῦ μισθοῦ τους. Ἕνα χαρακτηριστικὸ παράδειγμα: Στὸ τέλος τοῦ 16ου αἰώνα ὁ σουλτάνος διέταξε τὴ φυλάκιση τῶν πιὸ πλούσιων Ἀρμενίων, Ἑλλήνων, Ἑβραίων καὶ Ἰταλῶν τοῦ Γαλατᾶ, γιὰ νὰ τοὺς ὑποχρεώσει νὰ καταβάλουν στὸ ταμεῖο μεγάλες χρηματικὲς ποσότητες.
Οἱ παρατηρήσεις αὐτὲς ἐπιτρέπουν τὴν πρόταση ὅτι ὑπῆρχε στενότητα χρήματος στὴν κυκλοφορία γενικά, ποὺ ἔπαιρνε ὀξεῖες μορφὲς στὰ οἰκονομικά του κράτους. Αὐτὸ φαίνεται ἀκόμα ἀπὸ τὴ στασιμότητα τῶν τιμῶν, ἂν τὴν ὑπολογίσουμε σὲ σταθερὸ νόμισμα καὶ μάλιστα ἀπὸ τὴ σχετικὴ πτώση τῶν βιοτεχνικῶν προϊόντων στὸ τέλος τοῦ 18ου αἰώνα. Εἶναι ἐπίσης ἐνδεικτικὸ ὅτι ἡ ἄνοδος τῆς ὀνομαστικῆς ἀξίας τῶν τιμῶν εἶναι σχεδὸν ἀκριβὴς συνάρτηση τῆς πτώσης τοῦ κυκλοφοροῦντος τουρκικοῦ νομίσματος.
Στὰ περιορισμένα ὅρια τῆς σημερινῆς ὁμιλίας δὲν μπορῶ νὰ ἀναπτύξω ὅλες τὶς συνέπειες τοῦ φαινομένου. Δὲν θὰ ἀναφέρω παρὰ μόνο τὴν πλευρὰ ποὺ θεωρῶ σὰν τὴν πιὸ σημαντική, γιατί δείχνει μὲ τὸν πιὸ ἐναργὴ τρόπο τὸν ἀποικιακὸ χαρακτήρα τῆς οἰκονομίας τῆς Ἀνατολῆς. Μιὰ σύγκριση μὲ τὶς εὐρωπαϊκὲς χῶρες εἶναι διδαχτική. Ἡ Εὐρώπη ὁλόκληρη στὸν 18ο αἰώνα εἶχε πετύχει τὴ νομισματική της σταθεροποίηση. Οἱ τιμὲς τῶν προϊόντων δείχνουν συνεχὴ τάση γιὰ ἄνοδο ποὺ προκαλεῖ ἡ εἰσροὴ τοῦ ἀργύρου τῆς Ἀμερικῆς διὰ μέσου της Ἱσπανίας καὶ τοῦ χρυσοῦ της Βραζιλίας διὰ μέσου της Ἀγγλίας.
Ἡ κίνηση ὅμως αὐτὴ τῶν τιμῶν εἶχε ἀνεξαρτοποιηθεῖ ἀπὸ τὰ νομισματικὰ παιγνίδια τῆς κρατικῆς ἐξουσίας. Στὶς χῶρες τῆς Ὀθωμανικῆς αὐτοκρατορίας ὁλόκληρη ἡ οἰκονομία ἐξαρτᾶται σὲ τελευταία ἀνάλυση ἀπὸ τὴν αὐθαίρετη παρέμβαση τοῦ κράτους καὶ ἀπὸ τοὺς ξένους ποὺ κυριαρχοῦν οἰκονομικά. Ἡ κυριαρχία αὐτὴ καταλήγει στὴν ἀπορρόφηση ἀπὸ τὸν δυτικὸ κόσμο ἑνὸς μεγάλου μέρους ὑπεραξίας ποὺ παράγεται στὴν Ἀνατολή. Τὰ ποσὰ ποὺ ἀντιπροσωπεύουν τὸ σύνολο τῆς ἀξίας τῶν ἐξαγωγῶν σὲ τιμὲς Ἀνατολῆς εἶναι πολὺ μικρότερα ἀπὸ τὰ ποσὰ ποὺ εἰσπράττουν οἱ ἐξαγωγεῖς ποὺ διαθέτουν τὰ προϊόντα αὐτὰ σὲ τιμὲς Εὐρώπης. Ἔτσι τὸ κέρδος τῶν δυτικῶν ἐμπόρων εἶναι τεράστιο. Δέκα χρόνια παραμονῆς στὴν Ἀνατολὴ φθάνουν γιὰ νὰ δημιουργήσει ὁ δυτικὸς ἔμπορος σημαντικὴ περιουσία.
Στὴν ἀπορρόφηση αὐτὴ τῆς ὑπεραξίας ἡ νομισματικὴ κατάσταση παίζει κι αὐτὴ τὸ ρόλο της. Ξαναθυμίζω ὅτι τὸ μεταλλικὸ νόμισμα ἐπιτελεῖ ἐδῶ διπλὴ λειτουργία: νομισματική, ὅπου ἡ ἐπικαταλλαγὴ εἶναι εὐνοϊκὴ πάντα μὲ τὸ γερὸ ξένο νόμισμα τοῦ ἔθνους ποὺ κυριαρχεῖ στὴν ἀγορά. Συγχρόνως λειτουργεῖ σὰν ἐμπόρευμα, πολύτιμο ἐμπόρευμα sui generis, ὅπου, στὴν περίπτωση τῆς Ἀνατολῆς, στὸ νόμο τῆς προσφορᾶς καὶ τῆς ζήτησης ἐπεμβαίνουν ἔξω-οἰκονομικοὶ παράγοντες ποὺ καταλήγουν στὴν ὑπερτίμησή του καὶ τὴν παραγωγὴ ἐπιπρόσθετου κέρδους.
Ποιὰ εἶναι ἡ λειτουργία τῶν Ἑλλήνων στὶς ἰδιαίτερες οἰκονομικὲς καὶ νομισματικὲς αὐτὲς δομές;
Εἶναι βέβαια γνωστὸ ὅτι οἱ στρατιωτικο-τιμαριωτικὸς χαρακτήρας τῆς τουρκικῆς κατάκτησης ἄφηνε στοὺς Ἕλληνες, στοὺς Ἀρμένιους καὶ στοὺς Ἑβραίους τὸ μεγαλύτερο μέρος τῶν οἰκονομικῶν δραστηριοτήτων καὶ ἰδιαίτερα τὶς ἐμπορικὲς ἐπιχειρήσεις. Ἡ θέση τῶν ὑποταγμένων αὐτῶν ὁμάδων ἦταν σχεδὸν προκαθορισμένη ἀπὸ τὴν κατάσταση ποὺ ἐπικρατοῦσε πρὶν ἀπὸ τὴν τουρκικὴ κατάκτηση. Ἀπὸ τὴν ἐποχὴ ὅπου τὸ μεγάλο ἐξωτερικὸ ἐμπόριο εἶχε περάσει προοδευτικὰ στοὺς ἐμπόρους τῆς Δύσης δὲν ἀπόμεινε στὰ ντόπια αὐτὰ στοιχεῖα παρὰ τὸ ἐσωτερικὸ ἐμπόριο, ποὺ ἡ σημαντικότερη ἐκδήλωσή του ἦταν ἡ συγκέντρωση τῶν γεωργικῶν προϊόντων καὶ τῶν πρώτων ὑλῶν, ποὺ ἀποτελοῦσαν τὶς ἐξαγωγὲς τῶν ξένων ἐμπόρων στὰ μεγάλα ἐμπορικὰ κέντρα τῆς Ἀνατολῆς. Ὁ ρόλος αὐτὸς τῶν ἐνδιάμεσων ἀνάμεσα στοὺς παραγωγοὺς καὶ στοὺς ξένους μεγαλεμπόρους ἀρχίζει ἤδη πολὺ πρὶν τὴν τούρκικη κατάκτηση. Τὸ βλέπουμε καθαρὰ στὰ διάφορα βενετικὰ ἔγγραφα καὶ κυρίως στοὺς πολύτιμους γιὰ τὸν ἱστορικὸ λογαριασμοὺς τοῦ Badoer, Βενετοῦ μεγαλέμπορα ἐγκαταστημένου στὴν Κωνσταντινούπολη. Ὁ ρόλος αὐτὸς συνεχίστηκε βασικὰ καθ’ ὅλη τὴν Τουρκοκρατία, ἔτσι ποὺ ἡ ἑλληνικὴ συμμετοχὴ στὴν ἐμπορικὴ κίνηση καὶ στὴ ναυσιπλοΐα νὰ φαίνεται σὰν κάποια προέκταση, σὰν κάποια καταβολάδα τοῦ δυτικοῦ ἐμπορίου στὴν Ἀνατολή. Ἡ οἰκονομία τοῦ ἑλληνισμοῦ τῆς Τουρκοκρατίας λειτουργεῖ μέσα στὶς δυτικὲς οἰκονομικὲς δομές, κι ὅταν ἀκόμα, ἀπὸ τὰ μέσα κυρίως τοῦ 18ου αἰώνα, δημιουργήθηκε μιὰ σημαντικὴ μερίδα Ἑλλήνων μεγαλεμπόρων ποὺ ἐπιχειρεῖ νὰ ἀνεξαρτοποιηθεῖ ἀπὸ τοὺς δυτικοὺς πάτρωνες καὶ νὰ τοὺς συναγωνιστεῖ.
Ἡ ἔνταξη αὐτὴ ἑνὸς μεγάλου μέρους τῆς οἰκονομίας τῶν Ἑλλήνων τῆς Τουρκοκρατίας στὰ δομικὰ πλαίσια τῆς δυτικῆς οἰκονομίας καταλήγει στὴ μείωση τῆς ἀπορρόφησης τῆς ὑπεραξίας, γιὰ τὴν ὁποία μιλήσαμε, ἀποκλειστικὰ ἀπὸ τὴ Δύση. Ἕνα σημαντικὸ μέρος της μένει στὰ χέρια τῶν Ἑλλήνων καὶ συντελεῖ στὴ δημιουργία τῆς νεαρῆς ἀστικῆς τάξης καὶ τοῦ ἐμπορικοῦ κεφαλαιοκρατικοῦ της τμήματος. Συντελεῖ ἐπίσης στὴ διαστρωμάτωση τῆς τάξης αὐτῆς καὶ στὴ δημιουργία ἀνάλογων νοοτροπιῶν καὶ βλέψεων σὲ κάθε κοινωνικὸ στρῶμα. Τὸ φαινόμενο βέβαια πρέπει νὰ μελετηθεῖ σὲ συνάρτηση μὲ τὶς συνθῆκες ποὺ δὲν ἐπέτρεπαν τὴν ἐπένδυση τοῦ συσσωρευμένου ἑλληνικοῦ κεφαλαίου σὲ ντόπιες βιοτεχνικὲς ἐπιχειρήσεις, πράγμα ποὺ θὰ εὐνοοῦσε καὶ τὴ βαθμιαία μεταβολὴ τῆς ἑλληνικῆς βιοτεχνίας σὲ βιομηχανία καὶ δὲ θὰ ἄφηνε στὰ ἑλληνικὰ κεφάλαια, ποὺ κατέφευγαν ἐξαιτίας ἀκριβῶς αὐτῶν τῶν συνθηκῶν στὴ Δύση, νὰ ἐπιλέγουν τὸ δρόμο τῶν τραπεζιτικῶν ἐπιχειρήσεων.
Ἂς προστεθεῖ ἐδῶ ὅτι ἡ νομισματικὴ γυμναστικὴ στὴν ὁποία ὑποχρεώνονταν κάθε συναλλασσόμενος Ἕλληνας γιὰ νὰ μπορέσει νὰ βρεῖ λογαριασμὸ στὸ νομισματικὸ κυκεώνα ποὺ περιγράψαμε, τοὺς εἶχε προετοιμάσει γι’ αὐτὸ τὸ δρόμο. Οἱ Ἕλληνες σαράφηδες, ὅπως καὶ οἱ Ἑβραῖοι καὶ οἱ Ἀρμένιοι μποροῦσαν νὰ γίνουν εὔκολα τραπεζίτες. Ἀλλὰ κι αὐτὴ ἡ διέξοδος ἴσχυε γιὰ περιορισμένο χρονικὸ διάστημα τὰ ἐθνικὰ εὐρωπαϊκὰ κράτη ἔβαλαν κι ἐδῶ φραγμούς.
Ἡ γέννα γιὰ τὴν ἑλληνικὴ ἀστικὴ τάξη δὲν ἦταν εὔκολη. Κι ἴσως γι’ αὐτὸ τὸ παιδὶ ποὺ γεννήθηκε νὰ παρουσιάζει γενετικὲς δυσμορφίες. Οἱ δυσκολίες ὅμως αὐτές, ποὺ δὲν ἀφοροῦν μόνο τὴν ἀστικὴ τάξη, ἀλλὰ τὸ σύνολο τῶν Ἑλλήνων ραγιάδων, φαίνεται νὰ ἔπαιξαν σημαντικὸ ρόλο στὴν ἐθνική μας πορεία.
Τὸ παλιὸ ὄνειρο τῆς ἐθνικῆς ἀπελευθέρωσης καὶ τῆς πολιτικῆς ἀνεξαρτησίας βρίσκει τὴν ὑλική του βάση στὰ γεγονότα τῆς καθημερινῆς ζωῆς καὶ γεννᾶ ἢ ἐνισχύει τὴν ἰδέα τῆς ἐπαναστατικῆς λύσης τοῦ ἐθνικοῦ προβλήματος.
Ἕνας παλιὸς λόγος μιλᾶ γιὰ τὴν auri sacra famen κι ὁ ἀπόηχός της φτάνει, κάπως ἀλλοιωμένος, ὥς τοὺς περίφημους στίχους τοῦ Χορτάτζη:
Τοῦ πλούτου ἀχορταγιά, τσὴ δόξας πείνα,
τοῦ χρυσαφιοῦ ἀκριβειὰ καταραμένη,
πόσα γιὰ σᾶς κορμιὰ νεκρὰ ’πομείνα,
πόσοι ἄδικοι πολέμοι σηκωμένοι.
Κι ὅμως ἔρχονται στιγμὲς στὴν ἱστορία ποὺ ἡ ἱερὴ αὐτὴ πείνα τοῦ χρυσαφιοῦ καὶ τοῦ πλούτου μπορεῖ νὰ συνταιριάξει μὲ τὴν ἐξίσου ἱερὴ ἰδέα τῆς ἐλευθερίας, κι ἀπὸ τὸ συνταίριασμα νὰ ξεπηδήσουν οἱ δίκαιοι ἀγῶνες γιὰ τὴν ἀνεξαρτησία.
Κάτι τέτοιο φαίνεται νὰ συνέβη στὴν ἑλληνικὴ περίπτωση.
*Ὁμιλία τοῦ Ν. Σβορώνου στὴν αἴθουσα τελετῶν τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, μὲ τὴν εὐκαιρία τῆς ἀναγόρευσής του σὲ ἐπίτιμο διδάκτορα (28 Μαρτίου 1977).
