Uncategorized, Πολιτική

Ρήξη με το παλιό, ανάδυση του καινούργιου

Στο μεταίχμιο δύο κόσμων

Του Γιώργου Καραμπελιά από τη Ρήξη φ. 111

Η άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία συνιστά την τελευταία πράξη της μεταπολίτευσης και ταυτόχρονα, υβριδικά και στρεβλά, την πρώτη πράξη μιας νέας πολιτικής περιόδου. Γι’ αυτό από τη μία κοιτάζει προς τα πίσω –εθνομηδενισμός, πασοκικές λογικές και πασοκικοί σύμμαχοι– και από την άλλη συνδέεται υποχρεωτικά με το καινούργιο – Ποδέμος και ανάδυση νέων κινημάτων ,που σφραγίζουν και επιταχύνουν την τελεσίδικη κρίση του νεοφιλελεύθερου χρηματιστηριακού καπιταλισμού.
Στη χώρα μας, η αδυναμία της «κοινωνίας των πολιτών» δεν μπόρεσε να δώσει κάτι ανάλογο με αυτό που συνέβη στην Ισπανία, όπου ένα σαρωτικό λαϊκό κύμα ήρθε να βάλει τέλος στο πολιτικό κατεστημένο της μεταφρανκικής περιόδου. Σε μας, η πολιτική εκπροσώπηση του αντιμνημονιακού κινήματος εκφράστηκε προνομιακά μέσα από τη διόγκωση ενός σχήματος που έρχεται από το παρελθόν και ταυτόχρονα μεταβάλλεται –έστω πρόσκαιρα– σε όχημα του μέλλοντος. Γι’ αυτό, στην Ισπανία, το αδελφό κόμμα του Σύριζα –η Ενωμένη Αριστερά– που μοιάζει πάρα πολύ με το ελληνικό κόμμα, ξεπεράστηκε από το κόμμα των αγανακτισμένων, τους Ποδέμος, ενώ σε μας ο Σύριζα καπέλωσε τους αγανακτισμένους αντιμνημονιακούς, δημιουργώντας όμως μια τεράστια αντίφαση στο εσωτερικό του.
Έτσι, η επιτάχυνση της ανόδου στην εξουσία συνιστά ταυτόχρονα και μια επιτάχυνση της αντιπαράθεσης ανάμεσα στο παλιό και το νέο. Αντιπαράθεση που θα εκφραστεί και στο εσωτερικό του Σύριζα, ενώ παράλληλα υποχρεώνει όλες τις πατριωτικές δημοκρατικές δυνάμεις σε πολιτική συγκρότηση. Έτσι ώστε η έκφραση του νέου να μη γίνει με τον πιο επώδυνο και μακρόσυρτο τρόπο –και μετά από μεγάλες καταστροφές– αλλά να μπολιαστεί, όσο το δυνατόν ταχύτερα, με έναν στέρεο ιδεολογικό εξοπλισμό που να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της νέας εποχής που ανατέλλει: πατριωτισμός, κοινωνική δημοκρατία, ενδογενής ανάπτυξη, οικολογία, άμεση δημοκρατία, πολιτιστική αναγέννηση.

Ιδεολογία και πολιτική

Έτσι, εκ των υστέρων μπορεί να απαντηθεί και το ερώτημα που πολλοί φίλοι μας έχουν θέσει, γιατί δεν συμμετείχαμε και εμείς με κάποιον τρόπο –π.χ. με εκλογική σύμπραξη με τους ΑΝ.ΕΛ., όπως μας είχε προταθεί– στη νέα πολιτική πραγματικότητα που διαμορφώθηκε στις εκλογές της 25ης Ιανουαρίου, ώστε να είμαστε, όπως λένε, «περισσότερο αποτελεσματικοί». Πιστεύω πως οι εξελίξεις, δέκα ημέρες μετά τις εκλογές έχουν ήδη απαντήσει – δυστυχώς.
Το σκεπτικό μας ήταν και παραμένει απλό: Η ιστορία του τόπου μας, ιδιαίτερα οι εμπειρίες των μεγάλων επαναστάσεων και των κοινωνικών κινημάτων (και του 1821 και της αντίστασης ενάντια στους Γερμανούς), μας έχει πείσει πως δεν αρκεί η συνάθροιση και η συσπείρωση πολλών δυνάμεων κάτω από την ανάγκη της συγκυρίας, αλλά χρειάζεται και μια ξεκάθαρη αντιστοιχία ανάμεσα στην ιδεολογική συγκρότηση και το πολιτικό κίνημα. Αντιστοιχία που επιτρέπει την οργανική ενοποίηση των διαφορετικών συνιστωσών αυτών των κινημάτων και, επομένως, προσφέρει τη δυνατότητα μιας οριστικής νίκης. Το γεγονός, επί παραδείγματι, ότι στην αντίσταση ενάντια στους Γερμανούς έλειπε αυτή η σύνθεση και αυτή η αντιστοιχία, έκανε τον Άρη Βελουχιώτη, που ήταν εκφραστής της εθνικοαπελευθερωτικής αντίληψης, να μείνει περιθωριακός μέσα στο ίδιο του το κόμμα, και οδήγησε τελικά στην ήττα των δυνάμεων της εθνικής αντίστασης, που ωθήθηκαν στον εμφύλιο.
Έτσι και σήμερα: το γεγονός ότι μια κυβέρνηση επιφορτισμένη με πατριωτικά καθήκοντα έχει ως κύριο φορέα ένα κόμμα που στο DNA του έχει μια ισχυρή εθνομηδενιστική πλευρά, αποτελεί μια τεράστια τρύπα και μια αρνητική υποθήκη για το άμεσο μέλλον. Το βράδυ των εκλογών, ενώ ο Αλέξης Τσίπρας απευθυνόταν σε «όλους τους Έλληνες», τον αντιχαιρετούσαν περισσότερες…. ισπανικές παρά ελληνικές σημαίες• η Τασία Χριστοδουλοπούλου ετοιμάζει στα γρήγορα-γρήγορα νομοσχέδιο για την παροχή ιθαγένειας σε μεγάλο μέρος των μεταναστών και προβάλλει εμμέσως και τη λογική των «ανοικτών συνόρων»• ο Τάσος Κουράκης ασχολείται με τις εικόνες στις σχολικές αίθουσες, παροξύνοντας τη ρήξη με το ορθόδοξο συναίσθημα της πλειοψηφίας των Ελλήνων, που εγκαινίασε η άρνηση του θρησκευτικού όρκου.
Δηλαδή η κυβέρνηση, από τη μία πλευρά θέλει μέσα από την, άνισα, διφυή της μήτρα –Σύριζα και ΑΝΕΛ– να εκφράσει συμβολικά την εθνική λαϊκή ενότητα, που είναι περισσότερο από ποτέ αναγκαία, και από την άλλη δυναμιτίζει με τέτοια σχέδια αυτή την ενότητα, γυρνώντας πίσω στην εκσυγχρονιστική εθνομηδενιστική αντίληψη Σημίτη και ΓΑΠ.
Εμείς θα θέλαμε λοιπόν μια μεγαλύτερη και ισχυρότερη αντιστοιχία ανάμεσα στην πολιτική πράξη και την ιστορικοϊδεολογική θεμελίωσή της: Μια πατριωτική κυβέρνηση δεν μπορεί να χαρίζει την ελληνική σημαία, την Ορθοδοξία και το μεταναστευτικό στους χρυσαυγίτες, γιατί όχι μόνο αποδυναμώνεται το εθνικό μέτωπο την πιο κρίσιμη ώρα της διαπραγμάτευσης, αλλά και γιατί αυτές οι κινήσεις θα πληρωθούν ακριβά αύριο, ενισχύοντας τη φασιστική ακροδεξιά.
Για να υπάρξει, επομένως, μια στέρεη απελευθερωτική προοπτική, χρειάζεται και ο μετασχηματισμός της βαθύτερης αντίληψης, της ιδεολογίας. Και αυτό απαιτεί τόσο μια «ωρίμανση» του Σύριζα προς την κατεύθυνση ενός αυθεντικού πατριωτισμού, όσο και των ΑΝΕΛ προς μια κοινωνική και οικολογική κατεύθυνση.
Ακριβώς, λοιπόν, επειδή όλα τα προηγούμενα χρόνια εκφράσαμε με τη μεγαλύτερη δυνατή συνέπεια την αντίθεσή μας στον εθνομηδενισμό και παράλληλα, σε επίπεδο τακτικής, είχαμε αντιταχθεί στην επιδιωκόμενη επιτάχυνση μέσω των προεδρικών εκλογών, θα αποτελούσε μεγάλη κωλοτούμπα εκ μέρους μας η συμπαράταξη, για να κερδίσουμε κάποιο βουλευτικό θώκο, και «μετά βλέπουμε». Πιστεύουμε, αντίθετα, πως πρέπει να υπάρχει πάντα αντιστοιχία ανάμεσα στα λόγια και τις πράξεις, τουλάχιστον για μας.
Το γεγονός εξάλλου ότι χρησιμοποιήθηκαν ακραία πολιτικάντικα μέσα για να επιτευχθεί το επιθυμητό αποτέλεσμα (υπόθεση Χαϊκάλη, εξαπάτηση Κουβέλη, κ.λπ), κατά τη γνώμη μας επιβεβαιώνει τη διαπίστωσή μας για το ανώριμο το εγχειρήματος. Διότι, όταν το 65% των Ελλήνων τουλάχιστον, σε όλες τις δημοσκοπήσεις, έλεγε όχι στην επίσπευση των εκλογών, αυτό σημαίνει ότι, στις συγκρούσεις που έρχονται, δεν θα διαθέτεις την ισχυρή και ξεκάθαρη λαϊκή συμπαράσταση που απαιτείται.
Πάντως, «ο γέγονε, γέγονε», και είμαστε υποχρεωμένοι όχι μόνο να συμπορευτούμε με τον ελληνικό λαό σε όλες τις μάχες που θα δώσει –μαζί με τη σημερινή κυβέρνηση αν χρειαστεί– αλλά και να επιταχύνουμε τον μετασχηματισμό ενός ιδεολογικού προτάγματος σε πολιτικό πόλο. Αυτό το τελευταίο στην καλύτερη εκδοχή θα μπορέσει να συμβεί μέσα από τον μετασχηματισμό, έστω επώδυνο, ήδη υπαρκτών αντιμνημονιακών δυνάμεων, και στη χειρότερη συγκεντρώνοντας τα διάσπαρτα μέλη, που θα προκύψουν από αρνητικές εξελίξεις που απευχόμαστε. Tertium non datur.

exof111_01

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*