Αρχική » Αλέξιος ο μικρός

Αλέξιος ο μικρός

από Γιώργος Καραμπελιάς

του Γιώργου Καραμπελιά από το liberal.gr

Η μετάβαση σε ένα σχετικά σταθεροποιημένο πολιτικό σύστημα, μετά το τέλος της μεταπολίτευσης, απαιτεί τη διαμόρφωση και τον ανάλογων πολιτικών δυνάμεων. Κατά τον ίδιο τρόπο που η μεταπολίτευση διέθετε τρεις, λίγο πολύ σταθερούς, πόλους, τη Νέα Δημοκρατία και το ΠΑΣΟΚ, στο κομματικό επίπεδο, και την Αριστερά στο ιδεολογικό. Με αυτή τη σύνθεση διαμορφώθηκε, παρά τις όποιες πολιτικές κρίσεις, η μεταπολιτευτική πολιτική σταθερότητα, πρωτοφανής στην ελληνική πολιτική ιστορία. 

Με τη σαρωτική κρίση που εγκαινιάστηκε το 2009-2010, η μεταπολίτευση εισήλθε σε μια παρατεταμένη κρίση που οδήγησε και στην κατάρρευση του παλιού τριπολισμού. Το παλιό ιδεολογικό think tank της μεταπολίτευσης, η Αριστερά, προς στιγμήν, μέσα από τον ΣΥΡΙΖΑ και κάτω από την ηγεσία του Αλέξη Τσίπρα, θα διεκδικήσει την υποκατάσταση του ΠΑΣΟΚ ως ο δεύτερος πόλος του πολιτικού συστήματος. Ακόμα και η Νέα Δημοκρατία, σταθερός πολιτικός πόλος της χώρας, θα γνωρίσει μεγάλους τριγμούς και στα δεξιά της αναδειχθούν πολιτικές δυνάμεις όπως οι ΑΝΕΛ, η Χρυσή Αυγή, που αμφισβητούν για πρώτη φορά την ηγεμονία της στον χώρο της Δεξιάς.

Αυτό που χαρακτήριζε όμως την ιδεολογία της πανσπερμίας των αντιμνημονιακών πολιτικών δυνάμεων δεν ήταν μια λογική υπέρβασης της Μεταπολίτευσης. Αντίθετα, θα εμμένουν στη διανεμητική καταναλωτική λογική και γι’ αυτόν τον λόγο θα σπάσουν τα μούτρα τους πάνω στον τοίχο των μνημονίων. (Η μεταπολιτευτική περίοδος υπήρξε η κατ’ εξοχήν διανεμητική, καταναλωτική φάση της μεταπολεμικής Ελλάδας, σε αντίθεση μάλιστα με την περίοδο 1949-1974, η οποία αποτελούσε τη φάση συσσώρευσης του ελληνικού καπιταλισμού).

Η νέα περίοδος στην οποία εισήλθαμε μετά το τέλος των μνημονίων, που άφησε το ΑΕΠ μικρότερο κατά 25% και το μέσο εισόδημα κατά 35%, απαιτεί προφανώς την επανακάλυψη της παραγωγής και ταυτόχρονα την αντιμετώπιση του τουρκικού επεκτατισμού. Και η προσαρμογή σε αυτήν θα γίνει κατ’ εξοχήν από τη Νέα Δημοκρατία η οποία, υπό τον Κυριάκο Μητσοτάκη, θα στραφεί ουσιωδώς προς το Κέντρο· και αυτή με μεγάλη δυσκολία γιατί μεγάλο μέρος των στελεχών και των ψηφοφόρων του κόμματος είναι στενά συνδεδεμένο με την καταναλωτική, ρουσφετολογική, μεταπολιτευτική λογική και τα συνοδά φαινόμενα της διαφθοράς. Ωστόσο, μέχρι σήμερα, απέναντι στη Νέα Δημοκρατία δεν έχει δημιουργηθεί κάποιος αντίπαλος πόλος, ακριβώς διότι όλες οι δυνάμεις της Αριστεράς, ακόμα και το κεντροαριστερό ΠΑΣΟΚ, θα παραμένουν εγκλωβισμένες στη μεταπολιτευτική λογική. 

Ιδιαίτερα δε η Αριστερά θα εγκαταλείψει εντελώς την ανάγκη του πατριωτισμού τη στιγμή ακριβώς που είναι περισσότερο αναγκαίος από ποτέ, και αυτό δεν είναι τυχαίο, μια και θα αντιπαραθέτει το «βούτυρο στα κανόνια», χωρίς να ξεχνάμε βέβαια και τη ρωσική ανάμειξη. Και παραδόξως, το ίδιο συμβαίνει και με την πατριωτική Δεξιά και τον Σαμαρά, που θέλει ταυτόχρονα βουνά από «βούτυρο» και αναρίθμητα «κανόνια».  

Ωστόσο, για να υπάρξει μία πολιτική σταθερότητα στη χώρα, που θα της επιτρέψει να αντιμετωπίσει τόσο τις παραγωγικές προκλήσεις της εποχής όσο και τον τουρκικό επεκτατισμό, είναι ανάγκη να διαμορφωθούν και στον χώρο της κεντροαριστεράς και της Αριστεράς πολιτικές δυνάμεις που θα εγκολπώνονται αυτές τις νέες αναγκαιότητες, δηλαδή να συγκροτηθεί ένας πολιτικός πόλος ικανός να κινηθεί σε αυτό το νέο πεδίο. 

Εντούτοις, κατά τα εφτά χρόνια που πέρασαν, μετά το οριστικό τέλος της μεταπολιτευτικής περιόδου το 2019, δεν κατέστη δυνατό να συγκροτηθεί κάποιος ανάλογος πολιτικός πόλος. Το πολιτικό κενό είναι κυριολεκτικά χαίνον και το σύστημα δεν μπορεί να παραμένει εσαεί μονοπολικό, όπως ήταν τα τελευταία 7 χρόνια.  

Ο Τσίπρας φάνηκε να ψυχανεμίζεται την ανάγκη διαμόρφωσης ενός τέτοιου πόλου, κάτι που διεφάνη τόσο από τη συστηματική πολιτική διάλυσης του ΣΥΡΙΖΑ που εφάρμοσε, όσο και με το περιβόητο rebranding που επιχείρησε, καθώς και τις φήμες περί πατριωτικής στροφής, και γι’ αυτό πολλοί, ιδιαίτερα οι έντονα αντιμητσοτακικοί, ήταν πρόθυμοι να προσβλέψουν σε αυτόν συγχωρώντας του τις καταστροφές που προκάλεσε η διακυβέρνησή του. 

Ωστόσο, τον ένα χρόνο, από το φθινόπωρο του 2025 που εγκαινίασε αυτή τη νέα πορεία του, απεδείχθη πως ήταν απελπιστικά κατώτερος των περιστάσεων· θέλει αλλά δεν μπορεί. Είναι προφανές πως ένας αριστερός πολιτικός πόλος, για να μπορέσει να υπάρξει σήμερα με αξιώσεις πλειοψηφικού χαρακτήρα, θα έπρεπε να έχει αποδεχτεί δύο βασικές αρχές: πρώτον, την ανάγκη αντιμετώπισης μιας αδηφάγου Τουρκίας και δεύτερο, και απολύτως συναφές με το πρώτο, την ανάγκη μία ενάρετης και παραγωγικής επανεκκίνησης για την ελληνική οικονομία και κοινωνία. 

Αυτός, αντίθετα, ιδιαίτερα την τελευταία περίοδο, αφού είδε ότι δεν μπορεί να διεμβολίσει ολοκληρωτικά τον χώρο του ΠΑΣΟΚ και δεν μοιάζει να προσδοκά τίποτε από τα όποια κεντρώα ανοίγματα, επανέρχεται πλησίστιος στις εργοστασιακές του ρυθμίσεις: Άκρατος λαϊκισμός, παροχολογία, μια παρασιτική οικονομική λογική δημιουργίας ελλειμμάτων στον κοινωνικό και οικονομικό τομέα. Παράλληλα, θα επενδύσει στην τυμβωρυχία που επιχειρήθηκε με την εκμετάλλευση της τραγωδίας των Τεμπών, ενώ πρόσφατα θα κάνει άνοιγμα στην μπαχαλοποίηση των διαδηλώσεων που έγιναν στο Παρίσι· επανέρχεται δηλαδή στη μηδενιστική παράδοση που τον εξέθρεψε και τον ανέδειξε, από τον Δεκέμβρη του 2008 έως την εργαλειοποίηση του αντιμνημονιακού κινήματος. Τέλος, επιστρέφει στη ρωσόφιλη μήτρα του, μέσα από τις επικρίσεις κατά της «μονόπλευρης» πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης έναντι της Ουκρανίας· άλλωστε, ένα μεγάλο κομμάτι των ολιγαρχών/εφοπλιστών διατηρεί στενές και χρυσοφόρες οικονομικές σχέσεις με τη Ρωσία του Πούτιν και αυτοί οι άνθρωποι ελέγχουν και ένα σημαντικό μέρος των ΜΜΕ, καθώς και του πολιτικού χρήματος.

Και αυτό παρότι γνωρίζει, όπως όλοι πλέον, ότι η στρατηγική της Ρωσίας έναντι της Ευρώπης εδράζεται κατ’ εξοχήν στην υποκίνηση ταραχών, κρίσεων και διάλυσης, ει δυνατόν, των ευρωπαϊκών κοινωνιών αυτός, αντίθετα, συντάσσεται με αυτήν. 

Γι’ αυτό και οι Έλληνες, παρά την απογοήτευσή τους από πολλές όψεις της κυβερνητικής πολιτικής, καθώς είναι πρόσφατες οι μνήμες από τα δέκα χρόνια της αποσύνθεσης, δεν είναι διατεθειμένοι σε καμία περίπτωση να γυρίσουν πίσω και προτιμούν να περιμένουν παρά να δεχτούν την επιστροφή ενός Τσίπρα ο οποίος παραμένει αθεράπευτος και μικρός. Άλλωστε, ένας αυθεντικός μετασχηματισμός ανθρώπων, κατευθύνσεων και προβληματισμών δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί μέσα σε ελάχιστο χρόνο, και σίγουρα όχι με το χαμηλό μορφωτικό και ηθικό εκτόπισμα του Αλέξιου του μικρού. 

ΣΧΕΤΙΚΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ