Αυτά που δεν κάνουμε
Του Γιώργου Ρακκά
Μπορεί η κύρωση του τουρκολιβυκού μνημονίου να μην λειτουργεί όπως προσδοκούσε η Τουρκία. Και να έχει προκαλέσει μια χιονοστιβάδα αντισυσπειρώσεων, με την κατηγορηματική στάση της ΕΕ εναντίον του, την διορθωτική δήλωση του Στέιτ Ντιπάρτμεντ που ευθυγραμμίστηκε με τις ελληνικές θέσεις, τις πρωτοβουλίες της ελληνικής πλευράς με την Αίγυπτο –κυρίως– αλλά και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.
Μπορεί, επίσης, η επικείμενη συμφωνία μεταξύ Αγίας Αικατερίνης του Σινά και της Αιγύπτου να μην ήταν η καταστροφή που αρχικώς καταγγέλθηκε, καθώς προχωράει με την σύμφωνη γνώμη των Πατριαρχείων Αλεξάνδρειας και Ιεροσολύμων, του Οικουμενικού Πατριαρχείου, αλλά και των Αυτοκέφαλων Εκκλησιών Ελλάδος και Κύπρου.
Ωστόσο, δεν πρέπει να προκαλείται εφησυχασμός. Αμφότερα τα περιστατικά ανέδειξαν σημαντικά κενά της ελληνικής πολιτικής, και νέες προκλήσεις στις οποίες πρέπει να εστιάσουμε. Κάτι που δεν κάνουμε εγκλωβισμένοι στην μικροπολιτική διελκυστίνδα, όπου σε κάθε ευκαιρία η αντιπολίτευση βλέπει εθνικές ήττες και καταστροφές, ενώ η κυβέρνηση υποστηρίζει πάντα ότι «πάμε καλά», ότι η χώρα είναι ισχυρή και θωρακισμένη όσο ποτέ.
Δεν είναι, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η διαρκής προαναγγελία εθνικών καταστροφών είναι πολιτικαντισμός, αλλά και προωθείται συστηματικά από την ρωσική και την τουρκική προπαγάνδα για ευνόητους λόγους.
Η Λιβύη και η διαφορά παρουσίας στο πεδίο
Αναρωτιόμαστε γιατί χάθηκε «τόσο άδοξα» η Λιβύη. Κρίνοντας όμως από το εύρος της παρουσίας της Τουρκίας στο πεδίο (και στην Τρίπολη και στην Βεγγάζη), το περίεργο είναι πως δεν χάθηκε νωρίτερα: πέραν της επίσημης στρατιωτικής αποστολής, στην χώρα δρουν Σύροι μισθοφόροι υπό τον έλεγχο της Τουρκίας, τράπεζες όπως η A&T Bank, κατασκευαστικές εταιρίες (Libco, Cevahir, ΕΝΚΑ, Çalık και TML), βιομηχανίες σαν την Tosyalı, η οποία σχεδιάζει επένδυση 2,5 δισ.$ για παραγωγή σιδήρου κοντά στην Βεγγάζη, κρατικές υπηρεσίες ανθρωπιστικής βοήθειας όπως η TiKA, το γραφείο θρησκευτικών υποθέσεων της Diyanet, ΜΚΟ σαν την διαβόητη IHH (που πρωτοστάτησε στον Στολίσκο της Γάζας το 2010), πολιτιστικά ιδρύματα σαν το Yunus Emre.
Η πολυεπίπεδη τουρκική παρουσία, δεν αφορά μόνον τις περιοχές άμεσου τουρκικού ενδιαφέροντος, όπως η Συρία, το Ιράκ, η Λιβύη. Αλλά την τουρκική εξωτερική πολιτική εν γένει, που φαίνεται να έχει λάβει τα μηνύματα των καιρών, και έχει διαγνώσει ορθά τον τρόπο που κινούνται τα πράγματα στον 21ο αιώνα: κρατικοί και μη κρατικοί δρώντες, συμβατικές και υβριδικές επιχειρήσεις, διπλωματία από τα κάτω και ήπια πολιτιστική και θρησκευτική ισχύς.
Αντίθετα, η πολιτική της Ελλάδας στην Λιβύη ήταν εξ αρχής αποσπασματική. Πολύ νωρίς, το 2011, υπήρξαν ανθρωπιστικές συμφωνίες με το Εθνικό Μεταβατικό Συμβούλιο της Λιβύης. Ατόνησαν, όμως, και λόγω εξελίξεων στο πεδίο, και ελέω ελληνικών μνημονίων και εσωτερικής αποσταθεροποίησης. Μια νέα προσπάθεια του 2023, παρουσίας του ελληνικού στρατού για ανθρωπιστικούς λόγους, κατέληξε σε φιάσκο, έπειτα από το δυστύχημα που κόστισε την ζωή σε τρία στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων, και δύο διερμηνείς πολίτες. Εξίσου χαρακτηριστική η αμφιθυμία της ελληνικής κυβέρνησης έναντι της πλευράς Χαφτάρ, όπου άλλοτε γινόταν απόπειρες προσεταιρισμού, και άλλοτε ήταν ‘ψόφιο άλογο’.
Διπλωματία 2.0
Το ζήτημα δεν είναι η Λιβύη, ούτε φυσικά η Ελλάδα θα μπορούσε να αναπτύξει εκεί τις διαστάσεις της ηγεμονικής πολιτικής που υλοποιεί η Τουρκία. Αλλά το ότι εκείνη είναι προετοιμασμένη ώστε να δρα με αυτόν τον τρόπο, ενώ σε εμάς ακόμα και η συζήτηση αυτής της προοπτικής ενέχει απαγορευτικό πολιτικό κόστος.
Στο Ουκρανικό, για παράδειγμα. Και μόνο η νύξη για την προοπτική ελληνικής συμμετοχής σε πιθανή ευρωπαϊκή ειρηνευτική στρατιωτική παρουσία στην Οδησσό, ανάγκασε τον κυβερνητικό εκπρόσωπο να διαψεύσει κατηγορηματικά. Η δε αντιπολίτευση, ωρυόταν. Κι όμως η Ελλάδα διαθέτει ιστορική παρουσία στην περιοχή, μειονότητα, και η εκεί παρουσία της θα έπρεπε να θεωρείται αυτονόητη.
Η Μονή Σινά, είναι επίσης χαρακτηριστική περίπτωση. Οι ελληνορθόδοξες κοινότητες της Μέσης Ανατολής είναι ο δίαυλος άμεσης παρουσίας της Ελλάδας στην περιοχή. Αποτελούν δε παράγοντα που θα μπορούσε να συμβάλει σ’ ένα μέλλον των εκεί κοινωνιών πέραν του φονταμενταλισμού και της ισλαμικής περιχαράκωσης. Η Ελλάδα όμως δεν έχει συστηματοποιήσει αυτήν την προοπτική. Ούτε διαθέτει τα εργαλεία (ΜΚΟ, Ιδρύματα) για να δράσουν προς αυτήν την κατεύθυνση.
Όπου έχουμε κάνει βήματα για να εκσυγχρονίσουμε τον τρόπο άσκησης εξωτερική πολιτικής, όπως με την ελληνική ομογένεια στις ΗΠΑ, και την επιρροή που πλέον ασκεί στα νομοθετικά σώματα και τις διακομματικές επιτροπές, τα αποτελέσματα είναι θεαματικά. Όμως έχουμε πολύ χαμένο δρόμο να καλύψουμε, και η εσωτερική συζήτηση μας καθηλώνει, αντί να μας διευκολύνει.
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα, Ελληνικός Βορράς, το Σάββατο 31 Οκτωβρίου 2026
Για να στηρίξετε το Άρδην μπορείτε να κάνετε μια προσφορά ΕΔΩ.
