Uncategorized, Άρδην τ. 87, Βιβλίο - Εκδηλώσεις - Πολιτισμός, Ρεμπέτικο

Αφιέρωμα του Άρδην στο Ρεμπέτικο: Απόστολος Χατζηχρήστος: ο πιο μεγάλος και ο πιο άγνωστος

του Θωμά Γκόρπα από το Άρδην τ. 87 που κυκλοφορεί

αναδημοσίσευση από το περ. Μουσικά Θέματα, τ. 12, Απρίλιος 1983

Αυτή τη στιγμή, στα πάλκα της Ελλάδας, σκυλίσια και όχι, ο λαϊκός συνθέτης που ακούγεται ασυγκρίτως περισσότερο, ονομάζεται Απόστολος Χατζηχρήστος. Το όνομά του, που είναι άγνωστο ή σχεδόν άγνωστο ακόμα και σε πολλούς σημερινούς μπουζουκτσήδες που παίζουν τα τραγούδια του, σπάνια έχει αναφερθεί από τους «πατριάρχες» του ρεμπέτικου στις αλλεπάλληλες μετά το 1960 συνεντεύξεις τους και σπανιότερα ο Τύπος έχει ασχοληθεί με τη ζωή και το έργο του. Η μοίρα του δημιουργού αριστουργημάτων και μόνο υπήρξε τραγική. Καλλιτέχνες του λαϊκού τραγουδιού, ευεργετημένοι από τον συνθέτη του «Αλήτη» και του «Καϊκτσή», όπως ο Γιάννης Παπαϊωάννου και ο Θόδωρος Δερβενιώτης, όταν τους ζητήθηκε κάποτε να θυμηθούν κάτι από τον άνθρωπο και το μουσικό, με πολύ φυσικότητα δήλωσαν ότι πρώτη φορά άκουγαν αυτό το όνομα.
Τι ήταν εκείνο που ενοχλούσε στον Χατζηχρήστο, κι όταν ζούσε και μετά το θάνατό του, τους περισσότερους φορμαρισμένους συναδέλφους του;
Ο Χατζηχρήστος υπήρξε ασυμβίβαστος, ακέραιος, επαναστάτης, στη ζωή και στην τέχνη. Υπήρξε αντικαριερίστας κι όμως, και το τελευταίο τραγούδι του ήταν και μια εμπορική επιτυχία. Και όπως και τώρα, πάντα, από δω και μισό αιώνα, στα μικρά και στα μεγάλα πάλκα, τα δικά του τραγούδια αποτελούσαν τον κορμό του ρεπερτορίου του αυθεντικά λαϊκού τραγουδιού. Ύστερα, ο Χατζηχρήστος δεν παρίστανε τον μάγκα, γιατί ήταν. Όλη αυτή η σάρα και η μάρα, η τσόντα και συχνά η βρωμιά μέσα στον κόσμο της ρεμπέτικης μουσικής, τον καιρό της ακμής του, όπως ο Βαμβακάρης, ο Μπαγιαντέρας, ο Γεννίτσαρης, ακόμα και ο «καλός άνθρωπος» Παπαϊωάννου ήταν κουραδόμαγκες, γελοίοι, ασυνείδητοι. Με την επόμενη γενιά τα πράγματα αλλάζουν και οι πραγματικοί δημιουργοί του ρεμπέτικου, όπως ο Λαύκας, για να αναφέρουμε έναν, αποτελούν ολοκληρωμένες προσωπικότητες, συνειδητούς καλλιτέχνες με φανταστική συνέπεια στη ζωή και στην τέχνη τους. Όσοι από τους νεότερους επιβίωσαν και επιβιώνουν ακόμα, βρίσκονται στη γραμμή Χατζηχρήστου.
Αν ο Μπάτης υπήρξε ο δάσκαλος του κώδικα του ρεμπέτικου, ο Χατζηχρήστος υπήρξε ο δάσκαλος για το μουσικό ήθος και ύφος του. Η απαρίθμηση ορισμένων μόνο μαθητών του εξηγεί το παραπάνω: Ποτοσίδης, Λεμονόπουλος, Κλουβάτος, Διαμαντόπουλος, Κεραμιδάς, Καπλάνης, Λαύκας, Γ.Δ. Ατραΐδης, Μακρυδάκης, Δερβενιώτης, Μπίλης, Τσούπης, Θεοδώρου…
Αυτοδίδακτος, παίζει εκτός από μπουζούκι, ακορντεόν και πιάνο. Είναι από τους ωραιότερους τραγουδιστές του ρεμπέτικου και η συνεργασία του η δισκογραφική στην ερμηνεία των δικών του τραγουδιών με τον Στράτο μνημειώδης. Αξιοπαρατήρητο είναι ότι συνεργάστηκε πάντα με στιχουργούς ποιότητος και πάντα, απόδειξη της μουσικής του φύσης, ζητούσε από αυτούς να γράφουν πάνω στις μελωδίες του.
Ο Χατζηχρήστος, πάντα στην καριέρα του ήταν υπεύθυνος για ένα μουσικό συγκρότημα –ο Δασκαλάκης είναι ένας ακόμα σ’ αυτή την περίπτωση. Μετά τον πόλεμο δημιούργησε αρκετά μικρά συγκροτήματα με νεαρούς ταλαντούχους οργανοπαίκτες και τραγουδιστές και σε μια εποχή που άλλοι περιφρονούσαν τα πανηγύρια και τις μικρές  επαρχιακές πόλεις, αυτός έπαιξε εκεί δίνοντας όλο τον εαυτό του για ένα μέτριο μεροκάματο. Κι έπαιξε σε ταβερνάκια των πιο απόκεντρων και ταπεινών γειτονιών της Αθήνας και του Πειραιά, γιορτές και σαββατοκύριακα. Οι μαθητές του θυμούνται ότι σπάνια έβγαλε σαιζόν στο ίδιο πάλκο.
Περήφανος και στο βάθος μοναχικός άνθρωπος, ολιγαρκής. Μια ζωή σε παράγκες και ανήλιαγα υπόγεια, ακόμα και όταν τα τραγούδια του ήταν τα πιο ένδοξα και κείνα με την πιο βαθειά και μόνιμη σχέση με το κοινό που αγαπούσε το ρεμπέτικο.
Αυτός ο μεγάλος κύριος, ο γόης, που κράταγε για τον εαυτό του την ιδιωτική του ζωή, σεμνός σαν κορίτσι στο πάλκο και στη ζωή, όταν αγρίευε… Στα χρόνια που οι μαγαζάτορες ήταν νταήδες και οπλοφορούσαν, οπλοφορούσε κι ο Χατζηχρήστος. Ποτέ δεν μπόρεσε να τον εκβιάσει μαγαζάτορας κι ούτε μια φορά δεν ξέχασε να σταθεί πλάι στον αδικούμενο νέο συνάδελφο ή στον αφιρμάριστο παλιό.
Ίσως η τελευταία ή προτελευταία φορά που έπαιξε και τραγούδησε πάνω στο πάλκο, ήταν το καλοκαίρι του 1958 στη Μυτιλήνη. Από τον περασμένο χρόνο ήταν άρρωστος. Πεθαίνει τον Ιούνιο του 1959 – ήδη από κάμποσα χρόνια πριν οι διάφοροι Τσιτσάνηδες που για μια εικοσαετία τον βύζαιναν, τον έχουν ξεγράψει. Γι’ αυτό και οι ενοχές τους σήμερα είναι θανατερές.
Λίγο καιρό μετά το θάνατό του, που φυσικά είχε περάσει απαρατήρητος, μερικά από τα πιο γνωστά του τραγούδια βγήκαν σ’ έναν από τους πρώτους δίσκους 33 στροφών από την Κολούμπια, αν όχι τον πρώτο. Ο Χατζηχρήστος όσο ζούσε εισέπραξε δεκάδες από τους δίσκους του. Φέτος και μόνο τα λεφτά από τον «Καϊκτσή» του κάποιους κάνουν πλούσιους.

Μερικά στοιχεία ακόμη
Ο Χατζηχρήστος γεννήθηκε στη Σμύρνη το 1902. Ήταν τεχνίτης οξυγονοκολλητής, όταν το 1922 κατατάχτηκε εθελοντής στην χωροφυλακή. Με την καταστροφή, αιχμαλωτίστηκε από τους Τούρκους, βασανίστηκε, τον πήγαιναν για εκτέλεση. Κατόρθωσε να δραπετεύσει και να ταξιδέψει περιπετειωδώς στην Ελλάδα. Άραξε στην Κέα.
Το 1926 εγκαθίσταται στον Πειραιά, στο Τουρκολίμανο, για λίγο. Θα μείνει στην Δραπετσώνα ως τον πόλεμο. Το 1926 παντρεύεται. Αποκτάει δυο κόρες. Ως το 1930 εργάζεται στα Ελληνικά Σωληνουργεία.
Το 1931 κυκλοφορούν τα πρώτα του τραγούδια σε δίσκο, ανάμεσα στα οποία και η «Κοκινιώτισσα», μέγα σουξέ της εποχής. Είναι σχεδόν βέβαιο ότι στους δίσκους του ως το 1933 σολάρει μαντολίνο. Από τα 1926 ασχολείται μισοεπαγγελματικά με τη μουσική. Ο πιο στενός του φίλος και συνεργάτης του, ο κιθαρίστας Γιώργος Κωνσταντινίδης ή Μακρόνας. Άλλοι: ο Ηλίας Ποτοσίδης, οι αδελφοί Σωφρωναίου, ο Μαρινάκης. Ως το 1940 θα παίξει εκτός από τον Πειραιά (καφενείο «Βυζάντιον» στο Χατζηκυριάκειο) στην Δραπετσώνα (στου «Παύλου» και στου «Γκίκα», ταβέρνες γνωστές και από το τραγούδι του Τσιτσάνη (;), στου «Πίκινου» στο Θησείο, στο «Δάσος» στο Βοτανικό, στα μαγαζιά που ανοίγει κατά καιρούς ο Γιώργος Δερέμπεης.
Μεταπολεμικά, θα παίξει στις Τζιτζιφιές, στου Μάριου στην Ομόνοια, στη Φλορίντα στην Αλεξάνδρας, στου Ορφανού στο Τέρμα Ιπποκράτους, στην Πίνδο της Νέας Φιλαδελφείας, στα μπουζουκτσίδικα του Μενιδιού, κυρίως στη «Δροσιά», στου Βλάχου στο Αιγάλεω…
Διακόσια περίπου τραγούδια έχει γράψει σε δίσκο. Μερικά από αυτά: Βαγγελιώ, Νυχτοπούλι, Η άμαξα, Μαρόκο, Μάρω, Έλα να πάμε, Έχασα τη μανούλα μου, Αλήτη μ’ είπες, Καϊκτσής, Τραγιάσκα, Παραπονιάρικο, Καρδιά παραπονιάρα, Τσιγγάνα, Ψεύτη ντουνιά, Κυβέρνησε τα βήματά μου, Μάνα μου τα λουλούδια μου…

Ένα Σχόλιο

  1. ΥΠΕΡΟΧΟΣ, ΜΕΓΑΛΟΣ, ΑΔΙΚΗΜΕΝΟΣ (γι’ αυτό και ΜΑΓΚΑΣ) δηλ. ένας γνήσιος ΕΛΛΗΝΑΣ!!

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*