Αρχική » Το βλέμμα στο ράφι – Κώστας Χατζηαντωνίου, Η εξόριστη Πολιτεία  

Το βλέμμα στο ράφι – Κώστας Χατζηαντωνίου, Η εξόριστη Πολιτεία  

από Αναδημοσιεύσεις

Λονδίνο, 22 Οκτωβρίου 1942. Ο Γεώργιος Β’​ και, δεξιά του, ο πρωθυπουργός της εξόριστης ελληνικής κυβέρνησης, Εμμανουήλ Τσουδερός. Τέταρτος από αριστερά, ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος και δίπλα του ο πρωθυπουργός της Νότιας Αφρικής στρατάρχης Γιαν Σματς. Πηγή

– Η ελληνική κυβέρνηση στη Μέση Ανατολή, 1941-1944,  Εναλλακτικές Εκδόσεις, σελ.: 388  

Γράφει ο Ξενοφών Μπρουντζάκης από το liberal.gr     

Το έργο του Κώστα Χατζηαντωνίου αποτελεί μια σπάνια προσπάθεια να επανεξεταστεί με ιστορική νηφαλιότητα και πολιτική ειλικρίνεια μια από τις πιο κρίσιμες, και ταυτόχρονα παραγνωρισμένες περιόδους της νεότερης ελληνικής ιστορίας: η λειτουργία και ο ρόλος της εξόριστης ελληνικής κυβέρνησης στη Μέση Ανατολή, κατά τα έτη 1941–1944. Πέρα από την εξαντλητική τεκμηρίωση και το ευρύ φάσμα πηγών, το βιβλίο διακρίνεται για την πρόθεση να αναμετρηθεί με τις ιδεολογικές παρακαταθήκες που εξακολουθούν να βαραίνουν την ιστοριογραφία αυτής της περιόδου.

Από τις πρώτες κιόλας σελίδες, ο συγγραφέας δηλώνει με σαφήνεια ότι δεν περιορίζεται στην απλή αναπαράσταση γεγονότων, αλλά στοχεύει στην κατανόηση των συνθηκών, των προθέσεων και των στρατηγικών επιλογών που διαμόρφωσαν την πολιτική των ελληνικών αρχών εν εξορία. Εστιάζοντας στον κρίσιμο άξονα Λονδίνο–Κάιρο–Αθήνα, το έργο φωτίζει πτυχές όπως η σχέση με τους Συμμάχους (ιδίως τη Βρετανία), η ενδοκυβερνητική αστάθεια, η επίδραση των ελληνικών πολιτικών κομμάτων, η δράση του στρατού της Μέσης Ανατολής, και βέβαια, η σταδιακή όξυνση της σύγκρουσης με το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ.

Ο Χατζηαντωνίου δεν γράφει ιστορία για να επιβεβαιώσει προϋπάρχουσες ιδεολογικές θέσεις – ούτε της Δεξιάς, ούτε της Αριστεράς. Αντίθετα, επιχειρεί να ακολουθήσει έναν δρόμο ιστορικής εντιμότητας, που βασίζεται στην ανάγνωση των πηγών με σεβασμό, αλλά και με απόσταση από το τραύμα που δημιούργησε ο εμφύλιος. Το εγχείρημα αυτό είναι ιδιαίτερα δύσκολο, καθώς η ίδια η ιστορική ύλη είναι διαποτισμένη από ερμηνείες, μύθους και αμοιβαία καχυποψία. Το βιβλίο, με μια σοφά κατασκευασμένη αφήγηση και σχολαστική τεκμηρίωση, τολμά να «μιλήσει» για τις επιλογές της εξόριστης κυβέρνησης δίχως να τις εξιδανικεύσει ή να τις καταδικάσει εκ των προτέρων.

Μεγάλο πλεονέκτημα του έργου είναι η έντονη έμφαση στη σύνδεση του εσωτερικού ελληνικού προβλήματος με τις γεωπολιτικές στοχεύσεις των Μεγάλων Δυνάμεων. Η Μεγάλη Βρετανία, η Σοβιετική Ένωση, οι ΗΠΑ – όλες παίζουν ρόλο όχι απλώς ως φόντο, αλλά ως ενεργοί δρώντες που καθορίζουν συσχετισμούς και παρεμβαίνουν, μερικές φορές βίαια, στον ελληνικό εσωτερικό χάρτη. Το ερώτημα της νομιμοποίησης – το ποια κυβέρνηση έχει το δικαίωμα να εκπροσωπεί τον ελληνικό λαό – γίνεται εδώ κεντρικό και φωτίζεται υπό διαφορετικές, συχνά αντιφατικές, οπτικές: του εθνικού δικαίου, της συμμαχικής αναγκαιότητας, της λαϊκής στήριξης, της στρατιωτικής αποτελεσματικότητας.

Παράλληλα, το βιβλίο δεν διστάζει να αναμετρηθεί με το φάντασμα του εμφυλίου. Ο συγγραφέας διατυπώνει με προσοχή την άποψη ότι η ρήξη δεν ήταν αναπόφευκτη – δεν απορρέει μηχανιστικά ούτε από τον «ταξικό χαρακτήρα» του πολέμου, ούτε από κάποιο θεωρούμενο «προδοτικό σχέδιο» των εξόριστων κυβερνήσεων. Αντίθετα, επιχειρεί να εντοπίσει τον τρόπο με τον οποίο η διαστρωμάτωση των στρατηγικών επιδιώξεων, η συσσωρευμένη δυσπιστία και η πίεση των συμμαχικών συμφερόντων παρήγαγαν έναν ολισθηρό διάδρομο χωρίς επιστροφή.

Η συγγραφική φωνή του Χατζηαντωνίου παραμένει σταθερή και σαφής: θέλει να μιλήσει για τον ελληνικό λαό ως υποκείμενο, όχι απλώς ως μάζα σε χειραγώγηση. Η αναφορά στην 28η Οκτωβρίου και στον βαθύ, συχνά σιωπηλό πατριωτισμό της ελληνικής κοινωνίας δεν είναι ρητορικό σχήμα, αλλά θεμέλιο για μια κριτική αναθεώρηση της σύγκρουσης του ’40–’44 που να λαμβάνει υπόψη το αίσθημα της ενότητας, της αγωνίας, και της αξιοπρέπειας. Δεν αγνοεί τον ταξικό ή ιδεολογικό παράγοντα, αλλά αρνείται να τους επιτρέψει να εξηγήσουν τα πάντα.

Τέλος, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το βιβλίο «Η εξόριστη πολιτεία» δεν είναι απλώς ένα ιστορικό σύγγραμμα. Είναι και μια πολιτική πράξη γραφής. Μια παρέμβαση με στόχο να σπάσει τον φαύλο κύκλο της ανακύκλωσης μονομερών αφηγήσεων. Να δείξει πως η Ιστορία δεν είναι μέσο επιβεβαίωσης, αλλά χώρος αναστοχασμού. Ο συγγραφέας, με ευγένεια και πειθαρχία, μας καλεί σε έναν άλλο τρόπο κατανόησης. 

Αναμφίβολα, το βιβλίο συνιστά μια σοβαρή συμβολή σε αυτό που θα μπορούσε να ονομαστεί ιστοριογραφία του συλλογικού τραύματος – μια αφήγηση όπου η εθνική μοίρα δεν προσφέρεται για δικαίωση ή ενοχοποίηση, αλλά για κατανόηση. Και η κατανόηση, εδώ, είναι το ύψιστο πολιτικό καθήκον της ιστορίας.

Ο Χατζηαντωνίου επιλέγει μια συνθετική αφηγηματική γραφή, η οποία, αν και δεν υστερεί σε τεκμηρίωση, διατηρεί χαρακτήρα στοχαστικό και ερμηνευτικό. Δεν επιδιώκει τον ψυχρό, αναλυτικό λόγο των ακαδημαϊκών ιστορικών αλλά επιμένει σε μια διήγηση της Ιστορίας με έμφαση στο ήθος και στην τραγικότητα των επιλογών. Αυτό καθιστά το έργο περισσότερο πολιτικό δοκίμιο υψηλού επιπέδου παρά μια αυστηρά ακαδημαϊκή ιστορική πραγματεία. 

ΣΧΕΤΙΚΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ