Από το βιβλίο του Γιώργου Καραμπελιά, 1821-2021, Ρέκβιεμ ή Αναγέννηση; (Εναλλακτικές Εκδόσεις, 2021) παραθέτουμε σε μέρη το σχετικό κεφάλαιο για τον αρχιστράτηγο της Ελληνικής Επανάστασης.
Στη Β΄ Εθνοσυνέλευση του Άστρους, θα διαμορφωθούν οριστικά και οι πολιτικές παρατάξεις των εμφυλίων που επρόκειτο να ακολουθήσουν, παρότι οι συμμαχίες δεν ήταν πάντοτε σταθερές. Οι στρατιωτικοί, με τους Φιλικούς, τον Κολοκοτρώνη και τον Υψηλάντη, ακολουθούμενοι από μεγάλο μέρος των αγροτικών πληθυσμών, αποτελούσαν το «δημοκρατικό» στρατόπεδο. Απέναντί τους βρισκόταν τόσο το κόμμα των προεστών του Μοριά, με επικεφαλής τους Μαυρομιχάλη, Ζαΐμη, Λόντο κ.λπ., όσο και το τρίτο «κόμμα», οι Υδραίοι καραβοκύρηδες. Μια τέταρτη οιονεί παράταξη αποτελούσαν οι λεγόμενοι «πολιτικοί», Μαυροκορδάτος, Νέγρης και Κωλέττης, που επηρέαζαν και έναν μεγάλο αριθμό από τους Ρουμελιώτες και Σουλιώτες οπλαρχηγούς καθώς και νεαρούς λογίους με πυρήνα τους την «ομάδα της Πίζας». Στην Β΄εθνοσυνέλευση, οι συνασπισμένοι ολιγαρχικοί θα κυριαρχήσουν, καθώς διέθεταν μια δύναμη 150 πληρεξουσίων, υποστηριζόμενων από 6.000 ενόπλους, ενώ το «δημοκρατικό» κόμμα διέθετε μόνο 40 πληρεξουσίους με 800 άνδρες. Η Συνέλευση θα εκλέξει ως πρόεδρο του Εκτελεστικού τον Πετρόμπεη ενώ παράλληλα θα αφαιρέσει την αρχιστρατηγία από τον Κολοκοτρώνη. Ταυτόχρονα θα επιχειρηθεί η εκποίηση των εθνικών γαιών «μὲ σκοπὸν νὰ βγάλουν ὅ,τι εἶχαν ἐξοδεύσει,… καὶ νὰ ἀφήσουν τὸν λαὸν γυμνὸν καὶ ἀπ᾿ αὐτὴν τὴν ἐλπίδα τῆς γῆς». Επειδή όμως ξεσηκώθηκαν και τα στρατεύματα της πλειοψηφίας «ἐβιάσθηκαν νὰ τὸ σβήσουν αὐτὸ τὸ ἄρθρον…».
Στις 12 Απριλίου, η Συνέλευση αποφάσισε τη σύναψη εξωτερικού δανείου καθώς τα έξοδα ήταν 38 εκατ. γρόσια και τα έσοδα μόλις 12 εκατ. γρόσια, τη δε διαχείριση του θέματος ανέλαβε ο Αρχιγραμματέας του νέου Εκτελεστικού, Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος. Οι απεσταλμένοι του Εκτελεστικού, Ιωάννης Ορλάνδος και Ανδρέας Λουριώτης, έφθασαν στο Λονδίνο και, μετά από μακρές διαπραγματεύσεις, στις 9 Φεβρουαρίου 1824, συνομολόγησαν ένα δάνειο 800.000 λιρών, με τόκο 5%, προμήθεια 3%, ασφάλιστρα 1,5%, το οποίο θα έπρεπε να εξοφληθεί σε 36 χρόνια και ως εγγύηση ενεχυριάστηκαν όλα τα δημόσια κτήματα και έσοδα. Το δάνειο είχε εκδοθεί στο 59% του ονομαστικού (472.000 λίρες) και, αφού αφαιρέθηκαν προμήθειες, χρεολύσια, προκαταβολή τόκων δύο ετών αξίας 98.000 λιρών, μόλις 298.000 λίρες θα φτάσουν στην Ελλάδα. Δεν πρόλαβε καλά-καλά να εισπραχθεί το δάνειο και στις 31 Ιουλίου του 1824 αποφασίστηκε η σύναψη νέου δανείου, με την ίδια διαπραγματευτική ομάδα. Το νέο δάνειο, ονομαστικής αξίας 2.000.000 λιρών, είχε εκδοθεί στο 55% του ονομαστικού (1.100.000), από το οποίο αφαιρέθηκαν 284.000 λίρες ως προκαταβολή τόκων, χρεολύσια, προμήθειες, ενώ 212.000 λίρες δεσμεύτηκαν για την αναχρηματοδότηση του πρώτου δανείου. Ένα σημαντικό μέρος του δανείου αφορούσε εξοπλιστικές δαπάνες: 160.000 λίρες για την παραγγελία 6 ατμοκίνητων σκαφών, από την Αγγλία, εκ των οποίων μόλις τρία έφθασαν στην Ελλάδα («Καρτερία», «Επιχείρησις», «Ερμής»)· 155.000 λίρες για τη ναυπήγηση δύο φρεγατών μεγαλύτερου μεγέθους στη Νέα Υόρκη, ενώ, μετά από μια πρωτοφανή κατασπατάληση, μόνο η φρεγάτα «Ελλάς» ήλθε καθυστερημένα στην Ελλάδα· 77.000 για την αγορά όπλων και πυροβόλων, εκ των οποίων ελάχιστα έφθασαν στην Ελλάδα. Τελικώς, έφθασε στην Ελλάδα μόνο το ποσό των 232.558 στερλινών (Τάσος Λιγνάδης, Ἡ ξενικὴ εξάρτησις).
Με την ολοκλήρωση της Β΄ Εθνοσυνέλευσης, η πίεση για άμεσα μέτρα εναντίον της ολιγαρχικής κυβέρνησης κατέστη εξαιρετικά έντονη – αυτή τη φορά, μάλιστα, ακόμα και ο Υψηλάντης συμφώνησε με τον Οδυσσέα, που υποστήριζε ανοικτά ότι θα έπρεπε να εκτελέσουν όλα τα πρόσωπα που αποτελούσαν τη νέα διοίκηση. Και παρότι ο Κολοκοτρώνης για άλλη μια φορά τους έσωσε, υποχρεώθηκε εντούτοις να αναλάβει την πρωτοβουλία της ρήξης, συγκαλώντας νέα χωριστική συνέλευση στη Σιλίμνα της Αρκαδίας, το φθινόπωρο του 1823. Η συνέλευση αποφάσισε να αντιταχθεί στην εξουσία της «παρανόμως εκλεγείσας Διοίκησης», δημιουργώντας ουσιαστικώς μια νέα κυβέρνηση. Όμως το Εκτελεστικό, φοβούμενο την έκβαση της αντιπαράθεσης, κατόρθωσε να προσεταιριστεί τον ίδιο τον ηγέτη του κινήματος, τον Κολοκοτρώνη, μέσω του Αναγνώστη Δεληγιάννη. Η παρασπονδία του Κολοκοτρώνη εξόργισε τον Πλαπούτα και τον Υψηλάντη που θεώρησαν πως προέβη σε αυτή την ενέργεια με ανταλλάγματα το διορισμό του ιδίου στη θέση του αντιπροέδρου του Εκτελεστικού και του γιου του Πάνου Κολοκοτρώνη ως φρουράρχου του Ναυπλίου· παράλληλα δε αποφασίστηκε να αρραβωνιάσει τον γιο του, Κολίνο, μόλις 9 χρόνων με την 8χρονη κόρη του άσπονδου εχθρού του, Κανέλλου Δεληγιάννη!
Μέχρι σήμερα παραμένουν αδιευκρίνιστα τα βαθύτερα κίνητρα του Κολοκοτρώνη· πάντως, η αλλοπρόσαλλη πολιτική του μέσα σε δύο μήνες θα καταστρέψει μεγάλο μέρος από το κύρος του. Αλλά εκεί που απέτυχε ο Γέρος δεν μπόρεσε να επιτύχει ούτε ο Μαυροκορδάτος παρότι απολάμβανε την εύνοια των Άγγλων, που είχαν ήδη αναγνωρίσει τους Έλληνες ως εμπολέμους. Ο Κολοκοτρώνης, έστω και αποδυναμωμένος, μπορούσε ακόμα να μπει φραγμός στα σχέδια του ποστέλνικου – με αποτέλεσμα να μην μπορεί κανείς από τους δύο να κυριαρχήσει. Και όταν ο «πρίγκηπας» προσπάθησε να καταλάβει την προεδρία του Βουλευτικού, του δήλωσε απερίφραστα: – «Σοῦ λέγω τοῦτο, κύριε Μαυροκορδάτε…, μὴ καθήσεις πρόεδρος, διότι ἔρχομαι καὶ σὲ διώχνω μὲ τὰ λεμόνια, μὲ τὴν βελάδα ποὺ ἦλθες».
Έτσι θα μπουν οι βάσεις για τον δεύτερο αιματηρό και καταστροφικότερο εμφύλιο πόλεμο (Ιούλιος 1824-Ιανουάριος 1825) καθώς οι προεστοί και οι οπλαρχηγοί της Πελοποννήσου, στην πλειοψηφία τους, θα συνταχθούν με τον Κολοκοτρώνη ενώ οι «πολιτικοί», Μαυροκορδάτος και Κωλέττης, θα συμμαχήσουν με τους Υδραίους χρησιμοποιώντας ως ένοπλο βραχίονα τους Ρουμελιώτες. Άλλωστε, στις 20 Ιουλίου 1824, έφτασαν τα χρήματα του πρώτου δανείου τα οποία «ἐδυνάμωσαν τὴν Κυβέρνηση Κουντουριώτη καὶ ἡ δύναμη τὴν ἔκαμε νόμιμη»… Πραγματοποιήθηκαν μάλιστα νέες εκλογές και εξελέγη νέο βουλευτικό σώμα με υπεροχή των νησιωτών που όρισε ως πρωθυπουργό τον Γεώργιο Κουντουριώτη.
Ο Μακρυγιάννης, ο Γκούρας, ο Καραϊσκάκης θα «εισβάλουν» στον Μοριά μετά από τους μακιαβελικούς χειρισμούς του Κωλέττη και μόνο ο Οδυσσέας Ανδρούτσος θα παραμείνει πιστός στη συμμαχία με τον Κολοκοτρώνη: οι λεηλασίες στις έδρες των κοτζαμπάσηδων, Νοταρά, Ζαΐμη, Δεληγιάννη, Σισίνη κ.ά., υπήρξαν πρωτοφανείς, ενώ κατεστράφη ακόμα και η τεράστια βιβλιοθήκη των Σισίνιδων, περίπου 10.000 τόμοι. Ο Σπυρίδων Τρικούπης αναφέρει χαρακτηριστικά ότι «ἡ εἰσβολὴ τῶν πέραν τοῦ Ἰσθμοῦ στρατευμάτων δοθέντων εἰς ἁρπαγὴν ἀνακάλεσεν εἰς τὴν μνήμην τῶν παθόντων ὅσα κακὰ ἔπαθαν ἐπὶ τῆς εἰσβολῆς τῶν Ἀλβανῶν οἱ πατέρες αὐτῶν» (Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως).
Και ενώ ο Κολοκοτρώνης συγκέντρωνε δυνάμεις για να ανταπαντήσει, στις 13 Νοεμβρίου 1824, «ἀπαντήθηκαν οἱ στρατιῶτες μὲ τὸν Πᾶνο καὶ ἐσκοτώθη». Ο τραγικός θάνατος του αγαπημένου του γιου Πάνου θα πλήξει καίρια τον Κολοκοτρώνη που στην ουσία θα αποσυρθεί από την ενεργό συμμετοχή του στον εμφύλιο. Τελικώς θα παραδοθεί και στις 23 Ιανουαρίου του 1825, θα φυλακιστεί μαζί με αρκετούς άλλους στον Προφήτη Ηλία, στην Ύδρα, ενώ ο Οδυσσέας Ανδρούτσος, που επίσης παραδόθηκε στις κυβερνητικές δυνάμεις, θα εγκλειστεί στην Ακρόπολη και θα δολοφονηθεί στις 5 Ιουνίου 1825.
Η Ιμπραήμ στην Ελλάδα
Ο Ιμπραήμ, που βρισκόταν στην Κρήτη, παρότι είχε αποφασίσει να ξεχειμωνιάσει στη Σούδα, επέσπευσε την απόβασή του στον Μοριά για να εκμεταλλευτεί τις εμφύλιες συγκρούσεις μεταξύ των Ελλήνων. Έτσι, στις 26 Φεβρουαρίου 1825, αποβιβάστηκε ανενόχλητος στη Μεθώνη με 4.000 πεζούς και 400 ιππείς και κατέλαβε το κάστρο της πόλης ενώ σύντομα ο συνολικός αριθμός του πεζικού του έφθασε τις 15.000. Η κυβέρνηση του Γεώργιου Κουντουριώτη έμεινε άπρακτη για πάνω από ένα μήνα· τελικώς δε, για να αποτρέψει την ολοκλήρωση της κατάληψης της Μεσσηνίας, ο ναύαρχος θα διορίσει ως αρχηγό της εκστρατείας τον… Υδραίο πλοίαρχο Κυριάκο Σκούρτη· για άλλη μια φορά, ο δαιμόνιος μυστικοσύμβουλος του ναυάρχου, ο Μαυροκορδάτος, τον είχε πείσει να επιλέξει τον πλοίαρχο για αρχηγό ώστε να αποκλειστεί η επιστροφή του ακόμα κρατούμενου Κολοκοτρώνη.
Τελικώς, στη μάχη του Κρεμμυδιού, στις 7 Απριλίου 1825, οι Έλληνες ηττήθηκαν αφήνοντας πίσω τους γύρω στους 600 νεκρούς. Και όμως, την ίδια στιγμή, το σύνολο των δυνάμεων των Ρουμελιωτών στον Μοριά έφτανε τις 14.000 άνδρες οι οποίοι παρέμειναν αμέτοχοι και σύντομα αποχώρησαν για τη Στερεά. Είκοσι ημέρες μετά, στις 25 Απριλίου, ο αιγυπτιακός στόλος κατέλαβε τη νήσο Σφακτηρία, στον όρμο του Ναβαρίνου, φονεύοντας 350 από τους 800 υπερασπιστές της, και ανάμεσα στους νεκρούς, ο Αναγνωσταράς, ο φιλέλληνας Ιταλός κόμης Σανταρόζα, ο Aναστάσιος Tσαμαδός. Παρών ήταν και ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος ο οποίος, με τη συνήθη τακτική του, επιχείρησε στη Σφακτηρία να ξεπλύνει το φιάσκο του Κρεμμυδίου, με μια νέα επιβεβαίωση των στρατιωτικών προσόντων του, όπως είχε κάνει με επιτυχία στο Μεσολόγγι, το 1822, ώστε να ξεχαστεί η καταστροφή του Πέτα.
Διηγείται ο Κολοκοτρώνης: «Σὰν εἶδαν τὸν κίνδυνον τῆς πατρίδος μᾶς ἐλευθέρωσαν… Ἔτσι μ᾿ ἔκαμαν γενικὸν Ἀρχηγόν». Ωστόσο, γενικευμένη ήταν η αποκαρδίωση που είχαν προκαλέσει οι εμφύλιες συγκρούσεις και οι νίκες του Ιμπραήμ, που συνεχίστηκαν στο Μανιάκι με τον ηρωικό θάνατο του Παπαφλέσσα, στις 19 Μαΐου. Οι Έλληνες όχι μόνο θα αρχίσουν να αναζητούν κάποιον Ευρωπαίο πρίγκηπα για να τεθεί επικεφαλής του κράτους αλλά θα προχωρήσουν και στην περιβόητη πράξη «υποτέλειας», εναποθέτοντας τις τύχες της Επανάστασης στα χέρια της Αγγλίας. Αυτό το έγγραφο, το οποίο υπεγράφη επισήμως στις 24 Ιουλίου 1825, έφερε δεκάδες υπογραφές όχι μόνο των γνωστών οπαδών του Αγγλικού κόμματος, Ρώμα, Τρικούπη και Μαυροκορδάτου, αλλά και του ίδιου του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη· άλλωστε, η Ρωσία απείχε ολοκληρωτικά από τα τεκταινόμενα.
…Το Ἑλληνικόν Ἔθνος, δυνάμει τῆς παρούσης πράξεως, θέτει ἐκουσίως τὴν ἱερὰν παρακαταθήκην τῆς αὐτοῦ Ἐλευθερίας, Ἐθνικής Άνεξαρτησίας καὶ πολιτικῆς αὐτοῦ ὑπάρξεως ὑπό τὴν μοναδικὴν ὑπεράσπισιν τῆς Μεγάλης Βρεττανίας…
Πάντως, καθώς η Επανάσταση θα αντιμετωπίζει μια κυριολεκτικά θανάσιμη απειλή, ο γέρος του Μοριά θα ξαναγίνει ο μεγάλος καπετάνιος και θα κρατήσει ζωντανή τη φλόγα της μέχρι το Ναβαρίνο και την έλευση του Καποδίστρια. Εφαρμόζοντας έναν γενικευμένο κλεφτοπόλεμο σημειώνει: «…ἔδωκα διαταγὴ νὰ κτυποῦν ἀπὸ ὅλα τὰ μέρη· μᾶς ἤφερναν κεφάλια, καὶ ἐπλήρωνα ἕνα τάλλαρο τὸ κεφάλι … ἐχαλιῶντο πολλοὶ Τοῦρκοι, χωρὶς νὰ χάσωμεν Ἕλληνας… τοὺς ἐκτυποῦσαν τοὺς Τούρκους καὶ τοὺς ἐσκότωναν καὶ τοὺς ἔπαιρναν πότε 20, πότε 30, 40 μουλάρια, καὶ ἔτζι ἐζοῦσαν, διατὶ μισθὸν δὲν ἐπῆραν», καθώς τα χρήματα για την αμοιβή των στρατευμάτων είχαν κατευθυνθεί αποκλειστικά στους Ρουμελιώτες και τους Υδραίους.
Στηρίξτε το Άρδην και τις Εναλλακτικές Εκδόσεις κάνοντας μια προσφορά ΕΔΩ.
