Θεόφιλος – Ὁ Θεόδωρος Κολοκοτρώνης συναθροίζει εἰς τὴν Λίμνην Λέρνην τοὺς νικητὰς τοῦ Δράμαλη τὸ 1822
Από το βιβλίο του Γιώργου Καραμπελιά, 1821-2021, Ρέκβιεμ ή Αναγέννηση; (Εναλλακτικές Εκδόσεις, 2021) παραθέτουμε σε μέρη το σχετικό κεφάλαιο για τον αρχιστράτηγο της Ελληνικής Επανάστασης.
Ο ρόλος του Κολοκοτρώνη υπήρξε καθοριστικός σε δύο φάσεις της Επανάστασης: Κατά την έναρξή της, όταν κατόρθωσε να μεταβάλει τους Έλληνες χωρικούς σε επαναστατικό στρατό, με αποτέλεσμα την κατάληψη της Τρίπολης και την απόκρουση του Δράμαλη· και στο τέλος της, όταν κατόρθωσε να αντιμετωπίσει τον Ιμπραήμ και να ξαναδώσει κουράγιο στους κυριολεκτικά ξέπνοους Έλληνες που κινδύνευαν «να προσκυνήσουν» μαζικά.
Μετά την επιστροφή στη Μάνη από «τὰς 6 τοῦ Ἰανουαρίου, ἔως τὰς 22 Μαρτίου τοῦ 1821, ἐπροσπάθησα, ἐνέργησα εὶς τὴν Μάνην νὰ ἐνώσωμεν διάφορα σπίτια μανιάτικα χωρισμένα κατὰ τὴν συνήθειάν τους… Ἔστειλα καὶ εὶς τὰς ἐπαρχίας… καὶ τοὺς ἔλεγα ὅτι τὴν ἡμέρα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ νὰ εἶναι ἔτοιμοι καὶ κάθε ὲπαρχία νὰ κινηθῇ ἐναντίον τῶν Τούρκων…».
Αφού κατέλαβαν την Καλαμάτα, οι Έλληνες πολιορκούν τις πόλεις, «Ναβαρίνο, Μοθώνη καὶ Κορώνη, Μονοβασιά, Πάτρα καὶ Καστέλι… Ἡ Ἀνατολικὴ Ἑλλάς, ὁ Ὀδυσσέας, Γούρας, Διάκος καὶ Πανουριᾶς ἐκίνησαν ἐνταυτῷ τὸ τουφέκι (Ἀπρίλιος). Οἱ Σουλιῶτες ἔπιασαν τὸ Σούλι… Οἱ Σπέτζες ἐπρωτοσηκώθηκε»· στην Ύδρα, ο Αντώνης Οικονόμου και μια ομάδα καπεταναίων «ἐσυνώμοσαν μὲ τὸν λαὸν καὶ εἶπαν τῶν Ἀρχόντων: “Ἢ σηκώνεσθε καὶ ἐσεῖς, ἢ θὰ βάλομε φωτιὰ νὰ σᾶς κάψομε”. Τὰ Ψαρὰ ἐκίνησαν αὐτοθελήτως, καὶ ἡ Σάμος». Αλλά και πολλοί Ζακυνθινοί και Κεφαλλονίτες «κρυφίως ἔφευγαν», παρότι οι Εγγλέζοι δήμευσαν την περιουσία τους και συνέχισαν να ανεφοδιάζουν για αρκετό καιρό τους Τούρκους της Πάτρας.
Τον Μάιο του 1821 θα σημειωθούν οι πρώτες μεγάλες νίκες των Ελλήνων, αρχικώς η μάχη της Γραβιάς (8 Μαΐου), με τον Οδυσσέα Ανδρούτσο, καθώς και η στρατηγικού χαρακτήρα νίκη στο Βαλτέτσι (12-13 Μαΐου), η οποία σηματοδοτεί την έναρξη της περικύκλωσης της Τριπολιτσάς: Ο Κεχαγιάμπεης, απεσταλμένος από τον πασά του Μοριά Χουρσίτ, που πολεμούσε με τον Αλή πασά στην Ήπειρο, έφθασε στην Τρίπολη επικεφαλής 3.500 ανδρών κάνοντας τους Τούρκους της πόλης να αναθαρρήσουν. Καθώς οι Έλληνες είχαν οχυρωθεί στο Βαλτέτσι, νοτιοδυτικά της Τρίπολης, οι Τούρκοι τους επιτέθηκαν, πιστεύοντας ότι θα μπορούσαν να επαναλάβουν τη μάχη του Βαλτετσίου στα Ορλωφικά, όταν Έλληνες και Ρώσοι ηττήθηκαν από τους Τούρκους. «Ὁ πόλεμος ἐστάθη σφοδρός, ὅλην τὴν ἡμέραν… Τὸ βράδυ… τοὺς τουφέκισα, μὲ δίδουν 4 τουφέκια “Ζωντανοὺς θὰ σᾶς πιάσω, ἐγὼ εἶμαι ὁ Κολοκοτρώνης”. – “Τί εἶσαι σύ;” – “Ὁ Κολοκοτρώνης”. – Ἄδειασαν τὸν τόπον…». Οι Τούρκοι, αποκλεισμένοι, προσπαθούν να ξεφύγουν, όμως «ἀπὸ τὴν τρομάρα τους ἀφήνουν τὰ τουφέκια… Ἐπέσαμε ἀπὸ κοντά…, τοὺς μονομεριάσαμεν, τοὺς ἀκολουθούσαμεν». Κατανοώντας την ιστορική σημασία αυτής της νίκης, αμέσως μετά, μίλησε στον ελληνικό στρατό: «Πρέπει νὰ νηστεύσομεν ὅλοι… καὶ νὰ δοξάζεται αἰώνας αἰώνων ἕως οὗ στέκει τὸ ἔθνος, διατὶ ἦτον ἡ ἐλευθερία τῆς Πατρίδος».
Αφού ο Κεχαγιάμπεης απέτυχε να διαλύσει το στρατόπεδο του Βαλτετσίου, αποπειράθηκε να σπάσει την περικύκλωση επιτιθέμενος στο στρατόπεδο των Βερβένων, όπου θα γίνει η μάχη των Δολιανών και θα αναδειχθεί ο ανεψιός του αρχηγού, ο Νικηταράς ο «Τουρκοφάγος».
Το κλίμα του γενικευμένου ενθουσιασμού θα αντανακλαστεί και στην πάνδημη συμμετοχή στον εφοδιασμό των επαναστατών «Ὁ Νικήτας μᾶς ἔστειλε μολύβι ἀπὸ τοὺς μιναρέδες (στο Άργος)… Μπαρούτι ἔκαμνε ἡ Δημητζάνα… οἱ Σπετζιῶτες καὶ οἱ Ὑδραῖοι, μᾶς ἔστειλαν πολεμοφόδια καὶ πετζιὰ γιὰ τζαρούχια…» Οι χωρικοί, «μόνοι των ἄλεθαν, ἐζύμωναν, ἔψεναν τὸ ψωμί, καὶ τὰ ἔφερναν εἰς τὸ στρατόπεδο. Πρόβατα τὰ ἔδιδαν μὲ εὐχαρίστησή τους. Ὁ Κυριάκος Τζόλης ἐχάρισεν 120 τραγιά…».
Οι Έλληνες αγρότες, γεωργοί και ποιμένες, ήταν ενθουσιασμένοι από την Επανάσταση διότι όχι μόνο έφυγε από το κεφάλι τους ο βραχνάς ενός αλλόθρησκου κατακτητή, αλλά έβλεπαν τη δυνατότητα να αποκτήσουν ένα κομμάτι γης από τις τεράστιες εκτάσεις που κατείχε (ο Θείρσιος υπολογίζει πως, μόνο στην Πελοπόννησο, οι Οθωμανοί κατείχαν τα 8/10 των εκτάσεων). Καταργήθηκαν αμέσως φόροι όπως το χαράτσι και η σπέντζα, η δε φορολογία περιορίστηκε στη δεκάτη επί της παραγωγής και στο «τρίτον» από τις πρώην οθωμανικές γαίες, ποσά τα οποία εισπράττονται σε είδος μετά από δημοπράτηση. Και η φοροελάφρυνση στην πραγματικότητα ήταν ακόμα μεγαλύτερη· επί παραδείγματι, στην επαρχία του Αγίου Πέτρου, στην Τσακωνιά, στα 1822, ενώ ο αρχικός υπολογισμός της φορολογικής προσόδου ήταν 59.210 γρόσια, τελικώς, κατά τη δημοπράτησή τους, κατακυρώθηκε στο ποσό των 35.700 γροσιών, δηλαδή μια ελάφρυνση που έφθανε το 40%.
Παράλληλα όμως επιβάλλεται και πειθαρχία στο επαναστατικό στρατόπεδο, ενίοτε με δρακόντεια μέτρα: «ὅποιος ἔφευγε ἀπὸ τὸ στρατόπεδο τὸν ἔπιαναν, τὸν ἔδεναν καὶ τὸν ἔστελναν ὀπίσω, τοῦ ἔκαιγαν τὸ σπίτι…».
Οι Έλληνες απέκλεισαν σταδιακώς την Τρίπολη στην οποία είχαν στοιβαχτεί πάνω από 30.000 άτομα, τα οποία πλέον υπέφεραν και από έλλειψη τροφίμων ενώ είχε εκδηλωθεί και επιδημία πανώλους. Έτσι «ἄρχισαν οἱ Ἀρβανίτες νὰ πραγματεύονται» ενώ και οι υπόλοιποι Τούρκοι ήθελαν πλέον να παραδοθούν. Μέχρι τις 22 Σεπτεμβρίου συγκεντρώθηκαν 20.000 Έλληνες και «καθὼς ἐδοκίμασαν οἱ Ἀρβανίτες νὰ φύγουν, ἐπήδησαν οἱ Ἕλληνες μέσα ἀπὸ τὴν τάπια τοῦ σαραγιοῦ…». Επί δύο ημέρες, οι Έλληνες κατακρεουργούσαν ανελέητα τους εγκλωβισμένους Τούρκους καθώς το συσσωρευμένο μίσος ξεσπούσε ανεξέλεγκτο, ιδιαίτερα μετά τα δέκα χρόνια της οιονεί γενοκτονίας των Ορλωφικών αλλά και τον πρόσφατο απαγχονισμό του πατριάρχη και τις γενικευμένες σφαγές στην Κωνσταντινούπολη, τη Σμύρνη και αλλού. Διηγείται ο Κολοκοτρώνης: «Τὸ ἄλογό μου ἀπὸ τὰ τείχη ἕως τὰ σαράγια δὲν ἐπάτησε γῆ … μὲ ἔδειξαν εἰς τὸ παζάρι τὸν Πλάτανο ὁποὺ ἐκρέμαγαν τοὺς Ἕλληνας…: “Ἄϊτε, πόσοι ἀπὸ τὸ σόγι μου καὶ ἀπὸ τὸ ἔθνος μου ἐκρεμάσθησαν ἐκεῖ”, καὶ ἐδιέταξα καὶ τὸν ἔκοψαν. Ἐπαρηγορήθηκα καὶ διὰ τὸν σκοτωμὸν τῶν Τούρκων».
Δέκα ημέρες μετά την κατάληψη της Τρίπολης, αποφασίστηκε να ολοκληρωθεί το έργο της απελευθέρωσης του Μοριά με την κατάληψη της Πάτρας – στρατηγικής σημασίας για τον έλεγχο της επικοινωνίας με τη Στερεά Ελλάδα… Και ήταν τόσος ο ενθουσιασμός που είχε προκαλέσει η πτώση της Τριπολιτσάς ώστε, ενώ ο Κολοκοτρώνης ξεκίνησε «μόνο μὲ 40 σωματοφύλακας γιὰ τὴν Πάτρα… ἕξι ὧρες ἀπὸ τὴν Τριπολιτζά, ἐσυνάχθηκαν 1.700 στρατιῶτες, καὶ ἕως νὰ κατεβῶ εἰς τὴν Γαστούνην ἐμάζωνα 10.000». Τότε, οι προεστοί Λόντος, Ζαΐμης και ο Παλαιών Πατρών Γερμανός έπεισαν τη Γερουσία να εμποδίσει τον Κολοκοτρώνη «διατὶ σὲ ἕξι ἡμέρες παίρνομε τὴν Πάτρα». Και έτσι η πόλη θα μείνει στα χέρια των Τούρκων μέχρι το τέλος του αγώνα. Ίσως επρόκειτο για μια ενέργεια περισσότερο αποφασιστική και μοιραία και από τη μάχη του Πέτα. Και όμως, όπως ορθά υποστηρίζει ο Κολοκοτρώνης, «Ἂν μὲ ἄφηναν νὰ πάγω, θὰ μοῦ ἔδιδαν ἀμέσως τὰ κλειδιὰ οἱ Τοῦρκοι ἀπὸ τὸν φόβον τους (Ἀνάθεμα νὰ ἔχουν)».
Και παρότι στις αρχές Μαΐου του 1822 θα επαναλάβει την πολιορκία με μια αρχική δύναμη 6.500 ανδρών, για μια ακόμα φορά δεν επέπρωτο να το πραγματοποιήσει, διότι του έβαλαν νέα προσκόμματα οι κοτζαμπάσηδες της Αχαΐας. Άλλωστε, πολύ σύντομα, ο Δράμαλης θα εισβάλει στον Μοριά. Έγραφε στις 24 Ιουνίου ο Οδυσσέας Ανδρούτσος, στην περίφημη επιστολή του στο Εκτελεστικό: «Σᾶς στέλω 30.000 Τούρκους γιὰ νὰ μονοιάσετε. Κάμετέ τους ὅτι θέλετε. Έγώ ὑπόσχομαι νὰ μὴν ἀφήσω ἄλλους νὰ περάσουν καὶ ἀναλαμβάνω τὸν Σερασκέρ Χουρσίτ πασᾶ».
Η αντιμετώπιση του Δράμαλη και η διάλυση του στρατού του θα αποτελέσουν τη δεύτερη στρατηγική νίκη της Επανάστασης η οποία και θα επιβεβαιώσει τη στρατιωτική μεγαλοφυΐα του Κολοκοτρώνη. Ο «γέρος» αρχικώς θα εγκλωβίσει, το καλοκαίρι του 1822, τις δυνάμεις του Δράμαλη στην πυρακτωμένη πεδιάδα του Άργους, όπου θα υποφέρουν από έλλειψη νερού, ζωοτροφών και τροφίμων, ενώ ο Τσόκρης θα καίει συστηματικά τα σπαρτά. Εν συνεχεία δε, θα «στρέψει» τεχνηέντως τον Δράμαλη προς την Κόρινθο, κάνοντάς τον να πιστέψει πως ο δρόμος προς την Τρίπολη φυλασσόταν από ισχυρές ελληνικές δυνάμεις, ώστε να μπορεί να τον αποδεκατίσει στα Δερβενάκια. Και όμως, αρκετοί δεν μπόρεσαν και πάλι να κατανοήσουν τη στρατηγική του: «Ὁ Κολοκοτρώνης, ἔλεγε ὁ Πετρόμπεης, πάγει κλέφτης εἰς τὰ βουνά». Εν τέλει, ο στρατός του Δράμαλη, στην απόπειρά του να επιστρέψει στην Κόρινθο, θα εξοντωθεί σχεδόν στο σύνολό του «… 28.000 ἐμβῆκαν εἰς τὴν Πελοπόννησον, 20.000 ἄλογα τῆς σέλλας καὶ 30.000 ἀλογομουλάρια φορτηγὰ καὶ 500 καμήλια».

Η έλλειψη αναγνωρισμένης ηγεσίας
Η Επανάσταση είχε τρεις μήνες ζωή όταν ο Δημήτριος Υψηλάντης θα έλθει στον Μοριά ως εκπρόσωπος του αδελφού του και θα γίνει δεκτός με ενθουσιασμό από τις λαϊκές δυνάμεις, που αναζητούσαν μια ηγεσία ικανή να αντιμετωπίσει την πρωτοκαθεδρία των προεστών, οι οποίοι προσπαθούσαν συστηματικά να τον υπονομεύσουν.
Μάλιστα, δύο ή τρεις φορές μέσα στο 1821, οι «στρατιῶτες ἐπῆραν ὅλοι τὰ ἄρματα διὰ νὰ σκοτώσουν ὅλους τοὺς ἄρχοντας» και θα τους εμποδίσει πάντοτε ο Κολοκοτρώνης: Στα Βέρβαινα τους σταμάτησε λέγοντας πως: «… ἂν σκοτώσωμεν τοὺς προεστούς, θὰ εἰποῦν οἱ Βασιλεῖς, ὅτι τοῦτοι εἶναι … Καρβονάροι, καὶ τότε ἠμποροῦν νὰ βοηθήσουν τὸν Τοῦρκο».
Ιδιαίτερα κατά τους πρώτους επαναστατικούς μήνες, οι διαθέσεις του λαού ήταν πολύ εχθρικές απέναντι στους κοτζαμπάσηδες, που στην πραγματικότητα επιθυμούσαν να υποκαταστήσουν τους Τούρκους, καθώς ήταν ιδιαίτερα ισχυροί στην Πελοπόννησο και κάποιοι από αυτούς είχαν αποδεχτεί μάλλον «στανικώς» τη συμμετοχή τους στην Επανάσταση, σπρωγμένοι από το κύμα του ενθουσιασμού κατά τους πρώτους μήνες του 1821 και τις φήμες για ρωσική στήριξη. Πάντως, μαζί με τους δεσποτάδες, αντιπροσώπευαν τη μόνη υπαρκτή «πολιτική ηγεσία» των ραγιάδων, την οποία δοκίμασαν να επικυρώσουν με τη Συνέλευση της Μονής των Καλτεζών (20-26 Μαΐου 1821), η οποία δημιούργησε το πρώτο πολιτικό σώμα της Επανάστασης, την Πελοποννησιακή Γερουσία. Σε αυτήν, από τους 22 «αντιπροσώπους», συμμετείχαν μόνο δύο οπλαρχηγοί, ο Κολοκοτρώνης και ο Νικόλαος Πετμεζάς, τέσσερις κληρικοί, χωρίς τον Παπαφλέσσα, και μια πλειάδα προεστών.
Όμως η ίδια η επαναστατική διαδικασία, που στηριζόταν κατ’ εξοχήν στις ένοπλες λαϊκές δυνάμεις, ανέτρεπε τις κατεστημένες κοινωνικές ιεραρχίες, γεγονός που αποτυπώνεται και στην ακόλουθη φράση του Κολοκοτρώνη: «Ὁ λαὸς εἶχε πάντοτε σκοπὸ νὰ σκοτώσει τοὺς ἄρχοντας καὶ κάθε παραμικρὰ αἰτία ἐρεθίζοντο».
Έτσι, όταν ήλθε στην Ελλάδα, τον Ιούνιο του 1821, ο Δημήτριος Υψηλάντης –περιστοιχιζόμενος από μια εκατοντάδα Φιλικών–, σε αυτόν θα αναζητήσει ο λαός κατ’ αυτή την πρώτη περίοδο τον επαναστατικό ηγέτη που θα μπορούσε να αντιπαρατεθεί με τους άρχοντες. Δυστυχώς όμως, ο Δημήτριος, παρά τα εξαιρετικά του χαρίσματα και τη γενναιότητά του, δεν διέθετε τα ηγετικά προσόντα που απαιτούνταν ώστε να ανταποκριθεί σε έναν τέτοιο ρόλο. Ο Κολοκοτρώνης τον περιγράφει ίσως και καθ’ υπερβολή ως εξής: «Ἦτον ἕνας ἄνθρωπος σταθερός, τίμιος, ἀνδρεῖος, μικρόνους…, τὸ ὄνομά του ἐχρησίμευσε πολὺ εἰς τὴν ἀρχήν. Εἶχε τὴν φαντασία νὰ εἶναι ἀρχηγός, πλὴν τὸ μυαλό του δὲν τοῦ ἔσωνε…».
Ολιγαρχικό διοικητικό σύστημα εφαρμόστηκε και στη Δυτική και την Ανατολική Στερεά Ελλάδα, υπό την ηγεσία των νεαρών Φαναριωτών, Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου και Θεόδωρου Νέγρη.
Στο Μεσολόγγι, στις 9 Νοεμβρίου 1821, ο Οργανισμός της Δυτικής Χέρσου Ελλάδος θα εκλέξει Γερουσία με πρόεδρο τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο ως εκπρόσωπο του Δημητρίου Υψηλάντη. Παρότι εδώ δεν υπήρχαν σημαντικές οικογένειες προεστών αλλά ισχυροί αρματολοί, δεν συμπεριελήφθησαν στη γερουσία οι σημαντικότεροι πρωτοκαπετάνιοι, ο Γεώργιος Βαρνακιώτης (1778-1842), ο Γώγος Μπακόλας (1770-1826), ο Ανδρέας Ίσκος, ο Μεσολογγίτης Αθανάσιος Ραζή-Κότσικας (Βλ. Κωστής Παπαγιώργης, Τα καπάκια).
Στις 15-20 Νοεμβρίου 1821, συνήλθε και η Συνέλευση των Σαλώνων όπου θεσμοθετήθηκε ένα κυβερνητικό σχήμα, ο Άρειος Πάγος, που αποτελείτο από 12 μέλη υπό την προεδρία του αυτοπροσκληθέντος Θεόδωρου Νέγρη. Προφανώς δε, κανένας από τους μεγάλους οπλαρχηγούς της Ρούμελης, ο Οδυσσέας, ο Καραϊσκάκης, ο Δυοβουνιώτης, ο Πανουργιάς, που έσωσαν την Επανάσταση στα πρώτα της βήματα, δεν συμμετείχε σε κάποιον από αυτούς τους δύο οργανισμούς.
Δηλαδή, οι τρεις πρώτες πολιτικές διοικήσεις του επαναστατημένου έθνους είχαν ως προέδρους, η μεν Πελοπόννησος τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, που μέσω τεχνασμάτων είχε συναινέσει στη συμμετοχή του στην Επανάσταση, το Μεσολόγγι τον δαιμόνιο ποστέλνικο, που την ίδια περίοδο δηλώνει την αντίθεση του στην εκδήλωση της Επανάστασης, και τα Σάλωνα τον ραδιούργο Φαναριώτη, Θεόδωρο Νέγρη.
Παράλληλα, συγκροτείται μια ενιαία διοίκηση με το «Προσωρινόν Πολίτευμα της Ελλάδος», το οποίο θεσπίστηκε στην Α΄ Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου (20 Δεκεμβρίου 1821-15 Ιανουαρίου 1822), δημιουργώντας δύο Σώματα, το Βουλευτικό και το Εκτελεστικό, των οποίων οι αρμοδιότητες συχνά αλληλοσυγκρούονταν, πρακτικώς δε πολύ λίγοι και έμπειροι θα μπορούσαν να λαμβάνουν τις αποφάσεις. Οι εκλογές ήταν τουλάχιστον προβληματικές καθώς οι εκπρόσωποι εκλέγονταν από τις τοπικές διοικήσεις και έτσι η Ανατολική Ελλάδα εξέλεγε 23 αντιπροσώπους και ολόκληρος ο Μοριάς 20! Καθόλου τυχαία λοιπόν στο πενταμελές Εκτελεστικό, που διόριζε και την Κυβέρνηση, ορίστηκε Πρόεδρος ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος· πρωθυπουργός και Μινίστρος επί των Εξωτερικών ορίστηκε το alter ego του, ο Θεόδωρος Νέγρης, ενώ Μινίστρος επί των Εσωτερικών ο Ιωάννης Κωλέττης. Ο δε Δημήτριος Υψηλάντης ορίστηκε απλώς πρόεδρος στο Βουλευτικό Σώμα, με μειωμένες αρμοδιότητες (Ιωάννης Φιλήμων, Δοκίμιον ἱστορικὸν περὶ τῆς Ἑλληνικῆς Ἑπαναστάσεως).
Αντίθετα, το Σύνταγμα του Άστρους, που ψηφίστηκε από τη Β΄ Εθνοσυνέλευση (29 Μαρτίου-18 Απριλίου 1823), ενίσχυε τη θέση του Βουλευτικού έναντι του Εκτελεστικού, παραδόξως δε και εδώ πρόεδρος ορίστηκε ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος.
Στηρίξτε το Άρδην κάνοντας μια προσφορά ΕΔΩ.
