Αρχική » Οι Σουλιώτες

Οι Σουλιώτες

από Γιώργος Καραμπελιάς

Το Σούλι, χαλκογραφία του Χ. Χόλαντ

Του Γιώργου Καραμπελιά, απόσπασμα από το βιβλίο του, Συνωστισμένες στο Ζάλογγο, Εναλλακτικές Εκδόσεις.

Γύρω στα 1600[1], πολλοί χριστιανοί –που ήθελαν να αποφύγουν την καταπίεση και τους αναγκαστικούς εξισλαμισμούς των Τούρκων, οι οποίοι είχαν επεκταθεί σε όλη την Τσαμουριά– ίδρυσαν το χωριό Σούλι, στα Κασσιώπεια όρη, περίπου 100 χλμ. ΝΑ των Ιωαννίνων, σε ένα μικρό οροπέδιο, 600 μέτρα πάνω από την κοίτη του Αχέρoντα.

Τωόντι, εκείνη την περίοδο, πολλαπλασιάζονται οι πιέσεις στους χριστιανούς αγρότες, ελληνόφωνους και αλβανόφωνους, και ο κεφαλικός φόρος περνάει από 40 άσπρα ετησίως, το 1574, στα 150 το 1596 και στα 240 το 1630[2] σύμφωνα δε με τη Μουταφτσίεβα, στα τέλη του 16ου αι., το σύνολο της επιβάρυνσης έφτανε τα 300 άσπρα[3], ενώ πολλαπλασιάζονται οι εξισλαμισμοί. Οι πληθυσμοί που αντιστέκονται στον εξισλαμισμό υφίστανται πολλαπλές και αβάσταχτες πιέσεις οι ξεσηκωμένοι αγρότες, που θα εκστρατεύσουν μαζί με τον Διονύσιο Φιλόσοφο, το 1611, από την Παραμυθιά στα Γιάννενα, κραυγάζοντας συνθήματα ενάντια στην υπέρμετρη φορολόγηση –«χαράτζι χαρατζόπουλον» και «ἀναζούλι ἀναζουλόπουλον»[4]– προέρχονταν στο μεγαλύτερο μέρος τους από τα χωριά της Παραμυθιάς[5]. Μετά την αποτυχία της εξέγερσης και τη σύλληψη του Διονυσίου, θα σκορπιστούν στα βουνά, πιθανότατα και στο ίδιο το Σούλι[6], ενώ αυξάνεται κατά πολύ και η μετανάστευση προς τα Ιόνια Νησιά. Σύμφωνα με τα ενετικά αρχεία, το 1627, ο βεζίρης Κινάν πασάς απαίτησε από τους Ενετούς να επιστρέψουν οι 5.000 Ηπειρώτες που τα τελευταία χρόνια είχαν περάσει στην Κέρκυρα, ενώ, τον Ιούνιο του 1632, οι αρχές του νησιού αναφέρουν πως είχαν φθάσει εκεί 2.000 «Έλληνες Αλβανοί, άλλοι μεν διότι επείνων και εστερούντο εργασίας και άλλοι φεύγοντες την τυραννίαν»[7].

Από τη συρροή καταδιωκόμενων ή εξεγερμένων χριστιανικών πληθυσμών –«κατέφυγον εἰς Σούλιον ἅπαντες οἱ λίθον ξηρὸν ἀντὶ δούλου θανάτου ἀσμένως προαιρούμενοι»– θα αυξηθεί σύντομα ο πληθυσμός του Σουλίου. Μέχρι το 1740, στην ίδια δύσβατη περιοχή, θα δημιουργηθούν τρία ακόμα χωριά, Κιάφα,  Σαμονίβα και Αβαρίκο – το περιβόητο «Τετραχώρι» του Σουλίου[8], ενώ, στους πρόποδες και στις πλαγιές των Κασσιώπειων βουνών, βρίσκονταν άλλα εφτά χωριά: το Τσεκουράτι, το Περεχάτι, τα Βίλια, το Αλποχώρι, η Κοντάτες, η Γκιονάλα και η Ρουσιάτσα. Συνολικά, τα έντεκα χωριά, που αποτελούσαν τη «Σουλιώτικη Συμπολιτεία», είχαν πληθυσμό έξι χιλιάδες κατοίκους, από τους οποίους οι δύο χιλιάδες ήταν πολεμιστές.

Οι Σουλιώτες είχαν καταφέρει, δια των όπλων, να κυριεύσουν, από τους Αγάδες του Μαργαριτίου και τους Πρόνιους της Παραμυθιάς, τα εφτά χωριά που συμμετείχαν στην «Ομοσπονδία», καθώς και εξήντα εξ επί πλέον χωριά[9] –οι κάτοικοι των οποίων ονομάζονταν «παρασουλιώτες»– τα οποία κατέβαλλαν φόρο στο Σούλι. Ο χρηματικός φόρος, σύμφωνα με τα ρωσικά αρχεία, ανερχόταν σε 2.500 πιάστρα το 1788[10], ποσό που δεν ήταν ιδιαίτερα υψηλό, και πιθανώς να συμπληρωνόταν και με καταβολές σε είδος[11].

 Τα χωριά πέρασαν σταδιακά στους Σουλιώτες, αρχής γενομένης από το Αλποχώρι, το 1741, και, μέχρι το 1744, είχαν ήδη απελευθερώσει οκτώ χωριά. Καταλαμβάνοντάς τα, εξεδίωκαν τους μουσουλμάνους και εδραίωναν μια ορθόδοξη ρωμαίικη «επικράτεια», εξ ου και οι συχνοί πόλεμοι, κατά την περίοδο αυτή, με τους Τούρκους και τους Τσάμηδες αγάδες, που έβλεπαν να αποψιλώνεται διαρκώς η κυριαρχία τους. Στη Λάκκα του Σουλίου, στα χωριά Δερβίζιανα και Μπάλα, οι μουσουλμάνοι κάτοικοι εκδιώκονται με τη σειρά τους και, μέχρι το 1760, η διαδικασία έχει ολοκληρωθεί: 77 χωριά από το Σούλι και το Παρασούλι συγκροτούν έναν νέο αυτόνομο σχηματισμό, στην καρδιά της οθωμανικής κυριαρχίας[12].

Για την προέλευση του ονόματος «Σούλι», υπάρχουν πολλές και αντικρουόμενες απόψεις. Ο Πέτρος Φουρίκης θεωρεί την ονομασία αλβανική, εκ του Σούλ, που σημαίνει κορμός δένδρου και κατ’ επέκταση σκοπιά, βίγλα, την οποία έδωσαν στον τόπο οι πρώτοι αλβανόφωνοι κάτοικοί του[13]. Άλλες θεωρούν το τοπωνύμιο ως προσωπονύμιο, που αντιστοιχεί σε όνομα αρχηγού εποικιστικού γένους: «Στρατιώτης και φυλάρχης πατριάς εκ της φυλής των Τσιάμιδων ην ο Σούλης, ος σκηνώσας εν τη νυν ομωνύμω περιοχή δέδωκε κατά το σύνηθες και το όνομα αυτού εις ταύτην»[14]. Τέλος, ο Γιάννης Μπενέκος συντάσσεται με την εκδοχή του Φουρίκη, μια και τοπωνύμια με το όνομα Σούλι βρίσκονται σε πολλά μέρη της Ελλάδας –την Αττική, την Κορινθία, την Αρκαδία, την Ήλιδα– χωρίς να έχουν εποικιστεί από τους Σουλιώτες της Ηπείρου[15].

Όσο για την καταγωγή τους, πολλοί τους θεωρούν ορθόδοξους Αρβανίτες, χωρίς όμως να λείπουν και αντίθετες απόψεις. Θιασώτης της πρώτης εκδοχής, ο Πέτρος Φουρίκης, γράφει:

Περί της φυλής, εις ην ανήκον οι το πρώτον προς μονιμωτέραν διαβίωσιν [ ] ασφαλώς δύναται τις να είπη [ ] ότι ήτο η αλβανική της μέσης Ηπείρου.[ ] Εκ της μέχρι τούδε ερεύνης των τοπονυμίων του βραχώδους εκείνου συμπλέγματος επείσθην ότι ουδέν ελληνικόν όνομα εδόθη εις θέσιν τινα τούτου[16].

Ο Ι. Λαμπρίδης θεωρεί τον σουλιώτικο πληθυσμό κράμα μιας αρχικής ποιμενικής αλβανικής πατριάς, ήδη εγκατεστημένης στην περιοχή, στην οποία είχε δώσει και το όνομά της, και περιοίκων, αλβανοφώνων και ελληνοφώνων χριστιανών, που κατέφυγαν στο Σούλι στις αρχές του 17ου αιώνα. Την παρουσία ελληνικών πληθυσμών, εκτός των άλλων, μαρτυρεί η ύπαρξη ελληνικών τοπωνυμίων (Συκιά, Καστανιά, Νερό Προβατίνας, κ.λπ.), «μνημονευομένων προ του τέλους του πρώτου ημίσεως του ΙΖ΄ αιώνος τουλάχιστον»[17]. Αυτή η μικτή σύνθεση επέτρεψε εξ άλλου τη συστηματική χρήση της ελληνικής γλώσσας από τους Σουλιώτες, στα τραγούδια και τις καθημερινές τους επαφές.

Τέλος, ο Ε.Γ. Πρωτοψάλτης πιστεύει «ακραδάντως ότι οι Σουλιώται ανήκον εξ αρχής εις την ελληνικήν φυλήν»[18], πεποίθηση την οποία συνάγει από την ελληνική τους συνείδηση και τις πρώιμες συγκρούσεις τους με τους Τούρκους και τους Τουρκαλβανούς. Όσο για το ζήτημα της γλώσσας, θεωρεί πως οι Σουλιώτες ήταν δίγλωσσοι, ενώ έγραφαν πάντα στα ελληνικά. Ο Πρωτοψάλτης, από το ημερολόγιο του Φώτου Τζαβέλα, γραμμένο τον Φεβρουάριο του 1792 στο νότιο ελληνικό ιδίωμα, συνάγει πως οι πρώτοι Σουλιώτες κατέβηκαν στο Σούλι από το Αργυρόκαστρο ή τη Χιμάρα, όπου ομιλείται το νότιο ιδίωμα της κοινής ελληνικής· εξάλλου, οι Τσάμηδες και οι Βλάχοι αποκαλούσαν τους Σουλιώτες «γραίκους»[19]. Πάντως, στη μία ή την άλλη περίπτωση, το βέβαιο είναι η ελληνική «ρωμαίικη» συνείδηση των Σουλιωτών.

 Η βάση της κοινωνικής οργάνωσης ήταν η οικογένεια, ενώ όλες οι συγγενικές οικογένειες αποτελούσαν μία φάρα ή γένος. «Ἑκάστη φάρα πείθεται εἰς τὸν διακεκριμμένον, καὶ σημαντικώτερον φύλαρχὸν της», γράφει ο Περραιβός[20]. Στο Τετραχώρι και το Εφταχώρι, υπήρχαν 47 φάρες και οι μεγαλύτερες ήταν οι γνωστοί Τζαβελαίοι, Μποτσαραίοι, Δράκοι κ.λπ. Το άτυπο πολίτευμα της σουλιώτικης συμπολιτείας λειτουργούσε σύμφωνα με μια σειρά από άγραφους νόμους :

οὐδένα νόμον γραπτόν, οὔτε δικαστήριον τακτικὸ εἶ­χον οἱ Σουλλιῶται, ἀλλά, διὰ τὴν ἐσωτερικὴν εὐ­τα­ξί­αν, καὶ πειθαρχίαν, ὅταν τὶς τῶν πολιτῶν ἤθελε πράξη τὶ ἁμάρτημα συνήρχοντο οἱ προεστῶτες τῶν φυλῶν, ἐξέταζον τὴν ὑπόθεσιν καὶ ἐξέδιδον τὴν ἀπόφασιν προφορικῶς, εἰς τὴν ὁποίαν ἄνευ προφασιολογίας ὤ­φειλεν ὁ καταδικασθεὶς νὰ ὑπακούσῃ, τουναντίον, ὑ­ποχρεοῦτο ἡ φυλὴ του νὰ ἐκτελέσῃ τὴν ἀπόφασιν διὰ τῆς βίας[21].

Όταν επρόκειτο να ληφθεί απόφαση για πόλεμο ή για ειρήνη, συγκεντρωνόταν και συνεδρίαζε στον Άη-Δονάτο το σύνολο των αρρένων Σουλιωτών. Οι αρχηγοί των 47 γενών συγκροτούσαν ένα είδος γερουσίας, που είχε νομοθετικές και δικαστικές αρμοδιότητες, ενώ δεκαμελές πολεμικό Συμβούλιο, με τους αρχηγούς από τις κυριότερες φάρες, περιστοίχιζε τον πολέμαρχο, αρχηγό της μεγαλύτερης φάρας, που συνήθως ήταν κάποιος από τους Τζαβελαίους ή τους Μποτσαραίους, χωρίς όμως να λάβει ποτέ θεσμοποιημένο χαρακτήρα, «ακόμη και σε εξαιρετικής κρισιμότητας εμπόλεμες περιόδους»[22].

«…οὔ­τε τέ­χνην, οὒ­τ’ ἐμ­πό­ριον με­τε­χει­ρί­ζε­το τὶς ἐξ αὐ­τῶν, τὸ μό­νον καὶ κύ­ριον ἐ­πάγ­γελ­μα των εἶ­ναι ἡ κτη­νο­τρο­φί­α. Ὅ­λη ἡ σπου­δὴ καὶ ἀ­φο­σί­ω­σίς των παι­δι­ό­θεν πε­ρι­στρέ­φε­ται ἐν τοῖς ὅ­πλοις, τὰ ὁ­ποῖα πε­ρι­πα­τοῦν­τες, κα­θή­με­νοι, τρώ­γον­τες καὶ κοι­μώ­με­νοι δὲν ἀ­με­λοῦσι[23].

Εντυπωσιακή είναι η σχετικά μικρή διαφοροποίηση μεταξύ των γενών, παρά τη διαφορά ισχύος μεταξύ τους, γεγονός που καταδεικνύεται μέχρι το τέλος από το ότι:

Η συνάθροιση των αρχηγών συνεχίζει να λειτουργεί ως διοικητικό – συντονιστικό όργανο, στο οποίο εξακολουθούν να γίνονται σεβαστές οι σχέσεις ισότητας που συγκροτούν τη δομή των σουλιώτικων γενών. Τα γένη, αυτοκέφαλα και αυτεξούσια, διατηρούν την αυτόνομη δομή τους και συμμετέχουν ισότιμα στη λήψη των αποφάσεων[24].

Βεβαίως, ο εκχρηματισμός των οικονομικών σχέσεων και η διαφοροποίηση της ισχύος ανάμεσα στα γένη αλλοιώνουν σε ένα βαθμό τα εξισωτικά και δημοκρατικά της χαρακτηριστικά – ορισμένα γένη, μάλιστα, θα συσσωρεύσουν σχετικά μεγάλη περιουσία, κυρίως σε ζώα και χρήμα. Ωστόσο, τα δημοκρατικά χαρακτηριστικά θα παραμείνουν κυρίαρχα μέχρι το τέλος, γεγονός στο οποίο συνέβαλε αποφασιστικά και ο αγωνιστικός-πολεμικός χαρακτήρας της Σουλιώτικης Ομοσπονδίας. Η Λουκία Πολίτη, από τη μελέτη των σουλιώτικων οικισμών, συμπεραίνει πως οι διαφοροποιήσεις μεταξύ των κτηρίων των σουλιώτικων σπιτιών είναι μάλλον πολύ μικρές και «η οικονομική και κοινωνική ανισότητα προδίδεται αθόρυβα μέσα από κάποια διαφοροποίηση στον όγκο και τη σύνθεση»[25].

Η ύπαρξη αυτής της ανυπότακτης κοινότητας, στην καρδιά της Ηπείρου, που έδειχνε τάσεις επέκτασης, ανησυχούσε τους Τούρκους και η Υψηλή Πύλη ήθελε οπωσδήποτε να καταστρέψει ή να κυριεύσει το Σούλι. Άρχισαν λοιπόν, από τα τέλη του 17ου αι., να γίνονται τακτικές και πολυπληθείς επιθέσεις των Τούρκων εναντίων των Σουλιωτών, οι οποίες αποκρούσθηκαν όλες και, κάποιες φορές, οι Σουλιώτες κατεδίωξαν τους Τούρκους μέχρι τα Γιάννενα.

Όσοι έγραψαν για τους αγώνες των Σουλιωτών πριν από τον πόλεμο του 1792, για τον οποίο έχουμε αναλυτική περιγραφή από τον Άγγλο Γ. Ήτον[26], στηρίχθηκαν στη μνήμη των γεροντότερων και στην προφορική παράδοση. Ο Π.Α. Σαλαπάντας απαριθμεί, πριν από τις συγκρούσεις με τον Αλή πασά, έξι αχρονολόγητες και δύο χρονολογημένες μεγάλες συγκρούσεις[27].

Μια πολύ μεγάλη επίθεση τακτικών οθωμανικών στρατευμάτων πραγματοποιήθηκε την τελευταία δεκαετία του 17ου αι. Δύναμη από 5.000 Οθωμανούς επιτέθηκε κατά των Σουλιωτών, αλλά αυτοί, με μερικές μόνο εκατοντάδες πολεμιστών, αντεπιτέθηκαν τη νύχτα και κατέστρεψαν το μεγαλύτερο μέρος του στρατού των Οθωμανών, «τρέποντας τους υπόλοιπους σε άτακτη φυγή».

Το 1721 ή το 1731, ο Πασάς των Ιωαννίνων, Χατζή Αχμέτ, αξιώνει υποταγή. Οι Σουλιώτες απαντούν ότι είναι και θα παραμείνουν ελεύθεροι, καμία δε δύναμη δεν μπορεί να τους μεταπείσει. Ο Πασάς συγκέντρωσε 8.000 σκληρούς μαχητές, στρατοπέδευσε στη Λάκκα και πολιόρκησε το Σούλι. Οι Σουλιώτες, 300 ως 500 πολεμιστές συνολικά, αντιστάθηκαν ακλόνητοι και, τη νύκτα, εφόρμησαν κατά των εχθρών και:

…εκ τούτων άλλους μεν κατέσφαξαν, άλλους επλήγωσαν, και άλλους εζώγρησαν. [ ] Όσοι δε τούτων ηδυνήθησαν να σωθώσι και να διαφύγωσι τα θανατηφόρα όπλα των τέκνων τούτων του Άρεως, έτρεχαν έντρομοι [ ] και πεφοβισμένοι έφθασαν εις Ιωάννινα»[28].

Κατά το 1754 (ή κατ’ άλλους το 1760), ο αρματολός Λάπας και ο σύντροφός του Τρίψας «επεκηρύχθησαν υπό της Πύλης». Οι πασάδες Μακεδονίας, Θεσσαλίας και Ιωαννίνων διατάχθηκαν να συλλάβουν «πάση θυσία τους αντάρτας ζώντας, ή νεκρούς». Ο κουμπάρος του Λάπα, Οθωμανός Σουλεϊμάν Τσαπάρης, έλαβε εντολή από τον πασά των Ιωαννίνων να τον φονεύσει, διαφορετικά η Πύλη θα σκότωνε τον ίδιο τον Τσαπάρη. Ο Τσαπάρης κάλεσε τον Λάπα και τον Τρίψα για να παραστούν δήθεν στους γάμους του υιού του, όπου συνελήφθησαν αμέσως, αλλά κάποιος συνοδός τους διέφυγε και ειδοποίησε τους Σουλιώτες, οι οποίοι αποφάσισαν να ελευθερώσουν τους δύο μελλοθάνατους. Γράφει ο Κασομούλης:

Νέος θερμός ο Γεώργιος Βότζιαρης, λαβών μετ’ αυτού πέντε Σουλιώτας, τρέχοντες να προκαταλάβουν αρμόδιον θέσιν και ευρόντες ως κατάλληλον την γέφυραν Μπουρλίσιας κειμένην μεταξύ Παραμυθιάς και Ιωαννίνων [ ] και πυροβολήσαντες προς όλους μαζί με τους Οθωμανούς [ ] εφόνευσαν και τον Τρίψαν, και αρπάσαντες τον Λάπαν τον έφερον ευθύς εις το Σούλι[29].

Έτσι, οι Σουλιώτες κηρύχθηκαν επισήμως «αποστάται πολέμου» και ο πασάς των Ιωαννίνων διατάχθηκε να εκστρατεύσει με μυστικότητα εναντίον τους, από φόβο μήπως οι Ενετοί συνδράμουν το Σούλι. Μία φάλαγγα από τα Ιωάννινα και μία άλλη από την Τσαμουριά, με 5.000 στρατιώτες η κάθε μία, επιτέθηκαν ξαφνικά στους Σουλιώτες, οι οποίοι αμύνθηκαν σθεναρά και αποσύρθηκαν στην Κιάφα, από όπου τη νύχτα αντεπετέθηκαν και αποδεκάτισαν τους εχθρούς των, καταδιώκοντάς τους και τρέποντάς τους σε φυγή.

Μετά την παταγώδη αποτυχία  του Μουσταφά Πασά, στρατός 8.000 μαχητικών Λιάπηδων και Δελβινιωτών, κάτω από τις διαταγές του ισχυρού Ντόστ Μπέη, επιτίθεται κατά των Σουλιωτών, πιθανά το 1759. Η αντίσταση των Σουλιωτών ανέτρεψε πλήρως την κατάσταση και κατεστράφη ολόκληρο το εκστρατευτικό Σώμα των Λιάπηδων, πριν προλάβει να υποχωρήσει.

Μετά από τρία χρόνια, ο Μαξούτ Αγάς Μουσελίμης, της Άρτας, αμφισβητώντας τα ανατολικά όρια των παρασουλιώτικων χωριών, επιτέθηκε κατά της Λακοπούλας, κοντά στο Λέλοβο (Θεσπρωτικό), με μία δύναμη 6.000 στρατιωτών. Κατανικήθηκε κι αυτός με τη σειρά του και κυνηγήθηκε μέχρι την Άρτα.


[1] Ο Χριστόφορος Περραιβός, στην τρίτη έκδοση του βιβλίου του, Ιστορία του Σουλλίου και Πάργας, γράφει: «… ὅθεν καθ’ ὅλας αὐτὰς τὰς διηγήσεις, ἡ χρονολογία τοῦ  Σουλλίου πιθανὸν νὰ μὴν ὑπερβαίνῃ τὰ διακόσια πεντήκοντα ἔτη». [Αθήνα 1857 σ. 14]. Πρέπει, επομένως, το Σούλι να πρωτοκατοικήθηκε γύρω στα 1600.

[2] Βλ. Β. Ψιμούλη, Σούλι…, ό.π., σ. 89.

[3] Βέρα Μουταφτσίεβα, Αγροτικές σχέσεις στην Οθωμανική Αυ-τοκρατορία (15ος – 16ος αιώνας), Εκδ. Πορεία, Αθήνα 1990, σ. 290.

[4] Αναζούλι (nüzul): Μορφή φόρου που επιβλήθηκε εκείνη την εποχή και αφορούσε την υποχρέωση των ραγιάδων να προσκομίζουν τα αναγκαία τρόφιμα στο στράτευμα που περνούσε από μία περιοχή.

[5] Κωνσταντίνος Δ. Μέρτζιος «Η επανάστασις Διονυσίου του Φιλοσόφου», H.X., 13 (1938), σσ. 84-85 Χρυσόστομος Παπαδόπουλος, «Ο Λαρίσσσης-Τρίκκης Διονύσιος Β΄ ο “Φιλόσοφος” ο χλευαστικώς αποκληθείς “σκυλόσοφος”, Ηπειρωτικά Χρονικά, τ. 6, 1933.

[6] Κ. Μέρτζιος, «Η επανάστασις Διονυσίου…», ό.π., σ. 86.

[7] Κ. Μέρτζιος, «Το εν Βενετία Κρατικόν Αρχείον»,H.X., 15 (1940), σσ. 42, 44.

[8] I. Λαμπρίδης, Ηπειρωτικά Μελετήματα, τεύχη 3 και 10, Αθήνα 1888-1890, επανέκδ. 1971.

[9] Χρ. Περραιβός, Ιστορία του Σουλλίου και Πάργας, Γ΄ έκδ., Αθήνα 1857, σσ. 17-18.

[10]. Βλ. Γκριγκόρι Αρς, Η Αλβανία και η Ήπειρος στα τέλη του ΙΗ΄ και στις αρχές του ΙΘ΄ αιώνα, Gutenberg, Αθήνα 1994, σ. 143, σημ. 24.

[11] Η Β. Ψιμούλη, επειδή ίσως και αυτή θεώρησε το ποσό χαμηλό και αταίριαστο με το σχήμα της βαριάς φορολόγησης των παρασουλιώτικων χωριών, που θα ενίσχυε τις απόψεις της, το… δωδεκαπλασίασε και το μετέβαλε σε μηνιαία καταβολή: «Κατά τον Γ. Λ. Αρς, ο οποίος αντλεί πληροφορίες από τα ρωσικά αρχεία, ο μηνιαίος φόρος τον οποίο πλήρωνε στους Σουλιώτες ο πέριξ πληθυσμός ανερχόταν σε 2.500 πιάστρα (Γ. Λ. Αρς, σ. 141, σημ. 24)». [Β. Ψιμούλη, σσ. 250, 237] Όμως, ανατρέχοντας στη σχετική σημείωση του Αρς, δύο σελίδες μετά από την αναφερόμενη από την Ψ. σελίδα, διαβάζουμε: «Το 1788, σύμφωνα με ορισμένα στοιχεία, ο χρηματικός φόρος που εισέπρατταν έφτανε τις 2.500 πιάστρα» [Αρς, ό.π., σ. 143.] Θα πρέπει να ομολογήσω πως, αρχικώς, δεν είχα δώσει ιδιαίτερη προσοχή στην προσθήκη «μηνιαίος». Ωστόσο, επειδή είχα εξ αρχής θεωρήσει πολύ παράδοξη την αναφορά σε μηνιαία φορολόγηση –ως εάν επρόκειτο για μηνιαία μίσθωση διαμερίσματος–, τη σημείωσα για να την ελέγξω επιγενέστερα. Και αφού πλέον είχα γίνει σοφότερος από τις συστηματικές αποσιωπήσεις και παραποιήσεις στοιχείων –όπως θα διαπιστώσει και ο αναγνώστης στη συνέχεια–, δυσπιστώντας πλέον σε αναφορές και παραπομπές, έλεγξα και τη συγκεκριμμένη, και όπως ήταν αναμενόμενο, διαπίστωσα ότι αναφερόταν στο έτος 1788 και όχι βέβαια σε μηνιαία καταβολή.

[12] Βλ. I. Λαμπρίδης, Ηπειρωτικά Μελετήματα, ό.π., τχ. 10, σσ. 23-25.

[13] Πέτρος Φουρίκης, «Πόθεν το όνομα Σούλι». Ημερολόγιον Μεγάλης Ελλάδος, 1922, σ. 417.

[14] Ι. Λαμπρίδης, 1971, Ηπειρωτικά Μελετήματα, ό.π., τχ. 3, σ. 22.

[15] Γιάννης Μπενέκος, Οι αληθινοί Σουλιώτες, Αθήνα 1956, Β΄ εκδ., Βότσης, Αθήνα 1981, σ. 56.

[16] Πέτρος Φουρίκης. «Πόθεν το όνομα…», ό.π., σσ. 404-406.

[17] Ι. Λαμπρίδης, Ηπειρωτικά…, ό.π., τχ. 10, σσ. 20-21.

[18] Ε. Γ. Πρωτοψάλτης, Σούλι, Σουλιώται, ΒΗΕΑ αρ. 53, Αθήνα 1984, σ. 7.

[19] Ε. Γ. Πρωτοψάλτης, Σούλι, Σουλιώται…, ό.π., σσ. 15, 21-22.

[20] Χρ. Περραιβός, Ιστορία…, ό.π., 1857, σ. 17.

[21] Χρ. Περαιβός, Ιστορία …, ό.π., 1857, σ. 15.

[22] Β. Ψιμούλη, ό.π., σ. 295.

[23] Χρ. Περραιβός, Ιστορία …, ό.π., 1857, σ. 15.

[24] Β. Ψιμούλη, ό.π., σ. 295.

[25] Λουκία  Δ. Πολίτη, Το Σούλι της Ηπείρου: οι οικισμοί και η ιστορία τους, Αθήνα, 1992, σ. 180.

[26] W. Eton, A survey of the Turkish empire, Λονδίνο 41809, σσ. 361-378.

[27] Π. Α. Σαλαπάντας, Το Σούλι, ήτοι τα ηρωϊκά θαύματα των Σουλιωτών και Σουλιωτιδών, Αθήνα 1860, σσ. 14-16.

[28] Βλ. Λάμπρος Κουτσονίκας, Γενική ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, τ. Α΄, Αθήνα 1863, σ. 9.

[29] Ν. Κασομούλη, Ενθυμήματα Στρατιωτικά της επαναστάσεως των Ελλήνων 1821-1833. Προτάσσεται ιστορία του αρματωλισμού, τ. 1ος, Αθήνα 1939, σσ. 23-24.

ΣΧΕΤΙΚΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ