Αρχική » Ο Κολοκοτρώνης θεωρητικός και πρακτικός του ανταρτοπολέμου. Καποδίστριας-Μαυροκορδάτος –  η σύγκρουση (Γ΄ μέρος)

Ο Κολοκοτρώνης θεωρητικός και πρακτικός του ανταρτοπολέμου. Καποδίστριας-Μαυροκορδάτος –  η σύγκρουση (Γ΄ μέρος)

από Γιώργος Καραμπελιάς

Απόσπασμα από το υπό έκδοση βιβλίο του Γιώργου Καραμπελιά Καποδίστριας – Μαυροκορδάτος: Η σύγκρουση. (Δύο ανταγωνιστικές εκδοχές του εκσυγχρονισμού)

Την άνοιξη του 1825 μπροστά στις πρώτες ήττες των Ελλήνων από τον οργανωμένο τακτικό στρατό του Ιμπραήμ που διοικούνταν από Γάλλους αξιωματικούς, ο Μαυροκορδάτος επέμενε στην ανάγκη μίσθωσης 8.000 Ευρωπαίων και Αμερικανών στρατιωτών, συνάπτοντας νέα δάνεια· παράλληλα πρότεινε την αναδιοργάνωση του μικρού τακτικού σώματος αλλά και τον άμεσο μετασχηματισμό των ατάκτων σωμάτων σε τακτικά[1]. Ασκήθηκε μάλιστα ισχυρή πίεση στον Κολοκοτρώνη από τον Μαυροκορδάτο και τον Κουντουριώτη, να θέσει σε εφαρμογή αυτό τον σχεδιασμό – κάτι που βέβαια ο Κολοκοτρώνης απέρριψε, ενώ το ίδιο έκανε ο Καραϊσκάκης και ο Κωλέττης, επίσης μέλος του Εκτελεστικού[2].

Βέβαια πολλοί οπλαρχηγοί, ανάμεσά τους και ο Κολοκοτρώνης, πίστευαν πως είχε φθάσει η στιγμή για την ενίσχυση των τακτικών σωμάτων, υιοθετώντας  τις απόψεις που υποστήριζε ο Ιταλός φιλέλληνας Rosarol, υποστράτηγος του στρατού του Murat στην Ιταλία. Πρότειναν δηλαδή τη  σταδιακή μετάβαση  προς την «τακτικοποίηση» των ελληνικών σωμάτων, διατηρώντας όμως την περιφερειακή τους οργάνωση· απέστειλαν μάλιστα λεπτομερές σχέδιο στη Διοίκηση τον Νοέμβριο του 1825[3]. Όμως και στο ζήτημα αυτό συνάντησαν την αντίδραση του Μαυροκορδάτου, ο οποίος ήθελε την άμεση δημιουργία ενός ενιαίου τακτικού στρατού ώστε «να εξουθενώσει τη δύναμη των τοπικών κατά παράδοση στρατιωτικών παραγόντων»[4].

Και πάντως στη δεδομένη συγκυρία ακόμα και αυτά τα σχέδια ήταν ανεφάρμοστα· ο Κολοκοτρώνης και ο Καραϊσκάκης ήταν πεπεισμένοι πως μόνο με συστηματικό ανταρτοπόλεμο μπορούσαν να αντιμετωπιστούν οι συντριπτικά υπέρτερες δυνάμεις των τουρκικών και αιγυπτιακών στρατευμάτων και όχι βέβαια με έναν τρόπο διεξαγωγής των πολεμικών επιχειρήσεων, που δεν ανταποκρινόταν ούτε στην παράδοση, ούτε στην εμπειρία των ελληνικών επαναστατικών δυνάμεων. Ιδιαίτερα μετά τις ήττες των Ελλήνων από τον Ιμπραήμ στις μεγάλες μάχες, τόσο στην αρχή στο Κρεμμύδι, όσο και στα Τρίκορφα με τον ίδιο τον Κολοκοτρώνη,  στις 24 Ιουνίου 1825, διαμορφώνεται και μια συνοπτική «θεωρία του ανταρτοπολέμου» από τον ίδιο τον Έλληνα αρχιστράτηγο. Ο Απόστολος Βακαλόπουλος σημειώνει πως «ο Κολοκοτρώνης γίνεται ο πρώτος και μόνος Έλληνας στρατηγός, που διατυπώνει τις θεωρητικές αρχές του  κλεφτοπολέμου και τις εφαρμόζει στην πράξη»[5]. Ο γραμματέας του στρατηγού, Μιχάλης Οικονόμου παραθέτει στα Ιστορικά του, το σκεπτικό και τις σχετικές οδηγίες του, οι οποίες εκπλήσσουν για την εγγύτητά τους τους με τις θεωρητικές επιταγές του Μάο τσε-τουνγκ για τον ανταρτοπόλεμο:

… Τὴν δυνατὴν ἐκείνην μηχανὴν τὴν κατέχει ὁ Ἰμπραήμης, ἡμεῖς δὲ δὲν ἔχομεν τίποτε δυνάμενον νὰ (τὴν) ἀναχαιτίσῃ [ ]. Ἀνάγκη λοιπὸν νὰ μὴ [ ] ἐρχόμεθα εἰς μάχας ἐκ τοῦ συστάδην μὲ τὸν Ἰμπραΐμην ὅταν ἐκεῖνος εἶναι πολὺς καὶ ἐμεῖς ὀλίγοι· εἰ μὴ ὅταν οἱ ἐκείνου εἶναι ὀλίγοι ἡ ὀλίγῳ πλειότεροι ἢ ἴσοι καὶ ὁ τόπος μᾶς βοηθεῖ… νὰ τὸν προσέχωμεν ἀλλὰ καὶ νὰ μὴν τὸν ἀφήνωμεν ποτὲ ἥσυχον, νὰ τὸν βλάπτωμεν πάντοτε καὶ ἂς εἶναι καὶ μικραὶ αἱ βλάβαι… νὰ τὸν ἀφήνωμεν νὰ τρέχη ἕως ὅτου ἀπαυδήσει καὶ νὰ ματαιώνωμεν ὅ,τι ἂν νομίζει ὅτι κατορθώνει.

Ἀνάγκη ὅμως νὰ ἀντιτάττωμεν εἰς αὐτὸν [ ] ὅ,τι μᾶς ἔδωκεν ὁ θεὸς καὶ ἔχομεν, ταχύτητα εἰς τὴν ταχύτηταν του, ἐπιμονὴν εἰς τὴν ἐπιμονήν του, ἀγρυπνίαν εἰς τὴν ἀγρυπνίαν του [ ]. Ὑποχώρησιν ἔγκαιρον εἰς τὰς ἀκαθέκτους ὁρμάς του [ ] προσκόμματα παρεμβάλλοντες ἔμπροσθεν εἰς τὰς προσθοπορείας του καὶ παγίδας εἰς τὰς οὐραγίας του, ἐκ πλαγίου, δεξιὰ καὶ ἀριστερά, νυκτὸς καὶ ἡμέρας, ἐνέδρες, κλοπές, δόλους· νὰ μ’ εὐρίσκη εἰ δυνατὸν πάντοτε πλησίον του χωρὶς νὰ μὲ βλέπη· καταστροφὴν καὶ ματαίωσιν εἰς ὅσα κατορθοῖ ἢ νομίζει ὅτι κατώρθωσε… ἕως οὗ κουρασθη, ἀποκάμη καὶ ἀπελπισθῇ. [6]

Ο Κολοκοτρώνης κοινοποιεί σε όλους αυτές τις θεωρητικές αρχές  και τις ακολουθεί με συνέπεια ως το τέλος του πολέμου. Είναι η πρώτη φορά που διεξάγεται ο κλεφτοπόλεμος με συστηματικό τρόπο, αποβλέποντας στην αδιάκοπη φθορά του εχθρού.  Νύχτα και μέρα μέσα από βράχια, σπήλαια, δάση «ξεπηδούν και ξεχύνονται ξαφνικά και ορμητικά οι κακοντυμένοι Έλληνες χωριάτες, χτυπούν τις εχθρικές φάλαγγες [ ] και φεύγουν αμέσως έπειτα και εξαφανίζονται»[7]. Ο Αμερικανός φιλέλληνας Χάου (Samuel Griedley Howe) σκιαγραφεί τους Έλληνες πολεμιστές συγκρίνοντάς τους με τους Ινδιάνους της Αμερικής: «Είναι αμαθείς… αλλά είναι εκ φύσεως πολύ έξυπνοι και πονηροί, ζωηροί σαν τις γίδες στα βουνά και ανδρείοι, αν τους αφήσεις να πολεμήσουν με τον δικό τους τρόπο, που μοιάζει με τον τρόπο των δικών μας Ερυθροδέρμων, πολεμώντας πίσω από βράχους και δένδρα»[8].

Η τακτική του παρατεταμένου ανταρτοπόλεμου, θα φέρει σύντομα εντυπωσιακά αποτελέσματα. Ο στρατός του Ιμπραήμ από τις 24.000 άνδρες που είχαν αποβιβαστεί συνολικά στο Μοριά, μέχρι την άνοιξη του 1826  είχε αποδεκατιστεί και δεν ξεπερνούσε τις 6-8.000 άνδρες[9].

Η αποκαρδίωση του Αιγυπτιακού στρατού, σε συνδυασμό με την εξάντληση των οικονομικών πόρων του Μεχμέτ Αλή οδηγεί μάλλον σε αδιέξοδο την πελοποννησιακή του εκστρατεία. Γεγονός που συνειδητοποιείται προοδευτικά, από τους Έλληνες που αναθαρρούν – διαβάζουμε μάλιστα σε επιστολή της Διοικητικής Επιτροπής  προς τον Ιγνάτιο στην Πίζα, στις 12 Αυγούστου 1826: «Ο Ιμπραΐμης… ευρίσκεται εις μεγάλην αδυναμίαν. Οι  Έλληνες άρχισαν να εμψυχώνονται ολίγον κατ’ ολίγον και να τον φθείρουν με ακροβολισμούς, ώστε εάν δεν του έλθη καμία επικουρία από την Αίγυπτο δεν μένει καμία αμφιβολία, ότι όχι μόνον δεν θέλει επιτύχει του ολεθρίου σκοπού του, αλλά και θέλει εξολοθρευθή διόλου»[10].  

Συναφώς, όταν οι τρεις Δυνάμεις θα συντρίψουν τον Οκτώβριο του 1827 τον τουρκοαιγυπτιακό στόλο στο Ναυαρίνο, ο πόλεμος στην Πελοπόννησο είχε ήδη κριθεί εν πολλοίς, υπέρ των επαναστατικών δυνάμεων. Εξαιτίας της φύσης  του ανταρτοπολεμου, δεν πραγματοποιούνται θεαματικές  νίκες σε μάχες μεγάλης κλίμακας – εκτός από τη μάχη της Βέργας, όπου 5.000 Μανιάτες και άλλοι Μοραΐτες συνέτριψαν τον στρατό του Ιμπραήμ–, των Μύλων ή του Κότρωνα. Κατά συνέπεια, στην ιστοριογραφία δεν τονίζεται επαρκώς το γεγονός ότι  ο Ιμπραήμ το καλοκαίρι του 1827 έχανε ήδη τον πόλεμο· ο Édouard Driault, αναδιφώντας τη διπλωματική αλληλογραφία των προξένων της Γαλλίας στην Αίγυπτο και την Κρήτη, τονίζει πως τόσο είχαν εξαντληθεί οι οικονομικοί πόροι και οι στρατιωτικές δυνάμεις του Μεχμέτ Αλή, ώστε δεν θα ήταν δυνατόν να ανθέξει για πολύ στη συνέχιση του πολέμου[11]. Και η υποτίμηση, του ανταρτοπολέμου, υπογραμμίζει ο Βακαλόπουλος, αφορούσε κάποτε και τους ίδιους τους επαναστατημένους Έλληνες που δεν συνειδητοποιούσαν πλήρως τις συνέπειες του στο ηθικό και την στρατιωτική ετοιμότητα του αντιπάλου τους[12]· στην ιστορική μνήμη έχει μείνει μάλλον το «φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους» του Κολοκοτρώνη –που αποτελούσε μια παράμετρο του ανταρτοπολέμου– και όχι η συνολική στρατιωτική του αποτελεσματικότητα. Έτσι μπόρεσε, τα τελευταία χρόνια, να εμπεδωθεί, σε ένα μέρος των ιστοριογραφούντων, ο μύθος πως το Ναυαρίνο, αποκλειστικά, διέσωσε μια επανάσταση που έπνεε τα λοίσθια. Στην πραγματικότητα οι Δυνάμεις παρενέβησαν ένοπλα, ακριβώς διότι είχαν πειστεί πως αυτή παρέμενε ζωντανή, –όπως το διεπίστωναν και από τις πολυάριθμες εκθέσεις διπλωματών και πρακτόρων– και ικανή να συνεχίσει να μάχεται. Η επέμβασή τους, σε αυτή τη φάση του αγώνα, υπήρξε προφανώς αποφασιστική, διότι επέτρεψε την επιτάχυνση της ολοκλήρωσης των εχθροπραξιών, εμπλέκοντας τις Δυνάμεις και τη διεθνή κοινότητα στη λύση του «ελληνικού προβλήματος», όμως δεν πραγματοποιήθηκε εν κενώ.


[1] Αρχεία Ελληνικής Παλιγγενεσίας, τ. 7, σσ. 221-222, 236, 239, 269-270, 272-273, 275, 461-463· Βλ. Δημήτρης Τζάκης, Η μεταστροφή του Καραϊσκάκη: Από τον κλεφταρματολό στον επαναστάτη, Εκδόσεις ΕΑΠ, Αθήνα 2021, σσ.  220-221.

[2] · Βλ. Δ. Τζάκης  Η μεταστροφή του Καραϊσκάκη, σσ.  221-222.

[3] Φωτάκος Απομν. τ 2, σσ. 59-62. Βακαλόπουλος ΙΝΕ, τ. ζ¨ σσ. 317-320.

[4] Βακαλόπουλος ΙΝΕ, τ. Ζ΄ σ. 323.

[5] Βακαλόπουλος ΙΝΕ, τ. Ζ΄, σ. 269.

[6] Μιχαήλ Γεωργίου Οικονόμου,. Ιστορικά της Ελληνικής Παλιγγενεσίας ή ο ιερός των Ελλήνων αγών. Εν Αθήναις: 1873) σσ. 537-539. 

[7] Βακαλόπουλος ΙΝΕ, τ. Ζ΄, σ. 266.

[8] Θάνος Βαγενάς, Ευρυδίκη Δημητρακοπούλου,  Αμερικανοί Φιλέλληνες, Εθελοντές στο Εικοσιένα,  Αθήνα 1949, σσ. 75-76.

[9] Βλ. Charles.M. Deval, Deux Années à Constantinople et en Morée (1825-1826) Παρίσι 1828, σ, 191

[10] Εμμ. Πρωτοψάλτης, Ιγνάτιος, μητροπολίτης Ουγγροβλαχίας 1766-1828, ΜΕΙ, Ι, ΙΙ, ΑΑ, 1959-1961, 2, σ. 236.

[11] Édouard Driault,  L’Expédition de Crète et de Morée (1823-1828) : correspondance des consuls de France en Égypte et en Crète. Imprimerie de l’Institut français d’ archéologie orientale, Κάϊρο 1930 σσ. 265-266.

[12] Βaκαλόπουλος, Ζ΄ σ. 590.

ΣΧΕΤΙΚΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ