Αρχική » Η δολοφονία του Καποδίστρια, Καποδίστριας-Μαυροκορδάτος – H Σύγκρουση, Δ΄ μέρος

Η δολοφονία του Καποδίστρια, Καποδίστριας-Μαυροκορδάτος – H Σύγκρουση, Δ΄ μέρος

από Γιώργος Καραμπελιάς

Απόσπασμα από το υπό έκδοση βιβλίο του Γιώργου Καραμπελιά Καποδίστριας – Μαυροκορδάτος: Η σύγκρουση. (Δύο ανταγωνιστικές εκδοχές του εκσυγχρονισμού)

Ο Καποδίστριας, δεν γνώριζε προσωπικά τον «Μπέη της Μάνης», τον Πετρόμπεη και τους λοιπούς Μαυρομιχαλαίους, παρότι είχε ανταλλάξει επιστολές με τον μπέη το 1820 με αντικείμενο τη Φιλική Εταιρεία, ενώ το 1824 είχε δεχθεί την έκκληση να έλθει στην Ελλάδα την οποία είχε συνυπογράψει ο Πετρόμπεης μαζί με άλλους στρατιωτικούς και πολιτικούς παράγοντες. Ωστόσο όταν θα έλθει στη χώρα ως κυβερνήτης, θα υποχρεωθεί να αφιερώσει μεγάλο μέρος των προσπαθειών του στη Μάνη και τους Μαυρομιχαλαίους, οι οποίοι θα αποτελέσουν μια μόνιμη εστία αντιπολιτευτικών ενεργειών.

Ο Πετρόμπεης, από τη στιγμή που ο Κυβερνήτης έφθασε στην Ελλάδα άρχισε να ζητά επίμονα «ἐξοικονόμησιν», ως  αποζημίωση, καθώς με την Επανάσταση η οικογένεια είχε στερηθεί τα περισσότερα εισοδήματα της και βρισκόταν χωρίς κτηματική  περιουσία. Τα μέλη  της  οικογένειας,  στο  Ναύπλιο  και  τη  Μάνη,  έφθαναν  το  1830 τα 70 άτομα ενώ είχαν και 67 υπηρέτες.  Η  οικογένειά είχε θυσιάσει πάνω από 40 μέλη, κατά τη διάρκεια του Αγώνα – ο ίδιος ο Μπέης είχε χάσει δύο γιους, τον πρωτότοκό Ηλία και τον Ιωάννη, καθώς και τον αδερφό του Κυριακούλη· ήλπιζε λοιπόν να αναγνωριστούν από τον Κυβερνήτη οι θυσίες της οικογένειάς του και να ανταμειφθούν με κάποιον τρόπο τα μέλη της, ενώ ο ίδιος θα αναλάμβανε και πάλι υψηλά και τιμητικά αξιώματα στην ελεύθερη Ελλάδα.

Σύμφωνα με τον Χρήστο Λούκο ο Καποδίστριας προσπάθησε ειλικρινά  να  προστατεύσει  την  υπόληψη των  Μαυρομιχαλαίων[1],  αλλά τα χρήματα που τους παραχώρησε ήταν πολύ λίγα για να καλύψουν τις απαιτήσεις τους και στις  αρχές του 1829 η οικογένεια είχε περιέλθει  σε  αδιέξοδο:  Ό  Γεώργιος  και  ό  Ηλίας  ήταν ένοχοι  για  απόπειρα  φόνου,  ό  ‘Ιωάννης  βρισκόταν  υπό κράτηση, για πειρατεία, ο  Αναστάσιος  ήταν χρεώστης του Δημόσιου  Ταμείου,  ό Γεώργιος είχε  καταχραστεί  μεγάλη ποσότητα δημοσίου χρήματος ενώ παράλληλα τους πίεζαν και οι δανειστές[2].

Πάντως, κατά την   Δ’  Εθνοσυνέλευση  (Ιούλιος  – Αύγουστος  1829)  αναγνωρίστηκαν οι  θυσίες  της  οικογένειας  και ο  Πετρόμπεης  έγινε δεκτός ως μέλος της  Γερουσίας.  Μερικούς μήνες μετά, όμως, μετά  το Πάσχα του 1830, εξελίσσεται μια ανταρσία διαρκείας με αίτημα τη μη καταβολή φόρων, λόγω απόλυτης ένδειας των κατοίκων. Ο δε μισητός επτανήσιος διοικητής  και καποδιστριακός γερουσιαστής Γενοβέλης έριχνε λάδι στη φωτιά  και ήθελε ακόμα και να γκρεμίσει τους μανιάτικους πύργους, μέχρις ότου, καθυστερημένα, αντικατασταθεί.

Μετά από πολλά επεισόδια και συγκρούσεις συνελήφθη ο ίδιος ο Πετρόμπεης και φυλακίστηκε στο Ναύπλιο χωρίς δίκη[3]  ενώ ως απάντηση δύο  χιλιάδες Μανιάτες στα τέλη Μαΐου – αρχές Ιουνίου 1830 λεηλάτησαν την αγροτική παραγωγή του  Έλους  και  της  Μονεμβασίας.  Και παρότι ο Κυβερνήτης απέφευγε  δυναμικές  λύσεις, ο  Πετρόμπεης  επιβιβάστηκε  κρυφά στο σκάφος του  Άγγλου Τόμας Γκόρντον, για να συλληφθεί και πάλι και να μεταφερθεί εκ νέου  στην Ακροναυπλία, τον Φεβρουάριο του  1831.  Και παρότι ο  Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλης  είχε προτείνει συμβιβασμό, ο  Κατσάκος, ανεψιός του Πετρόμπεη  μαζί με τον ληστή Μπόγρη, συγκρότησαν στρατιωτικό σώμα με την εικόνα  του  Λυκούργου  και  του  Λεωνίδα  στο  λάβαρό  τους, ενώ στις  24  Απριλίου  1831 σε μαζική συνέλευση  εξελέγη και μια «Συνταγματική  Επιτροπή  τής  Σπάρτης».

 Οι στασιαστές  συνδέθηκαν παράλληλα με την υπόλοιπη αντιπολίτευση, τους  Υδραίους, αρκετούς Πελοποννησίους προύχοντες και ορισμένους λόγιους, όπως ο Θεόκλητος Φαρμακίδης, που τους προέτρεπαν  να αγωνιστούν  για  «τὰ καταπατούμενα δίκαια τοῦ ἔθνους καὶ τὰ ἐδικά»  τους[4]· παράλληλα δε θα ζητήσουν προστασία από τους «Φιλελεύθερους Γάλλους» και πολεμοφόδια από την Ύδρα.

Την ίδια στιγμή είχε  στασιάσει  ο  Τσάμης  Καρατάσος στη  Στερεά  Ελλάδα, ενώ η Ύδρα δεν  υπάκουε  πλέον  στις  κυβερνητικές  εντολές. 

Τον  Μάιο – Ιούλιο  1831  καταβλήθηκε  προσπάθεια  για  την  επίτευξη συμβιβασμού  και  ο  Καποδίστριας συμφώνησε με την εγκατάσταση του Γεωργίου Μαυρομιχάλη με την οικογένειά του στο Ναύπλιο, όπου  μεταφέρθηκε  και  ο Κωσταντίνος  Μαυρομιχάλης. Ο  Κυβερνήτης ήταν  διατεθειμένος  να  ακυρώσει κάθε δίωξη των Μαυρομιχαλαίων, αν  αυτοί ζητούσαν συγγνώμη  και  αποχωρούσαν  από  τη Μάνη. Και ενώ οι  Γεώργιος  και  Κων. Μαυρομιχάλης, ετοιμάζονταν να  μεταβούν στη Μάνη, μαζί με τον Γεώργιο Αινιάν, για να πείσουν την οικογένεια  να μεταφερθεί στο Ναύπλιο, έγινε η κατάληψη του  ναυστάθμου  του  Πόρου  από τους Υδραίους και η μετάβαση στη Μάνη αναβλήθηκε.

Την ίδια στιγμή το  υδραίικο  μπρίκι  «Απόλλων» θα καταλάβει τρία εθνικά πλοία και από κοινού θα καταπλεύσουν στο Λιμένι. Με την κάλυψη τους οι  Μανιάτες, στις 2 και 3 Σεπτεμβρίου 1831 πραγματοποίησαν εισβολή στην Καλαμάτα, την οποία  και λεηλάτησαν. Οι γαλλικές δυνάμεις, που εστάλησαν  χωρίς  να  έχει ειδοποιηθεί  η  Κυβέρνηση, έθεσαν τέλος  στη λεηλασία αλλά ο νέος επικεφαλής του γαλλικού εκστρατευτικού σώματος,  στρατηγός Charles Guéhéneuc, ιδιαίτερα εχθρικός προς τον Καποδίστρια, αρνήθηκε να παραδώσει την πόλη στα κυβερνητικά στρατεύματα. Τελικώς ο Κολοκοτρώνης θα καταφθάσει στην περιοχή, ενώ ο Ρώσος ναύαρχος  Ricord συνέλαβε δύο από τα  αντικυβερνητικά σκάφη και τα άλλα  δύο  καταστράφηκαν από  τους  ίδιους  τους  Υδραίους.

Τότε και καθώς η αντιπολίτευση έμοιαζε μάλλον να έχει ηττηθεί, ο ναύαρχος Ρίκορντ θα αναλάβει να  μεσολαβήσει  συμβιβαστικά: Να συναντηθούν στο Ναύπλιο, παρουσία του, ο Πετρόμπεης και ο Καποδίστριας – ο μπέης να αναγνωρίσει τα λάθη του και ο Κυβερνήτης να τον συγχωρήσει.  Ο γενάρχης της μανιάτικης οικογένειας αποφυλακίστηκε  και οδηγήθηκε  στην ναυαρχίδα του Πιοτρ Ρίκορντ εν αναμονή της συνάντησης στο γραφείο του Κυβερνήτη. Όμως ο τελευταίος ακύρωσε στη συνάντηση,  εξοργισμένος από ένα δηλητηριώδες αντικαποδιστριακό  άρθρο της συντηρητικής αγγλικής εφημερίδας The Courier (Ο Ταχυδρόμος) –το οποίο υποστήριζε ότι κατεδίωκε τους Μαυρομιχάληδες–  και διέταξε να  οδηγηθεί  και  πάλι ο Πέτρος Μαυρομιχάλης στο Iτς Καλέ (Ακροναυπλία). 

Η εφημερίδα της συντηρητικής αγγλικής ελίτ, τόνιζε πώς «Αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν ἡ Ἑλλὰς εἶναι μηδὲν, δύναται ὅμως ν’ ἀποβῇ σπουδαιοτάτη μετατρεπομένη εἰς ὄνυχα τοῦ ρώσου ἀετοῦ». Ακολουθούσε δε μια ζοφερή περιγραφή «τοῦ ἐκρυθμοτάτου ἐκείνου καὶ ἀντεθνικοτάτου δεσποτισμοῦ» όπου οι ικανότεροι άνδρες είχαν εξοριστεί «καὶ σμῆνος παρασίτων Ἰονίων εἶχε κατακλύσει τὴν χώραν». Παράλληλα δε «αἱ ραδιουργίαι κατὰ τοῦ πρίγκιπας Λεοπόλδου καὶ ἡ καταδίωξη τῆς οἰκογενείας Μαυρομιχάλη συνεπλήρουν τὴν εἰκόνα τοῦ Ρώσσου δορυφόρου»[5].

Αυτό το άρθρο δημοσιεύτηκε στις 3 Σεπτεμβρίου (22 Αυγούστου με το Ιουλιανό ημερολόγιο), τη ίδια στιγμή που κορυφώνεται η σύγκρουση με την αντιπολίτευση· προκάλεσε δε μεγάλο θόρυβο στην Ευρώπη και την Ελλάδα καθώς ισχυριζόταν, «ὅτι ἡ ἀποστολὴ τοῦ κυβερνήτου Ἰωάννη Καποδιστρίου ἀπέτυχε».

Η αγγλική εφημερίδα, που έφθασε στα χέρια του κυβερνήτη την ημέρα της συνάντησης με τον Πετρόμπεη, «συνετάραξε» γράφει ο Μέντελσον Μπαρτόλντυ «τὸν ἀπὸ τῶν συμβάντων τοῦ Πόρου κατηγανακτισμένον Κυβερνήτην»  και όταν έφθασε ο Ρίκορντ  μαζί με τον Μανιάτη Μπέη  «ὁ Καποδίστριας ἀπεποιήθη νὰ τὸν δεχθῇ…»

Φρενιασμένος ο γηραιός Μανιάτης παρακάλεσε τη φρουρά που τον οδηγούσε στη φυλακή να περάσει μπροστά από σπίτι όπου κατοικούσαν ο γιος και ο αδελφός του: «”Γειά σας, παιδιά!” ἐφώναξεν, ὅταν ἔστη ὑπὸ τὸ παράθυρόν των, ἡ δὲ φωνή του ἔτρεμεν ἐξ ὀργῆς καὶ ἀγανακτήσεως. “Τὸ βλέπετε!”».[6]

Αμέσως μετά, το πρωί της 27ης Σεπτεμβρίου 1831, ο Ιωάννης Καποδίστριας θα  δολοφονηθεί από τους δύο Μαυρομιχαλαίους στην είσοδο του ναού του Αγίου Σπυρίδωνα στο Ναύπλιο – τα δε σχέδιά τους ήταν γνωστά και στους δύο εντεταλμένους για τη  φύλαξή τους, τον Ανδρέα Γεωργίου και τον Ιωάννη Καραγιάννη. Ο Κωνσταντίνος, αδελφός του Πετρόμπεη, αφού πυροβόλησε τον Κυβερνήτη, τραυματίστηκε από τον συνοδό του, τον μονόχειρα Κρητικό, Γεώργιο Κοζώνη ενώ εν συνεχεία λιντσαρίστηκε από το συγκεντρωμένο πλήθος. Ο Γιωργάκης Μαυρομιχάλης, που είχε αποτελειώσει τον Καποδίστρια με δύο μαχαιριές, κατέφυγε μαζί με τους φρουρούς/συνεργούς του στη γαλλική αντιπροσωπεία  την οποία περικύκλωσε το πλήθος, απειλώντας να εισβάλει σε αυτή και ο Γάλλος αντιπρέσβης Ρουάν τον παρέδωσε μόλις το βράδυ[7]. «Αὐτὴ ἡ φαμελιὰ εἶναι μιὰ φαμελιὰ ὁποὺ ἔχυσε πολὺ αἷμα διὰ τὴν ἐλευθερίαν μας, ἀλλ᾿ εἶναι φαμίλια ὁποὺ ἔκλινε εἰς τὲς δολοφονίες»[8], σημειώνει επιγραμματικά ο Κολοκοτρώνης.

Ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης καταδικάστηκε σε θάνατο και εκτελέστηκε λίγες μέρες μετά· ο Ιωάννης Καραγιάννης καταδικάστηκε μεν σε θάνατο και αυτός, αλλά αργότερα αφέθηκε ελεύθερος, ο δε Ανδρέας Γεωργίου καταδικάστηκε σε πολυετή φυλάκιση.  Ο Καραγιάννης μετά την καταδίκη του υποστήριξε πως οι δύο δολοφόνοι  αποτελούσαν μέρος μιας ευρύτερης συνωμοσίας στην οποία συμμετείχαν  ο Αναστάσιος Λόντος, γιος του προκρίτου της Βοστίτσας Ανδρέα Λόντου, ο πρόκριτος της Αχαΐας και γερουσιαστής Ανδρέας Καλαμογδάρτης, καθώς και  ο Πολιτάρχης του  Ναυπλίου Παναγιώτης Χρυσανθόπουλος, γνωστός ως Κακλαμάνος. Σύμφωνα πάντα με τον Καραγιάννη, ο Λόντος είχε υποσχεθεί πως θα μοιράσει πέντε χιλιάδες τάλιρα  στους στρατιώτες ενώ ο Γάλλος στρατηγός Ζεράρ (διοικητής του ελληνικού τακτικού στρατού)  θα κινητοποιούσε  στρατιωτικές δυνάμεις για να αναλάβει την εξουσία[9].  Ο δε Λόντος –θείος της γυναίκας του Γεωργίου Μαυρομιχάλη και υπασπιστής του Ζεράρ – πραγματοποιούσαν συχνές επισκέψεις στο σπίτι των δολοφόνων, μαζί  με τον Ανδρέα Καλαμογδάρτη, άλλωστε, όπως όλοι οι κοτζαμπάσηδες είχαν πληγεί από την πολιτική του Καποδίστρια[10].

Ο Γενναίος  Κολοκοτρώνης γράφει στα Απομνημονεύματά του:  «… ὁπού  ώς  λέγουν  και συνεννοημένοι  ὅλοι οἱ Γάλλοι  καί  ή  πρεσβεία καί  ό  ἀρχηγός  ὁλων  τῶν  τακτικῶν  στρατευμάτων. Ό  Γάλλος  Τζεράλ… καί εἶχε διαφθείρει καί  τόν  ἀρχηγό  τῆς  Πολιταρχίας Κακλαμάνον,  ὀνομαζόμενον  Κουλοχέρην…» [11]


[1] Ο Κυβερνήτης ανέφερε χαρακτηριστικά στον Γεώργιο Ψύλλα, Έκτακτο Επίτροπο Κάτω Μεσσηνίας το 1828, «Δὲν ἤξεύρομεν… ὅτι ὁ Πέτρος Μαυρομιχάλης εἶναι πρῶτος πειρατής; ‘Ἄλλ’ εἴμεθα ἀναγκασμένοι νὰ τὸν ἔχωμεν εἰς τὸ Πανελλήνιον…  ». [ Βλ. Ελευθέριος Γ. Πρεβελάκης (επιμ.), Γεωργίου Ψύλλα, Απομνημονεύματα του βίου μου, ΑΑ  ΚΕΙΝΕ, Μνημεία της Ελληνικής Ιστορίας 8, Αθήνα 1074, σ.  144].

[2] Χρήστος Λούκος, «Ο  Κυβερνήτης Ιωάννης  Καποδίστριας  xaι  οι Μαυρομιχαλαίοι»,  Μνήμων,  τ. 4 Αθήνα 1974, σ. 4.

[3]

[4] Χρ. Λούκος, «Ο  Κυβερνήτης Ιωάννης  Καποδίστριας…», ό.π. σσ. 53-54· πρβλ.«Θεόκλητος]  Φ[α]ρμ[ακίδης]  (Ναύπλιο)  προς  [Μανιάτες], [αρχές  Μάρτ.  1831]», άντ.,  συνημμένο  στό:  «Σ.  Θεαγένης  (Αλμυρό)  προς  Βιάρο  Καποδίστρια,  24 Μάρτ.  1831»: ΓΑΚ,  Συλλ.  Βλαχ.,  φάκ.  221  (βλ.  παράρτημα  άρ.  21).

[5] Καρλ Μένδελσων Βαρθόλδη, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, τ. Β΄,  Εκδόσεις Αν. Δ. Φέξη, Αθήνα 1894, σσ. 1217-1218.

[6] Μένδελσων Βαρθόλδη, ό.π.,  σσ. 1219-1220.

[7] Τάκης Σταματόπουλος, Ο εσωτερικός Αγώνας, πριν και κατά την Επανάσταση του 1821. 4 τ. Κάλβος, Αθήνα 1979, τ. Δʹ, σσ. 460–462.

[8] Τερτσέτης, Ο γέρων Κολοκοτρώνης, Βιβλιοθήκη της «Εστίας», Αθήνα 1889, τ. Β΄ σ.60

[9] Ο Gérard βρισκόταν ήδη σε οξεία αντιπαράθεση με τον Καποδίστρια και είχε αντιδράσει βίαια όταν ο Κυβερνήτης απέσπασε από τον  επιτελάρχη του, συνταγματάρχη Pellion τη διεύθυνση του τακτικού ιππικού και την έδωσε στο Δημήτριο Καλλέργη  επιδιώκοντας να εξωθήσει τον Ζεράρ σε παραίτηση βλ.  Χρήστος Λούκος, Η αντιπολίτευση κατά του κυβερνήτη Ιω. Καποδίστρια 1828-1831, Θεμέλιο, Αθήνα 1988, σσ. 375-385.

[10] Λούκος, Αντιπολίτευση, ό.π., σσ. 386-389.

[11] Γ.  Θ.  Κολοκοτρώνης,  Απομνημονεύματα,  (Απομνημονεύματα Αγωνιστών του 21 τόμος 1, επιμ. Εμμ Πρωτοψάλτης, Αθήνα 1955).,  σ.  212.  Κρεμμυδάς  σ. 245 σημ 29.

ΣΧΕΤΙΚΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ