Απόσπασμα από το υπό έκδοση βιβλίο του Γιώργου Καραμπελιά Καποδίστριας – Μαυροκορδάτος: Η σύγκρουση. (Δύο ανταγωνιστικές εκδοχές του εκσυγχρονισμού)
Ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος και ο Θεόδωρος Νέγρης, μοίρασαν μεταξύ τους την διοίκηση της Στερεάς Ελλάδας, ο μεν πρώτος εκείνη της «Δυτικής Χέρσου Ελλάδος» με έδρα το Μεσολόγγι και ο δεύτερος εκείνη της Ανατολικής Χέρσου Ελλάδος με έδρα τα Σάλωνα (Άμφισσα). Οι δύο Φαναριώτες πολιτικοί ευαγγελίζονταν τη δημιουργία μιας απαραίτητης περιφερειακής διοίκησης· ωστόσο αυτή την έβλεπαν αποκλειστικά υπό την ηγεσία τους, καθυποτάσσοντας τους ανυπότακτους οπλαρχηγούς – συχνά αρματολούς της Οθωμανικής διοίκησης.
Οι αρματολοί είχαν μάθει να λειτουργούν οιονεί αυτόνομα στον «τόπο» τους και να συνάπτουν όταν χρειαζόταν λιγότερο ή περισσότερο πρόσκαιρες συμφωνίες υποταγής, «καπάκια», με τους Οθωμανούς[1]. Οι δύο πολιτικοί, δεν θα ακολουθήσουν μια συνετή τακτική σταδιακής προσαρμογής /προσέλκυσης των παλιών αρματολών στους νεοπαγείς θεσμούς, του υπό δημιουργίαν κρατικού μορφώματος, αλλά μέσα σε μία εξουσιαστική μέθη, θα επιχειρήσουν να το πράξουν βίαια και καταναγκαστικά, σκοτώνοντας και «την κότα που γεννούσε τα αυγά». Θα αποξενώσουν έτσι τους οπλαρχηγούς που διεξήγαγαν τις πολεμικές επιχειρήσεις και αποτελούσαν τον ένοπλο βραχίονα της Επανάστασης. Γι’ αυτό και θα συγκρουστούν με πολλούς ατίθασους οπλαρχηγούς, τον Βαρνακιώτη, τον Μπακόλα, τον Καραϊσκάκη, τον Ανδρούτσο και ορισμένους από αυτούς, θιγμένους στο «φιλότιμό» τους, θα τους στείλουν στην αγκαλιά των Τούρκων, επιβεβαιώνοντας αναδρομικά την δυσπιστία απέναντί τους. Και όσο θα διαρκέσει αυτή η διελκυνστίδα –τουλάχιστον μέχρι το 1825– πολλές ήττες θα επισωρευτούν.
Αλλά και με τον Κολοκοτρώνη, στην Πελοπόννησο, ο Μαυροκορδάτος θα ακολουθήσει ανάλογη τακτική, υπονομεύοντας τον, φυλακίζοντάς τον, μαζί με τον Κουντουριώτη αργότερα, παρεμποδίζοντας τον να αναλάβει απερίσπαστος την διεξαγωγή των πολεμικών επιχειρήσεων. Και αν στην Στερεά Ελλάδα θα του χρεωθεί η καταστροφή της μάχης του Πέτα, που άνοιξε το δρόμο για εκείνη του Μεσολογγίου, στο ευρύτερο εθνικό επίπεδο του αναλογεί και η μεγαλύτερη ευθύνη για την αδυναμία αντιμετώπισης του Ιμπραήμ –με τον Κολοκοτρώνη φυλακισμένο στην Ύδρα– η οποία θα οδηγήσει την Επανάσταση σε κώμα.
Την τακτική της στήριξης συστηματικά σε εξωχώριες δυνάμεις, μη έχοντας εμπιστοσύνη στους ντόπιους οπλαρχηγούς, – και εν τέλει στην πλέον «εξωχώρια» όλων, την… Αγγλία–, θα την ακολουθήσει πιστά σε όλη του τη διαδρομή. Στην Ελλάδα θα έλθει επικεφαλής μιας ομάδας πιστών οπαδών του, τους οποίους και θα χρησιμοποιεί ακόμα και μετά την Επανάσταση. Αποφασιστικό ρόλο για την άνοδό του στο εσωτερικό και την επιρροή του στο εξωτερικό θα παίξει ο προσεταιρισμός των Φιλελλήνων και εν συνεχεία του Μπάιρον. Η άμεση επαφή του Μεσολογγίου με τα αγγλοκρατούμενα Επτάνησα, η δυνατότητα του πολύγλωσσου ποστέλνικου να επικοινωνεί με πολλούς από τους Φιλέλληνες στη μητρική τους γλώσσα, του προσέφερε ένα τεράστιο πλεονέκτημα έναντι των ανταγωνιστών του. Θα αποπειραθεί μάλιστα, με την εκστρατεία στην Ήπειρο, να μεταβάλει τους τελευταίους και σε ένα στρατιωτικό σώμα πιστό στον ίδιο αποκλειστικά, για να τους οδηγήσει τελικώς στην καταστροφή του Πέτα.
Την ίδια τακτική θα εφαρμόσει και με τους Σουλιώτες. Αρχικώς θα στηριχτεί προνομιακά επάνω τους, θέλοντας να καρπωθεί την απαράμιλλη πολεμική τους δεινότητα και τη φήμη τους. Μάλιστα για να αποκτήσει ένα τοπικό πολεμικό έρεισμα, θα δοκιμάσει μαζί με τον Θεόδωρο Νέγρη να πολιτογραφηθούν Σουλιώτες. «Αλλ’ οι Σουλιώται έχοντες εκεί τότε τον Περαιβόν, οδηγόν, δεν εδέχθησαν το ζήτημα.»[2]. Η στρατηγική της συστηματικής χρησιμοποίησης των Σουλιωτών, οι οποίοι είχαν ξεριζωθεί από την ιδιαίτερη πατρίδα τους, θα αποξενώσει τους ντόπιους πολεμιστές και ανάμεσά τους τους πιο σημαντικούς, και θα δημιουργήσει αντιθέσεις με τους κατοίκους του Μεσολογγίου που ήταν υποχρεωμένοι να τους συντηρούν και να τους παραχωρούν τα σπίτια τους· Θα προσεταιριστεί δε κατ’ εξοχήν τον Μάρκο Μπότσαρη. Γράφει σχετικά ο Φωτάκος:
Ὁ Μᾶρκος Μπότσαρης, ἐν ὅσῳ ἔζη ἐστάθη φίλος πιστός τοῦ Μαυροκορδάτου, οὗτος δὲ πάλιν καὶ ζῶντα τὸν ἀποθέωσε… Διὰ νὰ ἀποδείξῃ δὲ ὁ Μαυροκορδάτος πρῶτον στρατιωτικὸν τὸν Μπότσαρην κατὰ τὴν Δυτικὴν Ἑλλάδα, ἐραδιούργησε τὸν ἄκακον καὶ ἀδιαβόλευτον εἰς τὰς τοιαύτας ραδιουργίας Γεώργιον Νικολάου Βαρνακιώτην, καὶ τὸν ἔκαμε Τοῦρκον, χωρὶς αὐτὸς νὰ θέλῃ….[3]
Την ίδια πολιτική θα ακολουθήσει και μετά τον θάνατο του Μάρκου Μπότσαρη,
τασσόμενος στο πλευρό των Μποτσαραίων, παροξύνοντας την ούτως ή άλλως υπαρκτή αντίθεσή τους με τους Τζαβελαίους και τις υπόλοιπες σουλιώτικες φάρες. Εμβληματικό χαρακτήρα θα προσλάβει η σύγκρουσή του με τον Γεώργιο Καραϊσκάκη που θα οδηγήσει και στην περιβόητη δίκη του τελευταίου για εσχάτη προδοσία.
………………………………………………………………………………………………………………………………………………
Σε συνέλευση των στρατιωτικών και πολιτικών της Δυτ. Στερεάς, στις αρχές του 1824 αποφασίστηκε η δημιουργία ενός πολιτικού και πολεμικού συμβουλίου το οποίο υπαγόταν στον Μαυροκορδάτο ως διευθυντή. Ο σταθερός στρατός θα ανερχόταν σε 3.000 άνδρες, από τους οποίους οι 2.400 θα προέρχονταν από τους ενόπλους των τοπικών οπλαρχηγών και οι 600 από τους Σουλιώτες, – οι μαχητές θα μισθοδοτούνταν από την κυβέρνηση και κάθε οπλαρχηγός, ανάλογα με τον αριθμό των στρατιωτών που διέθετε θα ελάμβανε το συνολικό ποσό της μισθοδοσίας[4]. Στον Καραϊσκάκη σύμφωνα με αυτό το σύστημα παραχωρήθηκαν μόλις 100 μισθοδοτούμενοι άνδρες, παρότι ο ίδιος διέθετε μία δύναμη 500 ανδρών, χωρίς να διασφαλιστεί και η κυριαρχία του στο παλιό αρματολίκι των Αγράφων, καθώς ο Μαυροκορδάτος ενίσχυε τον Γιαννάκη Ράγκο.
Παρ’ όλα ταύτα σύμφωνα με τον Δ. Τζάκη, ο Καραϊσκάκης, ήλπιζε πως ο Μαυροκορδάτος θα του ανέθετε «την οργάνωση μιας μεγάλης στρατιωτικής επιχείρησης, η οποία θα επέτρεπε στην… ελληνική πλευρά να χρησιμοποιεί τα Άγραφα ως ανάχωμα στην προώθηση του οθωμανικού στρατού από τη Θεσσαλία προς το Καρπενήσι, το Βραχώρι(Αγρίνιο) και το Μεσολόγγι, καθώς και ως ορμητήριο προς τον θεσσαλικό κάμπο.» [5] Η ανάθεση μιας τέτοιας εκστρατείας θα του έδινε ταυτόχρονα και τη δυνατότητα να ανακτήσει τον έλεγχο των Αγράφων.
Παράλληλα, ο Μαυροκορδάτος χρησιμοποιούσε τον «Αληπασαλή» Καραϊσκάκη, για να έλθει σε επαφή με τον Ομέρ πασά…[6]· στις 11 Μαρτίου 1824, είχε γράψει στη Διοίκηση ότι ο Ομέρ πασάς ζητά συμμαχία, και ότι ο ίδιος «καταγίνεται σπουδαίως ἤδη εἰς αὐτὴν τὴν οὐσιώδη ἀπόφασιν»· μάλιστα είχε συντάξει σχετική επιστολή προς τον πασά, το προσχέδιο της οποίας βρίσκεται στα αρχεία του όπου έγραφε:
Ὁ στρατηγὸς Καραϊσκάκης μ’ ἐπληροφόρησεν ὅσα ἡ ὑψηλότης σας τὸν ἐκάματε χαμπέρι. Ἐμεῖς, ὑψηλότατε, δὲν ἔχομεν πόλεμον μὲ τοὺς Ἀρβανίτας, καὶ ἂν δὲν ἤρχοντο νὰ μᾶς φορτωθοῦν, ποτὲ δὲν ἠθέλομεν τοὺς φορτωθῇ… [7]
Ο Μαυροκορδάτος είχε πληροφορίες ότι λόγω των εντάσεων στις σχέσεις των Αλβανών με την Πύλη, καμιά σχεδόν δύναμη δεν είχε μείνει στην Άρτα και την Πρέβεζα[8] γεγονός που τον έκανε να διαμορφώσει ένα διαφορετικό σχέδιο, στο οποίο μάλλον συμφωνούσε και ο Μπάιρον, δηλαδή να εκστρατεύσουν προς την αφύλακτη Άρτα. Επειδή όμως ο Ανδρέας Ίσκος, ο Κίτσος Τζαβέλας και πολλοί άλλοι συμφωνούσαν με το σχέδιο του Καραϊσκάκη, ο Μαυροκορδάτος συνέχισε να τους παραπλανά ότι δήθεν θα γινόταν η εκστρατεία στα Άγραφα[9] και «κάλεσε όλους τους στρατιωτικούς αρχηγούς, μαζί και τον Καραϊσκάκη, τον Ίσκο και τον Τζαβέλα, να συγκεντρωθούν μακριά από το Μεσολόγγι, στον Μαχαλά, για να εκστρατεύσουν.»[10] Έγραφε στον Ίσκο, στις 13 Μαρτίου 1824: «Ὁ στρατηγὸς Καραϊσκάκης ἐξ ἅπαντος ξεκινᾶ καὶ σᾶς προφθάνει εἰς ὀλίγας ἡμέρας» και στον Τζαβέλα, την ίδια ημέρα: «… ὁ στρατ. Ἀνδρέας Ἴσκου διωρίσθη εἰς αὐτὴν τὴν ἐκστρατείαν καὶ κατ’ αὐτάς, ἐβγαίνει καὶ ὁ στρατ. Καραϊσκάκης».[11]
Τελικός όμως στόχος της εκστρατείας δεν ήταν τα Άγραφα, αλλά η Άρτα. Ο Καραϊσκάκης αντελήφθη ότι ο Μαυροκορδάτος τον εξαπάτησε και άρχισε να αντιδρά με όλους τους δυνατούς τρόπους[12]. Στους Νότη Μπότσαρη και τον Στορνάρη που δήλωσαν ότι θα πάνε όπου τους στείλει η διοίκηση, είπε: «Ποία Κυβέρνησις, Καπιτὰν Νότη; Τὸ τζιογλάνι του Ρεΐς ἐφέντη, ὁ τεσσερομμάτης; Ποῖοι τὸν ἔκαμαν Κυβέρνησιν; Ἐγὼ καὶ ἄλλοι δὲν τὸν γνωρίζομεν! Δὲν τὸν ὑπέγραψεν ὁ ποῦτζός μου».[13]
Ο Καραϊσκάκης είχε αποκτήσει σημαντική δύναμη όχι μόνο διότι οι άνδρες του έδειχναν τυφλή εμπιστοσύνη στο πρόσωπό του, αλλά είχε συνάψει συμμαχία με τον Κίτσο Τζαβέλα και άλλους Σουλιώτες καθώς και με τον αρματολό του Βάλτου, Ανδρέα Ίσκο (πιθανότατα ετεροθαλή αδελφό του). Είχε γίνει κατά κάποιον τρόπο το «κέντρον ὅλων τῶν δυσηρεστημένων ἀπὸ τὴν διοίκησιν τοῦ Μαυροκορδάτου»[14] με κίνδυνο να συνενωθεί με τον Κολοκοτρώνη και το Εκτελεστικό στον εμφύλιο του Μοριά. Ὀμως, η τακτική του Μαυροκορδάτου, να τον σπρώξει σε παράτολμες ενέργειες ή ακόμα και σε συμφωνίες με τους Τούρκους, θα αποδώσει: Με αφορμή την κακοποίηση ενός ανιψιού του στο Μεσολόγγι, τον Μάρτιο του 1824, 150 άνδρες του Καραϊσκάκη μπήκαν στην πόλη, αιχμαλώτισαν δύο προεστούς, ενώ άλλοι κατέλαβαν τη νησίδα Βασιλάδι. Και καθώς την ίδια στιγμή παρατηρήθηκαν κινήσεις Τούρκων από την κατεχόμενη Ναύπακτο και από τη θάλασσα, ο Μαυροκορδάτος υποστήριξε πως στοιχειοθετείται οργανωμένη συνωμοσία κατά του Μεσολογγίου. Τέλος, ο Ομέρ Βρυώνης, με 3.000 άνδρες εισήλθε στην Άρτα ακυρώνοντας κάθε σκέψη κατάληψής της και τα ελληνικά στρατεύματα θα υποχρεωθούν να καταλήξουν στο Αιτωλικό.
[1] Βλ. Δημήτρης Τζάκης, Η μεταστροφή του Καραϊσκάκη: Από τον κλεφταρματολό στον επαναστάτη. – Εκδόσεις ΕΑΠ, Αθήνα 2021· Κ. Παπαγιώργης, Τα Καπάκια, Καστανιώτης, Αθήνα 2003.
[2] Απομνημονεύματα του μακαρίτου σχολάρχου Γεωργίου Γαζή, αφορόντα τον γεώργιον Βαρνακιώτην https://agriniomemories.com › uploads › 2021/05, ΑΠ. σ. 119.
[3] Φωτάκου Απομνημονεύματα, Τυπογραφείο Π. Δ. Σακελλαρίου, Αθήνα 1899, τ. Α΄, σ. 212
[4] 19. Ν. Κασομούλης, Ενθυμήματα, ό.π., τ. Α΄, κυρίως σ. 352390. Πβ. και τα όσα αναφέρει ο Δημήτριος Αινιάν, Ο Καραϊσκάκης, επιμ. Ι. Κ. ΜαζαράκηςΑινιάν, Αθήνα, Ερμής, 1974, σ. 1013 (πρώτη έκδοση: Χαλκίδα 1834)· Δ. Τζάκης, Γεώργιος Καραϊσκάκης, ό.π., σσ. 5969· Χρήστος Λούκος, «Η δίκη του Καραϊσκάκη, μια απόπειρα επαναπροσέγγισης», Μνήμων, 41, Αθήνα 2024, σσ. 9–33, εδώ σ. 14.
[5] Δ. Τζάκης, Η μεταστροφή…, ό.π., σσ. 161162.
[6] ΙΑΜ, τχ. 4, Αθήνα 1974, σ. 253.
[7] «Μαυροκορδάτος προς [Ομέρ Βρυώνη]», χ.χ. (ΙΑΜ, τχ. 3, σχέδιο, σ. 34). Πρβλ Λούκος «Η δίκη του Καραϊσκάκη,.. σ 15 .
[8] 26. Μαυροκορδάτος προς Διοίκηση, 11.3.2024 (ΙΑΜ, τχ. 4, σ. 248).
[9]Δ. Τζάκης, Η μεταστροφή…, ό.π– σσ. 166167.
[10] Χρήστος Λούκος, «Η δίκη του Καραϊσκάκη…», ό.π., σ. 17.
[11] «Μαυροκορδάτος προς στρατηγό Α. Ίσκο, 19.3.1824» (ΙΑΜ, τχ. 4, σ. 263). Βλ. και «Μαυροκορδάτος προς Κίτζο Τζαβέλα, 19.3.1824» (στο ίδιο, σ. 263264). Λούκος, «Η δική…», ό.π ., σ 18.
[12] 31. Δ. Τζάκης, Η μεταστροφή του Καραϊσκάκη, ό.π., σ. 168.
[13] Ν. Κασομούλης, Ενθυμήματα, ό.π., τ. Α΄, σ. 371).
[14] 36. Δ. Αινιάν, Καραϊσκάκης, ό.π., σ. 16· Χρ. Λούκος, «Η δίκη,…», ό.π. σ. 18.
