του Γ. Καραμπελιά, από το Άρδην τ. 101-102, Αύγουστος-Νοέμβριος 2015

Απόσπασμα από το βιβλίο του Γιώργου Καραμπελιά, Ισλάμ και παγκοσμιοποίηση, Εναλλακτικές Εκδόσεις.

Για τον αραβικό κόσμο, η επιστροφή στην ισλαμική ταυτότητα σηματοδοτεί την αποτυχία του αραβικού εθνικισμού. Πράγματι, ο αραβικός εθνικισμός, από την εποχή της Νάντα (Αναγέννησης), τον 19ο αιώνα στον Λίβανο και την Αίγυπτο, εμφανίζεται αν όχι ως αθεϊστικό, οπωσδήποτε όμως ως εκκοσμικευμένο κίνημα. Γι’ αυτό και πρωτοπόροι του αραβικού εθνικισμού ήταν σε μεγάλο ποσοστό χριστιανοί, εβραίοι, μέλη των μουσουλμανικών αιρέσεων και εκδυτικισμένοι διανοούμενοι. Aυτό το γεγονός θα πρέπει να ερμηνευθεί και σε συνάρτηση με το ότι οι Άραβες βρίσκονταν υπό την κατοχή ή την επικυριαρχία της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, ενός μουσουλμανικού κράτους, ο δε σουλτάνος ήταν ταυτόχρονα και καλίφης όλων των πιστών. Μόνον όταν η ευρωπαϊκή αποικιοκρατία, από τα μέσα του 19ου αιώνα έως το 1920, υποκαταστήσει σταδιακά τους Οθωμανούς, θα αναδυθεί εκ νέου και το ισλαμικό στοιχείο της αραβικής ταυτότητας.
Η πρώτη οργάνωση που δημιουργήθηκε σε όλο τον αραβικό κόσμο και αποτέλεσε εστία του αραβικού εθνικισμού ήταν η Εταιρεία των Τεχνών και των Επιστημών, η οποία ιδρύθηκε το 1847 από χριστιανούς στον Λίβανο. (Εξ άλλου ο Λίβανος, όπου οι χριστιανοί αποτελούσαν την πλειοψηφία μέχρι τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, υπήρξε η κοιτίδα του αραβικού εθνικισμού). Οι πρώτοι Άραβες διανοούμενοι και φιλόλογοι ήταν σε ένα μεγάλο ποσοστό τους χριστιανοί, όπως ο Ναζίφ Γιαζίι (1800-1871), ο γιος του, Ιμπραήμ Γιαζίι (1847-1906), και ο Μπούτρος Μπουστάμι (1819-1883).

Στην Αίγυπτο, το Κομμουνιστικό Κόμμα, που προσπάθησε να αναπτύξει τον αραβικό εθνικισμό και τάχθηκε με το μέρος του Νάσερ, επανιδρύθηκε από τον Ιταλο-εβραίο Ανρί Κουριέλ. Το Κομμουνιστικό Κόμμα ίδρυσε το Δ.Κ.Ε.Α. (Δημοκρατικό Κίνημα Εθνικής Απελευθέρωσης) στο οποίο ανήκαν δύο μέλη της ηγεσίας των «ελεύθερων αξιωματικών», οι Γιουσέφ Σαντίκ και Καλέντ Μοχιεντίν. Ο ίδιος ο Νάσερ και ο Αμέρ, οι ηγέτες των «ελευθέρων αξιωματικών», που ανέτρεψαν τον βασιλιά Φαρούκ και εγκαινίασαν τη σύγχρονη εποχή του αραβικού εθνικισμού, εθεωρούντο συμπαθούντες του κόμματος.

Το Κόμμα Μπάαθ δημιουργήθηκε από έναν αλαουΐτη, τον Ζακί αλ-Αρζούζι, έναν σουνίτη, τον Σαλάχ Μπιτάρ, και έναν χριστιανό, τον Μισέλ Αφλάκ. Το Κίνημα των Αράβων Εθνικιστών, από το οποίο προέρχεται τόσο το Λαϊκό Μέτωπο για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης όσο και το Δημοκρατικό Λαϊκό Μέτωπο που ίδρυσε ο Ναουατμέχ, ιδρύθηκε από τον χριστιανό Ζωρζ Αμπάς. Σε όλα τα κομμουνιστικά κόμματα, και ιδιαίτερα στα σημαντικότερα, όπως του Ιράκ ή του Λιβάνου, ήταν πολύ υψηλό το ποσοστό της συμμετοχής μειονοτήτων, όπως οι Κούρδοι, οι Χριστιανοί, οι Αρμένιοι και οι Εβραίοι. Ακολούθως, κόμματα όπως το Ε.Α.Μ. της Αλγερίας, το Νασερικό κόμμα, το Νέο Ντεστούρ στην Τυνησία, δηλαδή όλα σχεδόν τα κόμματα που ηγήθηκαν του αντιαποικιακού αγώνα, υπήρξαν κόμματα με εκκοσμικευμένη ιδεολογία.

Όμως, μετά την ανεξαρτησία, ο αραβικός εθνικισμός δεν κατόρθωσε να επιτύχει την ενότητα των αραβικών χωρών˙ αντιθέτως, τα όνειρα για μια αραβική αυτονομία και ενότητα τσακίστηκαν στους τέσσερις αραβοϊσραηλινούς πολέμους, προτού δοκιμάσουν μια ακόμα συντριπτική ήττα με την κατάρρευση του Ιράκ, και η πρώτη απόπειρα δημιουργίας μιας αραβικής ομοσπονδίας, η Η.Α.Δ. (Ηνωμένη Αραβική Δημοκρατία), από την Αίγυπτο τη Συρία και την Υεμένη, αρχικώς, που στόχευε να συμπεριλάβει όλες τις αραβικές χώρες, διελύθη στα εξ ων συνετέθη. Παράλληλα, στάθηκε αδύνατο να απαντήσει στην οικονομική και δημογραφική πρόκληση. O αραβικός πληθυσμός, που έφτανε μόλις τα 50 εκατομμύρια το 1940, σήμερα ξεπερνάει τα 250, με εκατομμύρια ξεριζωμένους αγρότες να συγκεντρώνονται στις παραγκουπόλεις (το Κάιρο φτάνει τα 14 εκατομμύρια, το Αλγέρι τα 5, κ.ο.κ). Σε ένα βαθμό επαναλαμβάνεται το σενάριο του ιρανικού «εκσυγχρονισμού», μόνο που οι αραβικές μάζες των ουσταφαντούν (αποκλήρων, στα αραβικά) δεν βρίσκουν μπροστά τους τον Σάχη αλλά τις διεφθαρμένες και ανίκανες εθνικιστικές ηγεσίες. Ιδιαίτερα μετά την ήττα της Αιγύπτου, το 1967, εμφανίζεται και αναπτύσσεται προοδευτικά ο ριζοσπαστικός ισλαμισμός, ο οποίος και ενισχύεται έπειτα από κάθε ήττα των αραβικών ηγεσιών. Υπ’ αυτό το πρίσμα, η ιρανική επανάσταση απετέλεσε απλώς την πρώτη μεγάλη πλημμυρίδα του ισλαμικού κύματος και όχι την αφετηρία του. Από τότε, αυτό το κύμα κατακλύζει σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό όλες τις αραβικές χώρες, με μία ή δύο εξαιρέσεις.

Στην Αίγυπτο, οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι γέννησαν δεκάδες οργανώσεις, από τις πιο ανατρεπτικές και συνωμοτικές μέχρι τις πιο λεγκαλιστικές και μαζικές. Στις πρώτες ανήκει και η οργάνωση Αλ Τζιχάντ (Ιερός Πόλεμος) που, τον Οκτώβριο του 1981, δολοφόνησε τον πρόεδρο Σαντάτ, μετά τη συνδιαλλαγή του με τους Ισραηλινούς, και εξόντωσε πάνω από 100 αστυνομικούς στην πόλη Ασιούτ, στην Άνω Αίγυπτο. Το ίδιο και η οργάνωση Αλ Ναγκούν Μεν Αλ Ναρ (Οι δραπέτες της Κόλασης) που, μετά το 1987, πραγματοποίησε μια σειρά από τρομοκρατικές ενέργειες ενάντια σε δύο υπουργούς και έναν δημοσιογράφο πιστό στον Μουμπάρακ. Από την οργάνωση Αλ Τζιχάντ προέρχεται και ο Αϋμάν αλ-Ζαουάχρι που εμφανίζεται ως ο υπαρχηγός του Μπιν Λάντεν και ο οποίος θεωρείται από πολλούς ως ο «θεωρητικός» και οργανωτικός νους της νέας «παγκοσμιοποιημένης» Αλ Κάιντα. Εξ άλλου, από τα περίπου 3.000 μέλη της Αλ Κάιντα που βρίσκονταν στο Αφγανιστάν το Σεπτέμβριο του 2001, οι 1.000 είναι Αιγύπτιοι, μέλη της Τζιχάντ, όπως επίσης και ο Μωχάμεντ Άττα που κατηύθυνε τις αεροπειρατείες στις ΗΠΑ. Ο στρατιωτικός αρχηγός του Ισλαμικού Μετώπου, που ιδρύθηκε το 1998 στο Αφγανιστάν, ο Μοχάμεντ Άτεφ ή Σόμπι αλ-Σίττα, είναι επίσης Αιγύπτιος.

Ο Αλ Ζαουάχρι, γόνος πλούσιας οικογένειας της Αιγύπτου (ο πατέρας του ήταν καθηγητής Φαρμακολογίας στο Πανεπιστήμιο του Καΐρου) είναι γιατρός και διδάκτορας της χειρουργικής. Συμμετέχει στο ισλαμικό κίνημα από τα νεανικά του χρόνια και συνελήφθη για πρώτη φορά σε ηλικία 15 ετών ως μέλος των Αδελφών Μουσουλμάνων, ενώ φυλακίστηκε το 1981, για τρία χρόνια, μετά τη δολοφονία του Σαντάτ. Έχει γράψει πολλά βιβλία από τα οποία το πιο γνωστό είναι Ο Πικρός Θερισμός, μια κριτική αξιολόγηση του κινήματος των Αδελφών Μουσουλμάνων. Ο Αλ Ζαουάχρι έφυγε από την Αίγυπτο το 1986 για να συμμετάσχει στον πόλεμο κατά των Σοβιετικών στο Αφγανιστάν. Στη συνέχεια ταξίδεψε σε όλο τον κόσμο, στη Δανία, την Ελβετία, καταλήγοντας στις ΗΠΑ το 1995. Από το 1998 εγκαθίσταται και πάλι στο Αφγανιστάν όπου μαζί με τον Μπιν Λάντεν θα αναπτύξουν τη στρατηγική της επίθεσης στην «καρδιά του εχθρού», τις Ηνωμένες Πολιτείες. Αυτή η νέα παγκοσμιοποιητική στρατηγική θα απορριφθεί από ένα μέρος των στελεχών της Αλ Τζιχάντ στο Αφγανιστάν, με αποτέλεσμα τη διάσπαση της οργάνωσης.

Στη Συρία, όπου το 12% του πληθυσμού είναι χριστιανοί και το 10-11% αλαουΐτες, το κόμμα Μπάαθ στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό σ’ αυτές τις δύο μειονότητες. Η οικογένεια Άσαντ και ολόκληρη η κυβερνητική και στρατιωτική ηγεσία είναι αλαουΐτες ενώ η εγκόσμια, μπααθική, ιδεολογία τους αντιστοιχεί και στον μειοψηφικό χαρακτήρα της κυριαρχίας τους. Το 1982, όταν έγινε η μεγάλη εξέγερση των Αδελφών Μουσουλμάνων στη Χάμα, που διήρκεσε σχεδόν ένα μήνα (2-28 Φεβρουαρίου), οι πραιτωριανοί του Άσαντ εξόντωσαν πάνω από 20.000 άτομα (το 10% του πληθυσμού) βομβαρδίζοντας την πόλη.

Στο Ιράκ, το κόμμα Αλ Ντάουα (Το Κάλεσμα) είχε ήδη πραγματοποιήσει δεκάδες απόπειρες κατά του καθεστώτος πριν εκδηλωθεί η εξέγερση των μαζών κατά του Σαντάμ, μετά το τέλος του πολέμου του Κόλπου. Ο νότος του Ιράκ, η περιοχή της Μπάσρα (Βασόρα), υπήρξε πάντα οχυρό της ισλαμικής αμφισβήτησης. Εδώ έγινε τον 9ο αιώνα η εξέγερση των σκλάβων Ζέντζν που κήρυτταν τον κοινωνικό εξισωτισμό, από εδώ ξεκίνησαν οι καρμάτες –αίρεση του σιιτισμού– για να εγκαθιδρύσουν τον μυστικιστικό κομμουνισμό τους και εδώ άλλωστε γεννήθηκε, στις αρχές του 20ού αιώνα, το εθνικό κίνημα κατά του αγγλικού αποικισμού.

Στο Ιράκ, η σύνθεση του πληθυσμού έχει ως εξής: 6% είναι χριστιανοί ή άλλες μειονότητες ενώ, από το 94% των μουσουλμάνων, το 55% είναι σιίτες, 20-25% Άραβες σουνίτες και το υπόλοιπο 20% Κούρδοι σουνίτες. Είναι προφανές ότι η ιδεολογία του Μπάαθ αντανακλά την κυριαρχία του 20% του πληθυσμού, των Αράβων σουνιτών.

Στην Αλγερία, το Μέτωπο Ισλαμικής Σωτηρίας κέρδισε στον πρώτο γύρο των βουλευτικών εκλογών, τον Δεκέμβριο του 1991, το 47% του συνόλου των ψήφων και τις 188 από τις 231 έδρες που κατακυρώθηκαν στον πρώτο γύρο, ενώ το κυβερνητικό ΕΑΜ κατέρρευσε, καταλαμβάνοντας μόλις 16 έδρες. Επρόκειτο για μια ιστορική ήττα του ΕΑΜ. Οι ισλαμιστές αναπτύχθηκαν πάνω στο έδαφος μιας εντεινόμενης κοινωνικής δυσαρέσκειας, σε έναν πληθυσμό που μέχρι τα 25 τους ήταν κατά 75% άνεργοι (το 70% του συνολικού πληθυσμού είναι κάτω των 30 ετών). Ο δεύτερος γύρος των εκλογών δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ. Στις 12 Ιανουαρίου 1992, τα τεθωρακισμένα βγήκαν στους δρόμους και, μέχρι τις 17 Φεβρουαρίου, 30.000 ισλαμιστές κλείστηκαν σε πέντε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Έτσι άρχισε ο ανελέητος δεκαετής πόλεμος μεταξύ των ριζοσπαστικών ισλαμικών οργανώσεων (βασικά της Τζαμαάτ Ισλαμίγια Μουσαλάχα, της Ένοπλης Ισλαμικής Ομάδας που, στο απόγειο της ισχύος της, το 1995, αριθμούσε περί τα 100.000 μέλη) και των κατασταλτικών δυνάμεων του καθεστώτος με θύματα ολόκληρο τον αλγερίνικο λαό (οι νεκροί ξεπερνούν τις 100.000).

Στην Τυνησία, η αποτυχία και η διαφθορά του «σοσιαλισμού» του Νέο-Ντεστούρ, του κυβερνητικού κόμματος, που με τον Χαμπίμπ Μπουργκίμπα κυριάρχησε, από την απελευθέρωση και μετά, για 30 χρόνια, θα οδηγήσει στην άνοδο, κατά τη δεκαετία του 1980, του Κινήματος της Ισλαμικής Τάσης του Ρασίντ Γκαννούσι.

Η άνοδος του σιιτικού ισλαμισμού στον Λίβανο, μετά την πολιορκία της Βηρυτού και την εκδίωξη των Παλαιστινίων, θα αποτελέσει ένα προηγούμενο για τον παλαιστινιακό ισλαμισμό. Η πρώτη μεγάλη οργάνωση των σιιτών ήταν η Αμάλ, η οποία σύντομα θα υποκατασταθεί από τη μαχητικότερη Χιζμπ-Αλλά. Η τελευταία θα αναδυθεί στο προσκήνιο της ισλαμικής αντίστασης το καλοκαίρι του 1982, κατά τη διάρκεια της ισραηλινής εισβολής στον Λίβανο και οι πρώτες της θεαματικές ενέργειες θα στραφούν εναντίον των δυτικών δυνάμεων. Πράγματι, μετά τη σφαγή της Σάμπρα και της Σατίλα, τον Σεπτέμβριο του 1982, –όταν οι χριστιανικές συμμορίες που είχαν εξοπλιστεί από το Ισραήλ κατέσφαξαν 1.000 Παλαιστινίους και Λιβανέζους στα ομώνυμα στρατόπεδα– θα σταλούν στον Λίβανο οι Πολυεθνικές Δυνάμεις, αποτελούμενες κυρίως από Αμερικανούς και Γάλλους πεζοναύτες, οι οποίες όμως θα εκδιωχθούν μέσα σε λίγους μήνες μετά τις φονικές επιθέσεις αυτοκτονίας των αγωνιστών της Χιζμπ-Αλλά εναντίον της αμερικανικής πρεσβείας, του παραρτήματός της, του στρατηγείου των ισραηλινών μυστικών υπηρεσιών στην κατειλημμένη Τύρο, του στρατοπέδου των Αμερικανών πεζοναυτών στο αεροδρόμιο της Βηρυτού (με θύματα 271 πεζοναύτες) και της γαλλικής πρεσβείας (με 74 θύματα). Ήταν η πρώτη μεγάλη νίκη των ισλαμιστών εναντίον των δυτικών και των Ισραηλινών με τη χρήση ενός νέου «υπερόπλου», των «μαρτύρων» του Ισλάμ.

Η Χιζμπ-Αλλά αναπτύχθηκε με τη βοήθεια των Ιρανών. Περίπου 1.500 Ιρανοί «παζνταράν» (οι «επαναστατικοί φρουροί» της ιρανικής επανάστασης) συμμετείχαν στη συγκρότηση του πρώτου στρατιωτικού πυρήνα της οργάνωσης. Τον Ιανουάριο του 1985, το Ισραήλ ανακαταλαμβάνει τον Νότιο Λίβανο και αρχίζει ο μακρόχρονος αγώνας της Χιζμπ-Αλλά εναντίον του, που θα λήξει με την ήττα του «μικρού σατανά» και την αποχώρησή του 15 χρόνια αργότερα.

Σε αυτή την περίοδο, η Χιζμπ-Αλλά θα υποκαταστήσει την πιο «ρεφορμιστική» Αμάλ ως η κυριότερη οργάνωση των σιιτών μουσουλμάνων, που συγκροτούν τη μεγαλύτερη θρησκευτική κοινότητα του Λιβάνου, οικοδομώντας, παράλληλα με τις στρατιωτικές ενέργειες, ένα ευρύτατο κοινωνικό και οικονομικό δίκτυο ενώ, από το 1992 που συμμετέχει στις εκλογές, θα καταλάβει σημαντική θέση στη Βουλή, δείχνοντας αξιοσημείωτη ευελιξία. Η Χιζμπ-Αλλά, η οποία κατόρθωσε να συνδυάσει την κοινωνική και πολιτική δραστηριότητα με το αντάρτικο, θα αποτελέσει ουσιαστικώς το πρότυπο της παλαιστινιακής ισλαμικής Τζιχάντ, ενώ θα πετύχει και την πρώτη μεγάλη και σταθερή νίκη των Αράβων εναντίον του Ισραήλ. Στις 24 Μαΐου του 2000, οι ισραηλινές δυνάμεις θα εγκαταλείψουν τον Νότιο Λίβανο κάτω από τα πυρά των μαχητών της Χιζμπ-Αλλά, μετά από 25 χρόνια πολέμου και 15 χρόνια κατοχής του 10% του λιβανικού εδάφους.
Ο ριζοσπαστικός ισλαμισμός, όμως, δεν «χαρίζεται» ούτε στην «ισλαμική» Σαουδική Αραβία, παρά την εφαρμογή της σαρία και τη χρηματοδότηση από μέρους της πολλών ισλαμικών οργανώσεων σε όλο τον κόσμο. Σ’ αυτήν την περίπτωση απορρίπτει την κυριαρχία του «κακού πρίγκιπα», φορέα του εκδυτικισμού και συμμάχου των Αμερικανών. Το έτος 1400 της εγίρας (1980), και στη διάρκεια του προσκυνήματος στη Μέκκα του 1ου Μοχαράμ, πραγματοποιήθηκε η μεγαλύτερη σύγχρονη εξέγερση που κατήγγειλε την «αποστασία των φυλάκων των Ιερών τόπων» (έτσι ονομάστηκαν μετά το 1975 οι βασιλείς της Σαουδικής Αραβίας). Ένας από τους εξεγερμένους, ο Μοχάμεντ μπεν Αμπνταλά Καρτανί, ορίστηκε Μαχντί (απεσταλμένος του Θεού, Μεσσίας) ενώ ο στρατιωτικός αρχηγός τους, Αλ Κουτεϋμπί, καταγόταν από μια φυλή που βρισκόταν σε σύγκρουση με τους Σεούντ ήδη από το 1924. Η εξέγερση αυτή δεν αποτελεί μεμονωμένο γεγονός.

Με την ευκαιρία του πολέμου στο Αφγανιστάν, πέρα από το καθεστώς που χρηματοδοτεί τους Αφγανούς μουτζαχεντίν, κινητοποιείται η κοινωνία στο σύνολό της. Ο Μπιν Λάντεν συγκεντρώνει περίπου 300 εκατομμύρια δολάρια τον χρόνο από δωρεές Σαουδαράβων επιχειρηματιών τα οποία διαχειρίζεται από την πακιστανική πόλη του Πεσαβάρ. Πάνω από 10.000 Σαουδάραβες συμμετέχουν στη «τζιχάντ» εναντίον των Ρώσων.
Εκ παραλλήλου, αναπτύσσεται ένα ευρύ ρεύμα ισλαμικών σπουδών κάτω από τη μύτη του καθεστώτος, ή και με τη χρηματοδότησή του, που στη συνέχεια θα βγάλει μερικούς από τους πιο αποφασισμένους εχθρούς του. Ένας μεγάλος αριθμός των «Αφγανών» και των μαθητών των ισλαμικών σχολών θα στραφεί εναντίον του καθεστώτος μετά την εγκατάσταση των αμερικανικών δυνάμεων στη Σαουδική Αραβία, με τον πόλεμο του Κόλπου.
Οι δύο ομιλίες του σεΐχη Σαφάρ Ιμπν Αμπντ αλ-Ραχμάν αλ-Χαβαλί, που «αποκάλυπταν» τα αμερικανικά σχέδια στον Κόλπο, κυκλοφόρησαν σε εκατομμύρια κασέτες, όπως και η ομιλία του σεΐχη Σαλμάν αλ-Ουντάχ που είχε τον τίτλο «Οι αιτίες της πτώσης των Καθεστώτων». Πραγματοποιούνται οι πρώτες δημόσιες συγκεντρώσεις με συμμετοχή χιλιάδων ατόμων ενώ υποβάλλεται μια χάρτα διεκδικήσεων στον ηγεμόνα. Ο Μπιν Λάντεν έπαιξε ενεργό ρόλο στη διάδοση των κειμένων των ιερωμένων. Η καταστολή που ακολούθησε, ιδιαίτερα ενάντια σε αυτούς που αποπειράθηκαν να δώσουν ένα υπόμνημα με τα αιτήματά τους στον βασιλιά, θα ριζοσπαστικοποιήσει τους αντιπάλους του καθεστώτος, και η εγκατάσταση των αμερικανικών δυνάμεων, που μονιμοποιήθηκαν στην περιοχή μετά τον πόλεμο του Κόλπου, θα επιτείνει τη σύγκρουση. Οι αμερικανικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις στο Χομπάρ της Σαουδικής Αραβίας θα τιναχθούν στον αέρα προκαλώντας δεκάδες θύματα μεταξύ των Αμερικανών στρατιωτών. Παρόμοιες εξελίξεις θα παρατηρηθούν και στις άλλες χώρες του Κόλπου ενώ, το 2000, ένα κομάντο αυτοκτονίας θα ανατινάξει το αμερικανικό πολεμικό USS Cole στο Άντεν.

Το ισλαμικό κίνημα γνωρίζει μια γενικευμένη εξάπλωση, με μόνη και χαρακτηριστική εξαίρεση τη Λιβύη του Μουαμάρ Καντάφι. Εκεί, η εγκαθίδρυση ενός κοσμικού ισλαμικού καθεστώτος «άμεσης δημοκρατίας» (της Ισλαμικής Τζαμαχιρίας), η σχετικά εξισωτική φύση του, οι πραγματικοί κοινωνικοί μετασχηματισμοί που έχουν γίνει και… η χρήση των πετροδολαρίων με τρόπο σχετικά πιο ορθολογικό για έναν ολιγοπληθή λαό, αφαίρεσαν από τον ριζοσπαστικό ισλαμισμό πολλά από τα όπλα του. Αυτή ακριβώς η εξαίρεση αποτελεί μια χαρακτηριστική a contrario ένδειξη για τη φύση του ισλαμικού ριζοσπαστισμού.

Συνεπώς, στον αγώνα μεταξύ αραβικού εθνικισμού και εκδυτικισμού από τη μία και του ομογάλακτου αδελφού του, του ισλαμισμού, από την άλλη, φαίνεται πως, μετά το 1980 –και ακόμα περισσότερο μετά το 1990– ο τελευταίος παίρνει τη ρεβάνς.

Μιλάμε για ομογάλακτους αδελφούς γιατί τόσο ο αραβικός εθνικισμός όσο και ο ισλαμισμός σαν πολιτικο-θρησκευτικό κίνημα άρχισαν να αναπτύσσονται σχεδόν ταυτόχρονα ως μορφές απάντησης στην παρακμή των μουσουλμανικών χωρών και την υποταγή τους στη Δύση. Η πρώτη επαφή-σύγκρουση των δύο πολιτισμών θα γίνει με την εκστρατεία του Ναπολέοντα στην Αίγυπτο, το 1797, η οποία προκάλεσε τρομερή εντύπωση στον ισλαμικό κόσμο, με συνέπεια να αρχίσουν να αναπτύσσονται οι δυο παράλληλες, αντιθετικές και αλληλοσυμπληρούμενες αντιδράσεις, του εθνικιστικού εκσυγχρονισμού και της ισλαμικής αναγέννησης.
Ο ισλαμισμός, και πιο συγκεκριμένα ο χανμπαλιτισμός των ουαχαμπιτών με τον Μοχάμεντ Ιμπν Σεούντ, προηγήθηκε του εθνικισμού του Μοχάμεντ Αλί και της προσπάθειας να δημιουργηθεί εθνικό κράτος στην Αίγυπτο. Στην έρημο της Αραβίας υψώθηκε πρώτα η σημαία της ισλαμικής αναγέννησης. Ο Μοχάμεντ Ιμπν Αμπντ αλ Ουάχαμπ (1705-1792) κήρυξε την επιστροφή σε ένα θεμελιακό και «καθαρό» Ισλάμ, της «σχολής» των Ιμπν Χανμπάλ (780-855) και Ιμπν Ταϊμίγια (1328). Ο Ιμπν Ταϊμίγια, άλλωστε, θεωρείται εμπνευστής του σύγχρονου ισλαμισμού. Ο Moχάμεντ Ιμπν-Σεούντ αποτέλεσε το ξίφος του ουαχαμπιτισμού και κατέκτησε τη Μέκκα το 1803, για να φτάσει στη συνέχεια μέχρι τη Συρία και το Ιράκ εγκαινιάζοντας μια «δεύτερη αραβική εξόρμηση». Ο Μοχάμεντ Αλί, ο εκφραστής του αιγυπτιακού εθνικισμού και εκσυγχρονισμού, θα συγκρουστεί μαζί του και θα συντρίψει τα όνειρα μιας ισλαμικής επιστροφής (1812-1818). Αυτή υπήρξε ουσιαστικά η πρώτη σύγκρουση αραβικού εθνικισμού και ισλαμισμού.

Το 1925, ο Αμπντελαζίζ Ιμπν Σεούντ, ηγέτης των ουαχαμπιτών και του ισλαμικού κινήματος των βεδουΐνων Ικβάν, θα πάρει τη ρεβάνς συντρίβοντας το όνειρο ενός παναραβικού βασιλείου, με την κατάληψη της Μέκκας και την εκθρόνιση του χασεμίτη Χουσεΐν, που είχε ανακηρυχτεί καλίφης των Αράβων. Οι χασεμίτες θα περιοριστούν στο Ιράκ και την Ιορδανία.

Οι πρόδρομοι των Αδελφών Μουσουλμάνων, ο Πέρσης Τζαμάλ Εντίν αλ Αφγκανί (1839-1897), ο Αιγύπτιος Μουχαμάντ Αμπτούχ (1849-1905) και ο Σύρος Ρασίντ Ριντά (1865-1935), δρουν ήδη στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα. Οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι στην Αίγυπτο, πριν το 1940, έχουν 1,5 εκατομμύριο μέλη και παίζουν αποφασιστικό ρόλο στη διαμόρφωση των «ελεύθερων αξιωματικών», παράλληλα με το… Κομμουνιστικό Κόμμα. Κατά συνέπεια, μολονότι ο ισλαμισμός δεν διαθέτει ακόμα τη δύναμη των φιλελεύθερων εθνικιστικών κομμάτων, όπως το Ουάφντ στην Αίγυπτο, δεν παύει ωστόσο να αναπτύσσεται. Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο φιλελεύθερος εθνικισμός θα αντικατασταθεί από τον σοσιαλιστικό εθνικισμό και τη στρατοκρατία, ενώ ο ισλαμισμός θα γίνει με τη σειρά του περισσότερο μαχητικός, αδιάλλακτος και ανατρεπτικός.

Όμως η ταύτιση του αραβικού κόσμου με το Ισλάμ είναι πολύ πιο βαθειά από ό,τι μπορεί να συλλάβει η δυτική σκέψη· είναι μια σχέση γενετικού χαρακτήρα. Ο αραβικός κόσμος συγκροτήθηκε και μέσω του Ισλάμ και ως Ισλάμ. Η εξάπλωση των Αράβων και η ηγεμονία τους σε όλους τους σημιτικούς λαούς της Μέσης και Εγγύς Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής έγινε με κύριο όπλο το Κοράνι. Οι Άραβες, οι οποίοι ήταν μάλλον ολιγοπληθείς, επιβλήθηκαν σε λαούς πολυπληθέστερους και τους ενσωμάτωσαν μέσω του Ισλάμ, όπως, εν μέρει, έκαναν και οι Τούρκοι στη συνέχεια. Το γεγονός ότι το όχημα για τη διάδοση της θρησκείας ήταν η αραβική γλώσσα αποτέλεσε το κυριότερο έρεισμα για την κυριαρχία τους και τη διαμόρφωση του αραβικού έθνους. Επομένως, ένας αραβικός εθνικισμός που ήθελε να είναι κοσμικός και λαϊκός (μη θρησκευτικός) πολύ δύσκολα μπορούσε να επιτύχει εξ αιτίας αυτής της βαθύτατης ταύτισης.

Γιώργος Καραμπελιάς

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek