Του Haviv Rettig Gur[1]
Όταν μιλάμε για το Ισραήλ, συνήθως ο όρος «έποικος» χρησιμοποιείται με αρνητική χροιά. Σε ορισμένους κύκλους χρησιμοποιείται για να περιγράψει όλους τους Ισραηλινούς, σε μια προσπάθεια να αμφισβητηθεί το δικαίωμα των Εβραίων να έχουν το δικό τους κράτος. Συνηθέστερα, όμως, περιγράφει μια ομάδα ανθρώπων που ζουν στη Δυτική Όχθη και που αυτή τη στιγμή προκαλούν στο Ισραήλ έναν μεγάλο και ολοένα αυξανόμενο πονοκέφαλο.
Το πρώτο που πρέπει να κατανοήσει κανείς είναι ότι το «κίνημα των εποίκων» είναι τεράστιο και εξαιρετικά πολύμορφο. Το να το αποκαλεί κανείς απλώς κίνημα δεν αποδίδει πλήρως την πραγματικότητα. Πολλοί έποικοι ζουν στην Ιερουσαλήμ, σε γειτονιές που τεχνικά βρίσκονται πέρα από τα σύνορα που διαμορφώθηκαν μετά τον Πόλεμο των Έξι Ημερών το 1967, αλλά είναι ουσιαστικά ενταγμένες στην Ιερουσαλήμ –μέρος απλώς της αστικής εξάπλωσης και φθηνότερος τόπος κατοικίας από την υπόλοιπη πόλη. Σε διάφορες περιοχές της Δυτικής Όχθης υπάρχουν υπερορθόδοξοι και εκκοσμικευμένοι έποικοι, μετριοπαθείς θρησκευόμενοι σιωνιστές, ακόμη και αριστεροί.
Έπειτα είναι οι πιο φανατισμένοι ιδεολογικά, οι οποίοι όχι μόνο κηρύσσουν μια θρησκευτικά διαποτισμένη μορφή σιωνισμού, αλλά την οδηγούν και στο μεσσιανικό της απώτατο. Στα άκρα αυτής της τελευταίας ομάδας βρίσκει κανείς έναν πυρήνα βίαιων εξτρεμιστών, πρόθυμων να επισπεύσουν τον δικό τους δρόμο προς την λύτρωση μέσω της βίας —βίας εναντίον Παλαιστινίων, συνήθως, αλλά κατά έναν παράδοξο τρόπο, συχνά και εναντίον του ισραηλινού κράτους και στρατιωτών του Ισραηλινών Αμυντικών Δυνάμεων (IDF).
Όταν ο κόσμος χρησιμοποιεί τη λέξη «έποικος» το πρόβλημα είναι ότι δεν καταφέρνει να εκφράσει όλη αυτή την ποικιλομορφία. Η ποικιλομορφία αυτή έχει σημασία όχι για να κερδηθούν κάποιοι φαντασιακοί πόντοι σε διεθνείς αντιπαραθέσεις, αλλά για να κατανοηθεί το φαινόμενο και οι δυνατές πολιτικές απαντήσεις που μπορούν να υπάρξουν σε αυτό. Για παράδειγμα, ερμηνεύει το γιατί τα τρία τέταρτα των Ισραηλινών που ζούσαν στη Γάζα πριν την αποχώρηση του Ισραήλ από τη Λωρίδα το 2005, δέχθηκαν εκ των προτέρων την κρατική αποζημίωση και εγκατέλειψαν τα σπίτια τους ειρηνικά. Μόνο το ένα τέταρτο περίπου αυτού του πληθυσμού —το πιο ιδεολογικοποιημένο ανάμεσα στους εποίκους— πρόβαλε αντίσταση στην απομάκρυνση.
Για να καταλάβει κανείς τα προβλήματα που προκαλούν στο Ισραήλ ορισμένοι έποικοι, πρέπει να κατανοήσει ποιοι είναι και τι τους κινητοποιεί: τις καταβολές τους, τους υποστηρικτές τους στην κυβέρνηση και τον τρόπο με τον οποίο ενεργούν εις βάρος των συμφερόντων της υπόλοιπης χώρας.
Οι περισσότεροι έποικοι ζουν πολύ κοντά στα σύνορα του 1967. Οι δύο μεγαλύτεροι οικισμοί –Modi’in Ilit και Beitar Illit– είναι υπερορθόδοξες πόλεις που βρίσκονται όχι παραπάνω από 500 μέτρα από την Πράσινη Γραμμή. Οι δυο τους περιλαμβάνουν ίσως το ένα τέταρτο όλων των εποίκων και συγκαταλέγονται στους ταχύτερα αναπτυσσόμενους οικισμούς. Τα στατιστικά στοιχεία της ισραηλινής κυβέρνησης τα τελευταία χρόνια καταγράφουν τη διάμεση ηλικία γύρω στα 11 με 12 χρόνια, με οικογενειακά μεγέθη που συχνά ξεπερνούν τα 10 μέλη. Βρίσκονται εκεί για φθηνή στέγη, όχι για ιδεολογικούς λόγους. Και σε οποιαδήποτε ενδεχόμενη ανταλλαγή εδαφών στο πλαίσιο μιας λύσης δύο κρατών, αυτές είναι οι περιοχές που θα ενσωματωθούν εύκολα και χωρίς ιδιαίτερη αντιπαράθεση στο Ισραήλ.
Έπειτα υπάρχει το ιδεολογικά φορτισμένο κίνημα ενός θρησκευτικού σιωνισμού, το οποίο πιστεύει ότι οι Εβραίοι πρέπει να επιστρέψουν στην πατρίδα τους στο πλαίσιο της εβραϊκής αντίληψης ότι η ιστορία κινείται προς τη λύτρωση. Αυτή η παράδοση βλέπει τη γη ως nahala, μια εβραϊκή λέξη –η οποία έχει την ίδια ετυμολογική ρίζα με το mitnahel, που σημαίνει έποικος– και περιγράφει μια ιερή κληρονομιά. Πρόκειται για μια ερμηνεία που μοιράζονται πολλοί Ισραηλινοί: η πατρίδα, η μητέρα-πατρίδα, το μόνο σπίτι που είχαν ποτέ πραγματικά οι Εβραίοι, το μόνο μέρος όπου μπόρεσαν ποτέ να μεταμορφωθούν από αντικείμενα της ιστορίας σε υποκείμενά της.
Πρόκειται για μια ισχυρή ιδέα –αν και πολλοί Ισραηλινοί ιστορικά ήταν, παρ’ όλα αυτά, πρόθυμοι να παραχωρήσουν τμήματα αυτής της πατρίδας προκειμένου να κερδίσουν τον πολυπόθητο διαχωρισμό από τους Παλαιστινίους σε δύο διακριτές και ανεξάρτητες πολιτικές οντότητες. Όμως για τους πιο ένθερμους πιστούς στη σημασία του εδάφους ως ιερής κληρονομιάς, η παράδοση οποιουδήποτε τμήματός της συνιστά ανάθεμα, βεβήλωση και προδοσία του ίδιου του σχεδίου του Θεού για την ιστορία. Έτσι, μέλη αυτού του πιο έντονα θρησκευτικού και ιδιαιτέρως μεσσιανικού σιωνιστικού κινήματος έχτισαν πολλά από τα χωριά και τις κωμοπόλεις τους ανάμεσα σε μεγάλα παλαιστινιακά πληθυσμιακά κέντρα, με συγκεκριμένο σκοπό να αποτρέψουν έμπρακτα την πιθανότητα σχηματισμού ενός παλαιστινιακού συνεχούς στα υψίπεδα της βιβλικής καρδιάς της Ιουδαίας και Σαμάρειας, γνωστής στον περισσότερο κόσμο ως Δυτική Όχθη.
Και στα όρια αυτού του κινήματος βρίσκεται η λεγόμενη «Νεολαία των Λόφων», νέοι άνθρωποι, αποξενωμένοι και προερχόμενοι από προβληματικά σπίτια, που βρίσκουν κοινό σκοπό και συντροφικότητα στο «πρωτοποριακό» ήθος αυτών των άτυπων κοινοτήτων, οι οποίες πιστεύουν ότι προασπίζονται την προαιώνια, ιστορική εβραϊκή κοιτίδα. Ζώντας συχνά σε φυλάκια στους λόφους που έχουν αναπτυχθεί κατά παράβαση του ισραηλινού νόμου και των διαταγών του Στρατού, έχουν μια εξιδανικευμένη εικόνα του εαυτού τους. Λαχταρούν να ζουν στην κόψη του ξυραφιού, σε ένα σύνορο. Η θρησκευτικότητά τους περιστρέφεται γύρω από μια ρομαντικοποιημένη αυθεντικότητα. Η αίσθηση που έχουν για την ιστορία είναι ότι αυτή προσανατολίζεται σε έναν σκοπό· και σπρώχνουν τον κόσμο, με μικρά αλλά πραγματικά βήματα, προς τη λύτρωση. Πολλοί από αυτούς –μάλλον οι περισσότεροι– δεν είναι βίαιοι.
Παρ’ όλα αυτά, ανάμεσά τους υπάρχει ένα πρόβλημα. Ορισμένοι –οι εκτιμήσεις ανεβάζουν τον αριθμό τους σε αρκετές εκατοντάδες– βλέπουν την παρουσία τους σε εκείνους τους λόφους ως ένα είδος εξέγερσης ενάντια σε ένα Ισραήλ που θεωρούν υπερβολικά φιλελεύθερο, υπερβολικά διστακτικό, υπερβολικά απρόθυμο να διεκδικήσει το φυσικό του δικαίωμα. Είναι ενάντια στην εκκοσμίκευση, αντι-ελιτιστές και, κατά ορισμένους τρόπους, αντι-νεωτερικοί· ο αντίποδας των σύγχρονων, εκκοσμικευμένων Ισραηλινών που ζουν στις μεγάλες πόλεις.
Αυτό το κίνημα υπάρχει εδώ και καιρό, αλλά ριζοσπαστικοποιήθηκε έπειτα από την αποχώρηση των εποίκων από τους οικισμούς της Γάζας, περισσότερα από είκοσι χρόνια πριν. Η αποχώρηση άφησε ένα βαθύ τραύμα στους ιδεολόγους του κινήματος των εποίκων. Ο τότε πρωθυπουργός, Αριέλ Σαρόν, δεν είχε δείξει σημάδια πριν την εκλογή του, το 2003 ότι επρόκειτο να προχωρήσει σε μια τόσο δραματική απόφαση. Προερχόταν από το μεγαλύτερο δεξιό κόμμα του Ισραήλ, το Λικούντ, και οι περισσότεροι ψηφοφόροι του πιθανότατα θα είχαν αρνηθεί μια τέτοια πρόταση αν τους είχε παρουσιαστεί πριν τις εκλογές.
Κι όμως ο Σαρόν, εκλεγμένος με αυτές τις δεξιές ψήφους, την πραγματοποίησε έτσι κι αλλιώς. Έτσι, πολλοί από εκείνους τους εποίκους ένιωσαν ότι είχε φαλκιδεύσει την ψήφο τους, ασκώντας την πρωθυπουργία του ενάντια στις επιθυμίες των ίδιων των ανθρώπων που τον έφεραν στην εξουσία. Διαμαρτυρήθηκαν, μερικές φορές πολύ δυναμικά, και αντιμετωπίστηκαν σκληρά από την αστυνομία. Ήταν μια στιγμή που ο θρησκευτικός σιωνισμός πίστεψε ότι η χώρα θα οδηγούνταν σε διάσπαση, και το Ισραήλ θα διχαζόταν.
Ωστόσο, το βαθύτερο τραύμα δεν προέκυψε από έναν τέτοιο διχασμό, αλλά από τη διαπίστωση ότι το μεγαλύτερο μέρος του Ισραήλ υποστήριζε την αποχώρηση από τη Γάζα. Πράγματι, στις εκλογές του 2006, πολλοί ψηφοφόροι του Λικούντ στράφηκαν προς τον Εχούντ Ολμέρτ του κόμματος Kadima –ακόμη και αφότου αποκάλυψε το σχέδιό του να αποσυρθεί από το μεγαλύτερο μέρος της Δυτικής Όχθης.
Ο κόσμος του θρησκευτικού σιωνισμού, το αλυτρωτικό του παρακλάδι, που πάντοτε πίστευε ότι βρισκόταν στο κέντρο της ισραηλινής δημόσιας ζωής, αίφνης ανακάλυψε ότι στο ζήτημα των εδαφικών αποχωρήσεων –το πιο φλέγον και καθοριστικό ζήτημα– τελικά δεν ήταν παρά περιθωριακός παίκτης.
Πολλοί από τους ανθρώπους που σήμερα έχουν τραβήξει το κίνημα των εποίκων και τη δεξιά του Ισραήλ ακόμη δεξιότερα, διαμορφώθηκαν μέσα σε εκείνο το κίνημα. Πολλοί από όσους βρίσκονταν πίσω από το κίνημα της δικαστικής μεταρρύθμισης του 2023, το οποίο στόχευε στον περιορισμό της εξουσίας του Ανώτατου Δικαστηρίου του Ισραήλ, ήταν άνθρωποι των οποίων οι οικογένειες εκδιώχθηκαν από τη Γάζα και τον Σαρόν —και θυμούνται πώς το ίδιο δικαστήριο ενέκρινε όχι μόνο την μεταφορά τους, αλλά και την προσωρινή φυλάκιση διαδηλωτών χωρίς δίκη, ώστε η διαδικασία να εξελιχθεί ομαλά. Αυτές οι εμπειρίες έστρεψαν πολλούς από αυτούς εναντίον του δικαστηρίου, και οι γραμμές της «Νεολαίας των Λόφων» άρχισαν να πυκνώνουν μέσα από εκείνη την αντιπαράθεση.
Μετά την 7η Οκτωβρίου, καθώς το βάρος του πολέμου έγινε αισθητό σε κάθε τμήμα της ισραηλινής κοινωνίας, η προσοχή του κοινού στράφηκε σε πιο άμεσες και υπαρξιακές ανησυχίες από τα εξτρεμιστικά άκρα του κινήματος των εποίκων. Μέσα στη σχετική πολιτική ασφάλεια που δημιούργησε ο περισπασμός αυτός –και, βεβαίως, με τη σιωπηρή υποστήριξη των ηγετών της άκρας δεξιάς, και συγκεκριμένα του υπουργού Αστυνομίας Ιταμάρ Μπεν-Γκβιρ– τα εξτρεμιστικά στοιχεία εξαπέλυσαν μια σειρά βίαιων επιθέσεων εναντίον γειτονικών παλαιστινιακών χωριών.
Αυτό είναι ένα αμφιλεγόμενο ζήτημα μεταξύ των Ισραηλινών. Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι οι επιθέσεις προέκυψαν είτε ως απάντηση σε παλαιστινιακές επιθέσεις, είτε ότι οι καταγγελίες γι’ αυτές ήταν απλώς προπαγάνδα των Παλαιστίνιων ακτιβιστών. Και πράγματι, ορισμένοι ισχυρισμοί για εξτρεμιστικές ισραηλινές επιθέσεις αποδείχθηκαν πιο σύνθετες περιπτώσεις αμοιβαίων αντιποίνων και γενικής ανομίας. Άλλοι αποδείχθηκαν εντελώς ψευδείς.
Αλλά αυτές οι περιπτώσεις, δυστυχώς, δεν αποτελούν την πλειονότητα. Ένα πολύ μεγάλο μέρος των επιθέσεων, τεκμηριωμένο και προσεκτικά επαληθευμένο από αξιόπιστη δημοσιογραφική έρευνα, είναι ακριβώς αυτό που φαίνεται: εξτρεμιστική βία που στοχοποιεί παλαιστινιακά χωριά, με σκοπό να εξαναγκαστούν όσο το δυνατόν περισσότεροι να μετακινηθούν αλλού.
Όταν δέχονται κριτική γι’ αυτό, οι έποικοι εξηγούν ότι απαντούν σε ένα συντονισμένο σχέδιο εδαφικής επέκτασης από τους Παλαιστινίους. Μιλούν για το σκοτεινό «Σχέδιο Φαγιάντ», που επινοήθηκε το 2009 από τον πρώην πρωθυπουργό της Παλαιστινιακής Αρχής Σαλάμ, Φαγιάντ, και αποτελεί μια απόπειρα οικοδόμησης θεσμών και πραγματικοτήτων ενός παλαιστινιακού κράτους προτού αυτό ανακηρυχθεί επίσημα. Συνήθως θεωρείται ότι σχέδιο συνέβαλε στη προσωρινή βελτίωση των οικονομικών και της διοίκησης της Παλαιστινιακής Αρχής· αλλά το κομμάτι που ανησύχησε τους εποίκους ήταν το εδαφικό στοιχείο: μια κίνηση για κατασκευή νέων κατοικιών και υποδομών σε ακατοίκητες περιοχές, ώστε να ενισχυθούν οι παλαιστινιακές εδαφικές διεκδικήσεις σε περισσότερα μέρη. Κοινότητες πολλαπλασιάστηκαν σε μεγαλύτερες εκτάσεις, νέες φάρμες δημιουργήθηκαν και κάποιοι δρόμοι στρώθηκαν προς αυτές.
Η επέκταση των άτυπων ισραηλινών φυλακίων, υποστήριζαν οι έποικοι, ήταν άμεση απάντηση σε αυτή την «αρπαγή γης».
Όμως τα δύο κινήματα δεν λειτουργούν με τους ίδιους όρους. Οι Ισραηλινοί έχουν ένα τεράστιο και προφανές πλεονέκτημα. Αν οι Παλαιστίνιοι κινηθούν εναντίον τους θα προστατευθούν από τον IDF, ενώ οι Παλαιστίνιοι δεν έχουν τις ίδιες εγγυήσεις στην περίπτωση που οι Ισραηλινοί στραφούν εναντίον τους. Η επίσημη αποστολή του IDF στη Δυτική Όχθη είναι να προστατεύει όλους τους κατοίκους της, συμπεριλαμβανομένων και των Παλαιστινίων, και να διατηρεί τον νόμο και την τάξη. Στην πράξη, όμως, ο στρατός είναι πολύ πιο πρόθυμος να προστατεύει Ισραηλινούς. Αυτό το χάσμα δεν οφείλεται αναγκαστικά σε προκατάληψη (αν και φυσικά μπορεί να οφείλεται και σε αυτήν)· είναι παρόν τόσο στους αραβόφωνους Δρούζους ή Βεδουίνους στρατιώτες όσο και στους Εβραίους.
Η ανισορροπία είναι θεσμική. Οι Ισραηλινοί επί του πεδίου μπορούν να κινητοποιήσουν τους πολιτικούς, ιδίως τα ακροδεξιά μέλη της σημερινής κυβέρνησης, ενώ οι Παλαιστίνιοι στη Δυτική Όχθη βρίσκονται έξω από αυτόν τον μηχανισμό δημοκρατικής ανατροφοδότησης. Αυτή είναι η καρδιά του ζητήματος. Είναι μια ανισορροπία που δεν έχει εξαφανιστεί και που δεν μπορεί να παρακαμφθεί.
[1] Ο Haviv Rettig Gur είναι Ισραηλινός δημοσιογράφος και αναλυτής, γεννημένος στην Ιερουσαλήμ, με ειδίκευση στην ισραηλινή πολιτική, τη Μέση Ανατολή και τον εβραϊκό κόσμο. Είναι από τους βασικούς αναλυτές στους Times of Israel και από το 2025 συνεργάζεται με το The Free Press ως αναλυτής για τη Μέση Ανατολή. Έχει εργαστεί στο παρελθόν στη Jerusalem Post και στην Jewish Agency for Israel, ενώ εμφανίζεται συχνά σε podcasts και δημόσιες συζητήσεις για το Ισραήλ και τις εβραϊκές κοινότητες διεθνώς.
Στηρίξτε το Άρδην κάνοντας μια προσφορά ΕΔΩ.
