Ένα άκρως ενδιαφέρον άρθρο δημοσιεύθηκε πρόσφατα στο έγκριτο αμερικανικό περιοδικό Foreign Affairs. Τιτλοφορείται «Η νέα μεγάλη στρατηγική του Ιράν» και υπογράφεται από τους Narges Bajoghli και Vali Nasr, αναπληρώτρια καθηγήτρια και καθηγητή, αντίστοιχα, στη Σχολή Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Johns Hopkins.
Το άρθρο καταπιάνεται με τον τρόπο με τον οποίο ο αμερικανοϊσραηλινός πόλεμος έχει μεταβάλει το καθεστώς του Ιράν και ερμηνεύει γιατί αυτό επέδειξε πρωτοφανή ανθεκτικότητα απέναντι σε στρατιωτικά πολύ ισχυρότερες δυνάμεις. Κάθε άλλο παρά ηττήθηκε παταγωδώς, ισχυρίζονται οι συγγραφείς: η σύγκρουση μεταμόρφωσε το Ιράν και τη στρατηγική του. Πρόκειται για μια αλλαγή που, κατά τους Bajoghli και Nasr, οι ΗΠΑ δεν έχουν κατανοήσει επαρκώς, με αποτέλεσμα ο τρόπος με τον οποίο προσεγγίζουν τη σύγκρουση να επιτείνει το αδιέξοδό της.
Οι συγγραφείς υποστηρίζουν ότι ο πόλεμος ΗΠΑ–Ισραήλ εναντίον του Ιράν δεν πέτυχε τον αρχικό του στόχο: αντί να διαλύσει την Ισλαμική Δημοκρατία, την ώθησε σε βαθιά αναπροσαρμογή. Η Ουάσιγκτον και το Τελ Αβίβ, σύμφωνα με την ανάλυσή τους, θεώρησαν ότι οι βομβαρδισμοί, οι στοχευμένες δολοφονίες κορυφαίων στελεχών και ο ναυτικός αποκλεισμός θα προκαλούσαν κατάρρευση του καθεστώτος ή λαϊκή εξέγερση. Ωστόσο, η Ισλαμική Δημοκρατία επέζησε, αναδιοργάνωσε γρήγορα τους μηχανισμούς της και βγήκε από τη σύγκρουση με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση, νέες στρατιωτικές δυνατότητες και αναβαθμισμένη αντίληψη για τον ρόλο της στη Μέση Ανατολή.
Η σημαντικότερη αλλαγή, σύμφωνα με τους συγγραφείς, αφορά τη γενεακή μετάβαση στο εσωτερικό της ιρανικής εξουσίας. Στις κορυφαίες θέσεις, η Ισλαμική Δημοκρατία περνά από την ιδρυτική γενιά της επανάστασης στη δεύτερη γενιά: ανθρώπους όπως ο Μοτζτάμπα Χαμενεΐ, ο Μοχαμάντ Μπαγκέρ Γκαλιμπάφ και ο Αχμάντ Βαχιντί, των οποίων η πολιτική και η στρατηγική αντίληψη δεν διαμορφώθηκε στις φυλακές ή στην εξορία της εποχής του Σάχη, αλλά στα χαρακώματα του πολέμου Ιράν–Ιράκ, του μακροβιότερου συμβατικού πολέμου του 20ού αιώνα. Την ίδια στιγμή, στις βαθμίδες της διοίκησης, της ασφάλειας, των ενόπλων δυνάμεων, της επικοινωνίας και της διεθνούς προβολής αναδύονται η τρίτη και η τέταρτη γενιά της επανάστασης: στελέχη που μεγάλωσαν μέσα στους θεσμούς της Ισλαμικής Δημοκρατίας και αντιλαμβάνονται την εξουσία όχι ως επαναστατική αποστολή, αλλά ως κρατική διαχείριση. Πρόκειται, όπως περιγράφουν, για σκληρούς εθνικιστές διαχειριστές του κράτους, λιγότερο δεμένους με την παλιά επαναστατική μεγαλοστομία και περισσότερο προσανατολισμένους στην ασφάλεια, στην ανθεκτικότητα και στην κρατική ισχύ.
Στο στρατιωτικό πεδίο, επισημαίνουν ότι το Ιράν έδειξε αξιοσημείωτη ικανότητα μάθησης από τις προηγούμενες συγκρούσεις. Μετά τον πόλεμο των δώδεκα ημερών το 2025, η Τεχεράνη αναδιοργάνωσε τη στρατιωτική διοίκηση, αποκέντρωσε κρίσιμες λειτουργίες και δημιούργησε πιο ανθεκτικούς μηχανισμούς λήψης αποφάσεων. Στη σύγκρουση του 2026, αξιοποίησε μαζικά πυραύλους και φθηνά drones για να εξαντλήσει τα αμερικανικά και ισραηλινά αμυντικά συστήματα, ενώ διέσπειρε τις εκτοξεύσεις της σε μεγάλη γεωγραφική κλίμακα. Η επιδίωξη της Τεχεράνης δεν ήταν να κερδίσει έναν συμβατικό πόλεμο απέναντι σε ισχυρότερους αντιπάλους, αλλά να ματαιώσει τους στόχους τους, να επιβιώσει υπό πίεση και να μετατρέψει την αντοχή σε στρατηγικό πλεονέκτημα.
Ιδιαίτερο βάρος αποδίδουν οι συγγραφείς στα Στενά του Ορμούζ. Η Τεχεράνη, σύμφωνα με την ανάλυσή τους, απέδειξε ότι μπορεί να ελέγχει ή να απειλεί αυτό το κρίσιμο παγκόσμιο ενεργειακό πέρασμα με ασύμμετρα μέσα: drones, ταχύπλοα, νάρκες και στοχευμένη πίεση στην ενεργειακή και εμπορική κυκλοφορία. Με αυτόν τον τρόπο, το Ιράν απέκτησε έναν ισχυρό μοχλό αποτροπής και διαπραγματευτικής ισχύος απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες, το Ισραήλ και τις αραβικές μοναρχίες του Κόλπου. Για τη νέα ιρανική ηγεσία, αυτή η εξέλιξη σηματοδοτεί το τέλος της παλιάς πολιτικής περιορισμού του Ιράν και τη γέννηση μιας νέας περιφερειακής ισορροπίας.
Τονίζουν επίσης ότι οι Αμερικανοί αξιωματούχοι ξεγελιούνται όταν ερμηνεύουν τη νέα ιρανική στάση ως ένδειξη πολυδιάσπασης των πόλων εξουσίας ή εσωτερικής σύγχυσης στην Τεχεράνη. Κατά την άποψή τους, η αδιαλλαξία του Ιράν δεν απορρέει από φατριασμό ή ιδεολογική ακαμψία, αλλά από νέα στρατηγική αυτοπεποίθηση. Η ιρανική ηγεσία θεωρεί ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες επιδιώκουν μέσω διαπραγματεύσεων όσα δεν πέτυχαν στο πεδίο της σύγκρουσης: την επιστροφή του Ιράν στο προηγούμενο καθεστώς περιορισμού και εξάρτησης. Γι’ αυτό και δεν εμφανίζεται διατεθειμένη να εγκαταλείψει τα κέρδη που θεωρεί ότι αποκόμισε από τον πόλεμο.
Στο εσωτερικό, οι δύο αναλυτές περιγράφουν μια σημαντική, αν και όχι απαραίτητα μόνιμη, αναδιάταξη της σχέσης κράτους και κοινωνίας. Πριν από τον πόλεμο, οι διαμαρτυρίες, η καταστολή και η οικονομική δυσπραγία είχαν βαθύνει το χάσμα ανάμεσα στην κοινωνία και το καθεστώς. Όμως οι αμερικανοϊσραηλινοί βομβαρδισμοί, οι απειλές κατά της εδαφικής ακεραιότητας του Ιράν και η καταστροφή υποδομών προκάλεσαν μια εθνικιστική συσπείρωση που ξεπέρασε παλιές πολιτικές διαιρέσεις. Το καθεστώς επιχειρεί πλέον να θεμελιώσει ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο, όχι τόσο πάνω στην ισλαμική ιδεολογία, όσο πάνω στην εθνική άμυνα, την αποτελεσματική διαχείριση και την ανοικοδόμηση.
Στο συμπέρασμά τους περιγράφουν μια Ισλαμική Δημοκρατία λιγότερο επαναστατική και περισσότερο εθνικιστική, λιγότερο θεοκρατική στη λειτουργική της λογική και περισσότερο προσανατολισμένη στην κρατική ισχύ. Το Ιράν δεν εγκαταλείπει τους περιφερειακούς του συμμάχους —τη Χεζμπολάχ, τις σιιτικές πολιτοφυλακές στο Ιράκ ή τους Χούθι στην Υεμένη— αλλά τους εντάσσει σε μια πιο πειθαρχημένη πολυμετωπική στρατηγική.
Παράλληλα, στη νέα αρχιτεκτονική της Μέσης Ανατολής που αναδύεται, όπου η αμερικανική πρωτοκαθεδρία υποχωρεί και δυνάμεις όπως η Κίνα αποκτούν ευρύτερο ρόλο, η Τεχεράνη φιλοδοξεί να διατηρήσει την κεντρικότητά της. Το νέο Ιράν που περιγράφουν δεν είναι πιο φιλελεύθερο ή πιο ήπιο· είναι πιο τεχνοκρατικό, πιο ανθεκτικό, πιο εθνικιστικό και πολύ δυσκολότερο να ερμηνευθεί με τα παλιά δυτικά σχήματα περί «σκληροπυρηνικών» και «μετριοπαθών».
Η νέα αυτοπεποίθηση της Τεχεράνης μεταφράζεται σε μια πολύ πιο σκληρή και απαιτητική διπλωματική γραμμή. Η ιρανική ηγεσία δεν αντιμετωπίζει πλέον τις συνομιλίες ως μέσο επιστροφής στο προηγούμενο καθεστώς κυρώσεων, περιορισμών και εύθραυστων υποσχέσεων για οικονομική επανένταξη στη Δύση. Αντιθέτως, επιδιώκει μια συμφωνία που θα τερματίζει τον πόλεμο, θα κατοχυρώνει τα κέρδη που θεωρεί ότι απέσπασε στο πεδίο και θα αναγνωρίζει τον νέο περιφερειακό συσχετισμό ισχύος. Γι’ αυτό συνδέει τις διαπραγματεύσεις με την άρση του αμερικανικού ναυτικού αποκλεισμού, την κατάπαυση του πυρός στον Λίβανο και τη συνολική διευθέτηση των μετώπων της σύγκρουσης. Με άλλα λόγια, η Τεχεράνη δεν προσέρχεται στο τραπέζι ως ηττημένη δύναμη που ζητά ανακούφιση, αλλά ως κράτος που πιστεύει ότι η αντοχή του στον πόλεμο του δίνει το δικαίωμα να διαπραγματευθεί από θέση ισχύος.
Στηρίξτε το Άρδην κάνοντας μια προσφορά ΕΔΩ.
