Του Haviv Rettig Gur*
Οι εξτρεμιστές στους κόλπους των εποίκων, όμως, έχουν επίσης μια τεταμένη και συχνά ανταγωνιστική σχέση και με το ισραηλινό κράτος. Τείνουν να δυσπιστούν απέναντι στους κρατικούς θεσμούς, τους οποίους πιστεύουν ότι διοικούν ελίτ που δεν συμμερίζονται την ίδια αίσθηση θεϊκής αποστολής και μοίρας της χώρας, και που θα θυσίαζαν όσους μένουν πιστοί σε αυτή την αποστολή στον βωμό αριστερών φαντασιώσεων.
Έτσι συχνά παρουσιάζουν τις επιθέσεις εναντίον Παλαιστινίων ως αμφισβήτηση στην εξουσία του κράτους. Το ισραηλινό κράτος νοιάζεται περισσότερο για τους Παλαιστινίους –έτσι ισχυρίζονται– παρά για την απελευθέρωση των εδαφών. Πώς, λοιπόν, πλήττεις την ισραηλινή κυβέρνηση; Με το να επιτίθεσαι σε Παλαιστινίους. Οι επιθέσεις εναντίον Παλαιστινίων έχουν επανειλημμένα συνοδευτεί από βία εναντίον στρατιωτών του IDF –σε μια πρόσφατη περίπτωση, με ενέδρα και πετροπόλεμο εναντίον στρατιωτών. Αυτοί οι στρατιώτες, που μόλις είχαν διακινδυνεύσει τη ζωή τους για να εξουδετερώσουν έναν τρομοκρατικό πυρήνα και ένα εργοστάσιο κατασκευής βομβών στη Ραμάλα, έπεσαν σε ενέδρα από Ισραηλινούς ριζοσπάστες.
Το περιστατικό εξόργισε τόσο πολύ την ηγεσία του IDF, ώστε ο στρατός κατέστρεψε έξι από τα φυλάκια των εποίκων, προκαλώντας μια βραχύβια βεντέτα αναμεταξύ του στρατού και των εξτρεμιστών.
Αν και είναι αλήθεια ότι αυτοί οι εξτρεμιστές αποτελούν ένα απειροελάχιστο τμήμα του κινήματος των εποίκων, η σιωπηλή πλειονότητα δεν είναι άμοιρη ευθυνών. Ορισμένοι σημαντικοί ραβίνοι του θρησκευτικού σιωνισμού έχουν καταδικάσει ρητώς τις επιθέσεις, αλλά οι περισσότεροι από την πολιτική ηγεσία του κινήματος των εποίκων ή των θρησκευτικών κομμάτων στην Κνεσέτ δεν το έχουν κάνει.
Εν μέρει, αυτή η ανοχή απορρέει από μια βαθιά ψυχολογική μετατόπιση που έχουν επανειλημμένα επισημάνει οι δημοσκόποι μεταξύ των Ισραηλινών (και μια παράλληλη μετατόπιση μεταξύ των Παλαιστινίων) μετά την 7η Οκτωβρίου: την αίσθηση ότι ο παλαιστινιακός πολιτικός κόσμος δεν τους έχει προσφέρει ποτέ τίποτε άλλο παρά βία και βαρβαρότητα, κι ότι άρα δεν έχει ιδιαίτερο νόημα να καταστείλουν τα βίαια στοιχεία στο δικό τους στρατόπεδο. Γιατί να προχωρήσουν σε εσωτερική ρήξη για μια παλαιστινιακή οντότητα που προσφέρει στους Ισραηλινούς Εβραίους μόνο πόλεμο και ατελείωτους θανάτους;
Αυτό δεν αποτελεί συμφωνία με τη βία, αλλά είναι παρ’ όλα αυτά ένα είδος πικραμένης παραίτησης που επιτρέπει στο πρόβλημα να μεγαλώνει και να εντείνεται. Οι ιδέες που τροφοδοτούν την εξτρεμιστική βία δεν θα εξαφανιστούν από μόνες τους. Και όσο η βία μεγαλώνει, τόσο θα αυξάνεται και ο αντίκτυπος της για τους Ισραηλινούς –ακόμη και για το ίδιο το κίνημα των εποίκων.
Υπάρχει κι ένα άλλο επιχείρημα που προβάλλεται για να μειωθεί ο αντίκτυπος αυτής της βίας: ότι είναι πολύ λιγότερο διαδεδομένη απ’ όσο υποδηλώνει η κάλυψή της από τα μέσα ενημέρωσης. Και αυτό το επιχείρημα έχει βάση. Όπως έχουν γράψει ο Amit Segal και άλλοι, ακαδημαϊκές μελέτες των δεδομένων των Ηνωμένων Εθνών για τη βία των εποίκων έχουν αποκαλύψει αδικαιολόγητα πρόχειρες πρακτικές, σχεδιασμένες ώστε να αυξάνουν τους αναφερόμενους αριθμούς. Τα περιστατικά συχνά καταμετρώνται δύο φορές στις εκθέσεις του ΟΗΕ –για παράδειγμα, ένας Παλαιστίνιος που πυροβολείται ενώ πραγματοποιεί τρομοκρατική επίθεση καταγράφεται ως νεκρός και στη συνέχεια καταγράφεται για δεύτερη φορά ως νεκρός, όταν αργότερα υποκύπτει από τα τραύματά του στο νοσοκομείο. Συχνά, το τι θεωρούν ως «βία των εποίκων» τα δυτικά ΜΜΕ είναι πολύ προβληματικό. Μια έκθεση ανέφερε 600 περιστατικά στην Ιερουσαλήμ –σχεδόν όλα επισκέψεις Εβραίων στο Όρος του Ναού ή συγκρούσεις της αστυνομίας με μουσουλμάνους ταραχοποιούς. Οι αξιωματούχοι του ΟΗΕ που συντάσσουν αυτές τις εκθέσεις ίσως θεωρούν ότι κανένας δημοσιογράφος δεν πρόκειται ποτέ να σκάψει βαθύτερα και να ελέγξει τίποτε.
Έτσι, ενώ οι υπηρεσίες του ΟΗΕ εκτιμούν τις επιθέσεις των εποίκων σε 120 με 150 περιστατικά τον μήνα, ο πραγματικός αριθμός είναι πιθανότερα πιο κοντά στις μερικές δεκάδες. Σε έναν γεωγραφικό χώρο που περιλαμβάνει μια ντουζίνα πόλεις και εκατοντάδες κωμοπόλεις και χωριά, αυτό μπορεί να φαίνεται λυπηρό αλλά, παρ’ όλα αυτά, διαχειρίσιμο μέγεθος.
Εδώ βρίσκεται όμως το πρόβλημα. Να γιατί δεν δικαιούμαστε να το απορρίψουμε ως περιθωριακό φαινόμενο μόνο και μόνο επειδή οι εκθέσεις του ΟΗΕ παραποιούν τους αριθμούς για προπαγανδιστικούς σκοπούς. Να γιατί 25 επιθέσεις τον μήνα είναι πολύ περισσότερες απ’ όσο φαίνονται.
Διότι αυτές οι επιθέσεις –που αποσκοπούν στο να τρομάξουν, να εκδιώξουν, να δημιουργήσουν ψυχολογική πίεση στον πληθυσμό μιας κωμόπολης ή ενός χωριού που μια ομάδα εξτρεμιστών δεν θέλει να βρίσκεται εκεί– ανταποκρίνονται στον τυπικό ορισμό της τρομοκρατίας: «προμελετημένη, πολιτικά υποκινούμενη βία που ασκείται εναντίον μη εμπόλεμων στόχων από μη κρατικές ομάδες ή μυστικούς δρώντες».
Οι Ισραηλινοί γνωρίζουν από μακρά εμπειρία ότι δεν χρειάζονται πολλές τρομοκρατικές επιθέσεις για να δημιουργηθεί ένα ισχυρό ψυχολογικό και πολιτικό αποτέλεσμα σε εκατομμύρια ανθρώπους. Μια ντουζίνα μπορεί να είναι αρκετή.
Υπάρχει, επομένως, μια τεράστια απόκλιση ανάμεσα στον τρόπο με τον οποίο οι Ισραηλινοί και οι Παλαιστίνιοι κατανοούν αυτές τις επιθέσεις. Οι Ισραηλινοί, βυθισμένοι στα προβλήματά τους εν μέσω ενός πολέμου σε πολλαπλά μέτωπα, κοιτούν τους αριθμούς αλλά και τη δική τους αίσθηση για το τι συμβαίνει στην κοινωνία τους –συγκεκριμένα, γνωρίζουν ότι οι εξτρεμιστές δεν αντιπροσωπεύουν την ισραηλινή κοινωνία στο σύνολό της– και έτσι τείνουν να υποβαθμίζουν και να θεωρούν μεν ενοχλητικό το φαινόμενο, αλλά παρ’ όλα αυτά περιθωριακό και μέρος μιας ευρύτερης δύσκολης περιόδου από την οποία κανείς δεν έχει μείνει αλώβητος.
Όμως η επίδραση στους Παλαιστινίους είναι πολύ μεγαλύτερη απ’ όσο υποδηλώνουν σκέτοι οι αριθμοί. Ο φόβος επέκτασης των επιθέσεων είναι διαδεδομένος μεταξύ των Παλαιστινίων, ιδίως σε περιοχές όπου δρουν οι εξτρεμιστές.
Γιατί λοιπόν δεν μπορεί η κυβέρνηση να το σταματήσει, ακόμη κι όταν οι συνεχιζόμενες αναφορές για επιθέσεις εξακολουθούν να βλάπτουν την εικόνα του Ισραήλ ακόμη και μεταξύ των φίλων του –ακόμη κι όταν αξιωματούχοι της κυβέρνησης Τραμπ φέρονται να έχουν εγκαλέσει το Ισραήλ για το ζήτημα;
Η απάντηση είναι απλή: για πολιτικούς λόγους. Ο συνασπισμός του Μπενιαμίν Νετανιάχου εξαρτάται από τις ψήφους του κόμματος Θρησκευτικού Σιωνισμού του Μπεζαλέλ Σμότριτς, το οποίο δεν υποστηρίζει ανοιχτά τις επιθέσεις, αλλά υποστηρίζει τα φυλάκια από τα οποία προέρχεται μεγάλο μέρος τους. Και εξαρτάται επίσης από το κόμμα του Ιταμάρ Μπεν-Γκβιρ, το πιο δεξιό που μπορεί να βρει κανείς στην ισραηλινή πολιτική. Ο Μπεν-Γκβιρ, ο οποίος υπηρετεί ως υπουργός αρμόδιος για την Αστυνομία, είχε καταδικαστεί στη νεότητά του για υποκίνηση σε ρατσισμό και συμμετοχή σε τρομοκρατική οργάνωση —εκείνη του εξτρεμιστή ραβίνου Μεΐρ Καχάνε.
Έχει γίνει της μόδας σε τμήματα της ισραηλινής ακροδεξιάς να ισχυρίζονται ότι «ο Καχάνε είχε δίκιο», συνήθως αναφερόμενοι στο επιχείρημά του ότι δεν είναι δυνατή καμία ειρήνη ανάμεσα σε Άραβες και Εβραίους. Ωστόσο, ο Καχάνε είναι γνωστός πρωτίστως όχι για τον σκεπτικισμό του απέναντι στις αραβικές προθέσεις έναντι του Ισραήλ, αλλά για ένα απροκάλυπτα ρατσιστικό και βίαιο πολιτικό ρεύμα. Το 1985, για παράδειγμα, την ίδια χρονιά που το κόμμα του κηρύχθηκε παράνομο, ο Καχάνε κατέθεσε στην Κνεσέτ νομοσχέδιο που θα ποινικοποιούσε τις σεξουαλικές σχέσεις μεταξύ Εβραίων και μη Εβραίων.
Ο Μπεν-Γκβιρ προσπάθησε επιδέξια να αποφύγει το καχανιστικό του παρελθόν χωρίς να στραφεί πραγματικά εναντίον του πρώην μέντορά του. Αφαίρεσε τα πορτρέτα του μαζικού δολοφόνου Μπαρούχ Γκολντστάιν, ο οποίος τιμάται από πολλούς καχανιστές, από τον τοίχο του σαλονιού του γύρω στο 2020, όταν ξεκίνησε την προσπάθειά του να εισέλθει στον κεντρικό πολιτικό στίβο. Για ένα σημαντικό κομμάτι της «Νεολαίας των Λόφων» παραμένει ένα είδος συμβόλου. Είναι εκείνος που τα κατάφερε, ο ακρογωνιαίος λίθος της κυβέρνησης, που μερικές φορές μοιάζει να κρατά ολόκληρο τον συνασπισμό στα χέρια του. Και πιστεύεται ευρέως ότι έχει στρέψει τις προτεραιότητες της μακριά από την αντιμετώπιση του προβλήματος.
Η Δυτική Όχθη βρίσκεται υπό τον επίσημο έλεγχο του IDF. Διαδοχικοί διοικητές του έχουν κάνει διστακτικά βήματα προς την εφαρμογή αντιτρομοκρατικών μέτρων εναντίον αυτών των Ισραηλινών εξτρεμιστών, των ίδιων μεθόδων που χρησιμοποιούνται πολύ αποτελεσματικά εναντίον παλαιστινιακών τρομοκρατικών οργανώσεων: συλλήψεις, παροχή πληροφοριών, διάσπαση δικτύων, διοικητική κράτηση. Όμως τα μέτρα αυτά σταμάτησαν τα τελευταία χρόνια, καθώς αυξήθηκε η επιρροή της ακροδεξιάς στην κυβέρνηση.
Επομένως, πρέπει να τεθεί το ερώτημα: δεν καταλαβαίνουν ο Σμότριτς και ο Μπεν-Γκβιρ, ακόμη κι αν δεν συγκινούνται από τη ζημιά που αυτή η τρομοκρατία προκαλεί στους Παλαιστινίους, ότι προκαλεί τεράστια ζημιά στο Ισραήλ;
Εδώ φτάνουμε στο βαθύτερο σημείο.
Καθ’ όλη τη διάρκεια των τελευταίων δυόμισι ετών πολέμου, καθώς ο κόσμος συζητούσε τις ισραηλινές προθέσεις και την ακριβή ορολογία που πρέπει να χαρακτηρίσει τις ενέργειες του Ισραήλ, οι Σμότριτς και Μπεν-Γκβιρ προσέφεραν έναν διαρκή καταιγισμό δηλώσεων που επιβεβαίωναν τις πιο ακραίες φαντασιώσεις των σφοδρότερων επικριτών του Ισραήλ.
Έχουν επανειλημμένα υποστηρίξει ότι ο σκοπός του πολέμου στη Γάζα δεν ήταν, όπως θα ισχυριστούν οι περισσότεροι Ισραηλινοί στρατιώτες ή πολιτικές παρατάξεις, να ξεριζωθεί η Χαμάς, αλλά αντίθετα να εκδιωχθούν όλοι οι Παλαιστίνιοι και να εποικιστεί η περιοχή με Ισραηλινούς. Ο σκοπός του πολέμου, δηλαδή, ήταν ακριβώς η εθνοκάθαρση που ισχυρίζονται οι εχθροί του Ισραήλ.
Δεν αντιλαμβάνονται οι ακροδεξιοί ηγέτες του Ισραήλ ότι ο πόλεμος που διεξάγεται αυτή τη στιγμή στη Μέση Ανατολή –η πολυετής, πολυμετωπική αντιπαράθεση ανάμεσα στο Ισραήλ και έναν ιδεολογικό άξονα αποφασισμένο να το καταστρέψει– είναι σε πολύ μεγάλο βαθμό πόλεμος πληροφόρησης, πόλεμος εικόνων και αφηγημάτων;
Ό,τι συμβαίνει στη Δυτική Όχθη, τελικά, δεν μένει στη Δυτική Όχθη.
Έχω φτάσει, διστακτικά, να υποψιάζομαι ότι ο Σμότριτς, τουλάχιστον, και ίσως και ο Μπεν-Γκβιρ, αν μπαίνει στον κόπο να σκέφτεται τέτοια πράγματα, θέλουν το Ισραήλ να χάσει τον πόλεμο των αφηγημάτων. Επιδιώκουν συνειδητά την απομόνωση του Ισραήλ στη διεθνή σκηνή, που έχει ήδη έλθει αντιμέτωπο με το διεθνές κόστος των πολιτικών που υποστηρίζουν, και άρα γίνεται πιο πρόθυμο να εφαρμόσει πολιτικές όπως η μαζική εκδίωξη παλαιστινιακών πληθυσμών από τη Δυτική Όχθη και η εκ νέου οικοδόμηση οικισμών στη Γάζα.
Ένα απομονωμένο Ισραήλ, άλλωστε, είναι ένα αποχαλινωμένο Ισραήλ.
Αν αυτή η υποψία έχει βάση, τότε η άρνησή τους να επιτρέψουν στον στρατό να καταστείλει δυναμικά την εξτρεμιστική ισραηλινή βία δεν έχει να κάνει μόνο με πολιτικές διευκολύνσεις. Είναι μια εσκεμμένη κίνηση για να εμβαθύνει η ίδια η ζημιά που αυτές οι επιθέσεις τώρα προκαλούν στη διεθνή θέση του Ισραήλ.
Πίσω από όλα αυτά υπάρχει μια δομική αποτυχία: η απουσία συνεκτικού κράτους δικαίου στη Δυτική Όχθη. Σε ένα σύστημα χωρίς σαφή νόμο και τάξη, κερδίζει η γυμνή ισχύς. Πάντα.
Για τους Παλαιστινίους, η νομική επισφάλεια είναι διαρκής –σχετικά με τη γη τους, ή την προστασία των ιδίων. Για τους εξτρεμιστές εποίκους, αυτό το κενό συνιστά ευκαιρία. Στο μεταξύ, οι περισσότεροι Ισραηλινοί κοιτούν αλλού, στους πυραύλους, στον πόλεμο, στις υπαρξιακές απειλές. Το ζήτημα της βίας των εποίκων μοιάζει δευτερεύον. Ή άλυτο. Κι αυτό είναι λάθος. Διότι αυτή η ανομία έχει το τίμημά της.
Το πρόβλημα αυτή τη στιγμή είναι ακόμη σχετικώς περιορισμένο. Δεν θα παραμείνει έτσι. Αν το Ισραήλ δεν το αντιμετωπίσει ανοιχτά, αποφασιστικά και σε κλίμακα ανάλογη του προβλήματος, θα κληθεί να πληρώσει πολύ υψηλότερο τίμημα αργότερα.
Όχι μόνο με όρους ηθικούς ή με όρους διεθνούς κύρους. Αλλά ως προς την ασφάλειά του. Και τη συνοχή του. Εν τέλει, στο είδος της χώρας που επιτρέπει στον εαυτό του να γίνει.
Ό,τι συμβαίνει στη Δυτική Όχθη, τελικά, δεν μένει στη Δυτική Όχθη. Αντιτρομοκρατικές πρακτικές που ξεκίνησαν υπό τον στρατιωτικό νόμο της Δυτικής Όχθης μπορούν πλέον να εφαρμοστούν σε Ισραηλινούς πολίτες –και, δυστυχώς, πρέπει να εφαρμοστούν ώστε να αντιμετωπιστεί το δικό μας εγχώριο πρόβλημα τρομοκρατίας.
Οι Ισραηλινοί που νομίζουν ότι μπορούν να μείνουν αμέτοχοι σε αυτό δεν αποφεύγουν το κόστος. Απλώς το αναβάλλουν και το διογκώνουν.
Δημοσιεύθηκε στον ιστότοπο The Free Press, στις 13 Απριλίου 2026.
* Ο Haviv Rettig Gur είναι Ισραηλινός δημοσιογράφος και αναλυτής, γεννημένος στην Ιερουσαλήμ, με ειδίκευση στην ισραηλινή πολιτική, τη Μέση Ανατολή και τον εβραϊκό κόσμο. Είναι από τους βασικούς αναλυτές στους Times of Israel και από το 2025 συνεργάζεται με το The Free Press ως αναλυτής για τη Μέση Ανατολή. Έχει εργαστεί στο παρελθόν στη Jerusalem Post και στην Jewish Agency for Israel, ενώ εμφανίζεται συχνά σε podcasts και δημόσιες συζητήσεις για το Ισραήλ και τις εβραϊκές κοινότητες διεθνώς.
Στηρίξτε το Άρδην κάνοντας μια προσφορά ΕΔΩ.
